North Aegean Stories

Η Λέσβος Στην Αρχαιότητα: Από Την Εποχή Του Χαλκού Στη Βασιλεία Του Διοκλητιανού

Ο Aneurin Ellis-Evans συνέβαλε με αυτό το άρθρο στο Αποθετήριο Ιστοριών Αιγαίου/Λέσβου

  1. Εισαγωγή

Η ιστορία της Λέσβου στην αρχαιότητα χαρακτηρίζεται μια σειρά παράδοξα, καθώς διαμορφώνεται τόσο από συνθήκες που είναι ιδιάζουσες στο νησί (πολιτικές, γεωγραφικές, ιστορικές), όσο και από τεκτονικές μεταβολές στον κόσμο των αυτοκρατορικών δυνάμεων που το περιβάλλουν. Η Λέσβος έχει συνεπώς μια κοινή νησιωτική ιστορία, αλλά αυτή συγκροτείται από πολλαπλές ιστορίες πόλεων που μερικές φορές φαίνονται τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, ώστε να καθιστούν τον συλλογικό όρο «Λεσβιακή» αντιπαραγωγικό. Υπάρχουν βέβαια εκφράσεις κοινής λεσβιακής ταυτότητας. Παρατηρούμε λοιπόν μια τάση προς τη συνεργασία ανάμεσα στις πόλεις του νησιού, ενώ οι Λέσβιοι μοιράζονται μια κοινή κουλτούρα βασισμένη στη διάλεκτο, το τραγούδι, την ιστορία και τον μύθο. Αυτά τα κοινά σημεία, ωστόσο, δημιουργούσαν συχνά τις συνθήκες για την ανάπτυξη έντονου ανταγωνισμού μεταξύ των πόλεων της Λέσβου, καθεμία από τις οποίες ήθελε να «κατέχει» τη λεσβιακή ταυτότητα. Η αντιπαλότητα δε μεταξύ των πόλεων δεν είχε απλά το χαρακτήρα ευγενούς άμιλλάς, αλλά συχνά μετατρεπόταν σε προδοσία, βίαιη σύγκρουση ή ακόμα και βάναυση κυριαρχία. Ενώ στους ξένους οι πόλεις του νησιού φαινόταν να μοιράζονται μια διακριτή λεσβιακή κουλτούρα και ταυτότητα, οι ίδιοι οι νησιώτες αντιλαμβάνονταν έντονες διαφορές μεταξύ τους και συχνότερα θεωρούσαν τον εαυτό τους με όρους διακριτών πολιτικών ταυτοτήτων παρά ως μέρος μιας συλλογικής λεσβιακής ταυτότητας.

Ο John Ma έχει υποστηρίξει ότι η αίσθηση του ιστορικού παραδόξου προκύπτει από τη συνειδητοποίηση ότι ένα ερμηνευτικό παράδειγμα που έχουμε συνάγει επαγωγικά από ένα σύνολο αποδεικτικών στοιχείων έρχεται σε αντίθεση με άλλα σύνολα αποδεικτικών στοιχείων, και επομένως μας δείχνει ότι κάτι που είχαμε θεωρήσει ως αντικειμενική πραγματικότητα δεν είναι τελικά παρά μια εικόνα που συντίθεται από ένα συγκεκριμένο σύνολο τεκμηρίων.[1] Από αυτή την οπτική γωνία, η ιστορία της Λέσβου στην αρχαιότητα βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα σε μια σειρά δίπολων: απομόνωση και συνδεσιμότητα, αντιπαλότητα και αλληλεγγύη, πολιτικές ιδιαιτερότητες και περιφερειακή ομοιογένεια, η τοπική σε αντίστιξη με την παγκόσμια ιστορία, καθώς και οι ενδογενείς σε αντιπαραβολή με εξωγενείς προοπτικές για το τι σήμαινε το να προέρχεται κανείς από τη Λέσβο. Κατά τη μελετη καθενός από αυτά τα φαινομενικά παράδοξα δίπολα, η πρόκληση δεν είναι να προσδιοριστεί ποιο παράδειγμα είναι το «σωστό», αλλά μάλλον να κατανοηθεί πώς μπορούν και τα δύο να είναι αληθινά. Η αφήγηση που ακολουθεί είναι δομημένη γύρω από δύο ζεύγη παραδειγμάτων. Πρώτα εξετάζουμε το ρόλο των εξωτερικών δυνάμεων στη διαμόρφωση της ιστορίας της Λέσβου σε αντίστιξη με το ρόλο των πόλεων του νησιού στην ίδια διαδικασία. Έπειτα, κοιτάμε τις νησιωτικές ταυτότητες που διαμόρφωσαν οι πόλεις της Λέσβου κατά την μεταξύ τους αλληλεπίδρασή και τις αντιπαραβάλουμε στις ταυτοτήτες που διαμόρφωσαν κατά την αλληλεπίδρασή τους με τον ευρύτερο κόσμο. Ωστόσο, πριν εξερευνήσουμε αυτά τα κεντρικά παράδοξα της ιστορίας της Λέσβου, είναι σημαντικό να καθορίσουμε πρώτα τις δυνατότητες και τα όρια των διαθέσιμων τεκμηρίων από την αρχαιότητα.

Οι σύγχρονοι οικισμοί της Μυτιλήνης, του Μολύβου και της Σκάλας Ερεσού βρίσκονται πάνω από τις αρχαίες ομώνυμες πόλεις της Μυτιλήνης, της Μήθυμνας και της Ερεσού. Φωτογραφία της Σκάλας Ερεσού από τον Panos Mtln, άδεια CC BY-SA 4.0

  1. Τα δεδομένα

Αρκετοί παράγοντες που αφορούν συγκεκριμένα τη Λέσβο διαμορφώνουν τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας και, κατά συνέπεια, οριοθετούν το είδος των ερωτήσεων που μπορούμε να θέσουμε. Πρώτον, οι τοποθεσίες τριών από τις τέσσερις κύριες πόλεις της αρχαιότητας (Μυτιλήνη, Μήθυμνα και Ερεσός) βρίσκονται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου κάτω από σύγχρονους οικισμούς (Μυτιλήνη, Μόλυβος και Σκάλα Ερεσού αντίστοιχα). Οι σοβαρές ανασκαφές της μίας σημαντικής αρχαίας πόλης που δεν βρίσκεται επί του παρόντος κάτω από σύγχρονο οικισμό, της Άντισσας, ξεκίνησαν ουσιαστικά μόλις το 2019.[2] Υπάρχουν, φυσικά, πολλές άλλες αρχαιολογικές εργασίες που πρέπει να γίνουν στη Λέσβο, και οι σωστικές ανασκαφές σε αυτές τις τρεις πόλεις προσφέρουν περιοδικά λαμπρές ανακαλύψεις, όπως για παράδειγμα τα ψηφιδωτά με σκηνές από τη Νέα Κωμωδία του Μενάνδρου στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. στο λεγόμενο «Σπίτι του Μενάνδρου» στη Μυτιλήνη.[3] Ωστόσο, αποτελεί σημαντικό περιορισμό το γεγονός ότι δεν έχουμε άμεση αρχαιολογική πρόσβαση σε κανέναν από τους τρεις κύριους οικισμούς που κυβέρνησαν το νησί από το 167 π.Χ. έως τη βυζαντινή περίοδο.

Ψηφιδωτά με θέμα την νέα κωμωδία στο «Σπίτι του Μενάνδρου» - Αρχαιολογικό Μουσείο της Μυτιλήνης

Δεύτερον, το corpus των επιγραφών από το νησί είναι σχετικά πενιχρό. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι επιγραφές αποτελούν τη ζωτική δύναμη της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, παρέχοντάς μας πληροφορίες για ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που διαφορετικά δεν θα αναφέρονταν ποτέ στις σωζόμενες λογοτεχνικές πηγές. Έχουν συνεπώς δημοσιευτεί περίπου 930 επιγραφές από τη Λέσβο.[4] Ωστόσο, περίπου 800 προέρχονται από τη Μυτιλήνη και την επικράτειά της, ενώ μόλις 89 προέρχονται από την Ερεσό, 36 από τη Μήθυμνα και μία μόνο από την Άντισσα. Ο σχετικά μεγάλος αριθμός από τη Μυτιλήνη είναι από μόνος του παραπλανητικός, καθώς 64 από αυτά τα κείμενα είναι στην πραγματικότητα θραύσματα ενός ενιαίου μεγάλου μνημείου από τις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ. προς τιμήν του Ποτάμωνα, γιου του Λεσβόνακτα.[5]

Τιμητικές διακρίσεις για τρεις μεγάλους ευεργέτες της Μυτιλήνης: τον Πομπήιο τον Μέγα, τον Θεοφάνη τον Θεό και τον Ποτάμωνα, γιο του Λεσβόνακτα. - Πηγή εικόνας: © The Trustees of the British Museum. Υπό την άδεια Creative Commons Attribution- NonCommercial-Share Alike 4.0 International (CC BY-NC-SA 4).

Ενώ σε άλλα νησιά τα εκτός των τειχών ιερά αποτελούν συχνά σημαντικές πηγές επιγραφών (π.χ. το Ηραίο στη Σάμο, το Ασκληπιείο στην Κω), το ιερό του λεσβιακού κοινού στο Μέσσο δεν έχει αποδώσει μέχρι στιγμής καμία επιγραφή. Αν συγκρίνουμε τα άλλα μεγάλα νησιά στα ανοικτά των ακτών της Μικράς Ασίας, η Χίος διαθέτει ένα επιγραφικό corpus περίπου 750 επιγραφών, υπάρχουν περίπου 1.300 δημοσιευμένες επιγραφές από τη Σάμο, και η Κως προσφέρει πάνω από 3.000 επιγραφές. Όταν δημοσιεύθηκε για τελευταία φορά ένα πλήρες corpus για τη Ρόδο το 1895, περιείχε ήδη περίπου 1.500 επιγραφές.[6] Η διαφορά με τη Λέσβο είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή δεδομένου ότι η Λέσβος είναι μεγαλύτερο νησί με περισσότερες πόλεις από τα παραπάνω παραδείγματα. Επιπλέον, όλα αυτά τα νησιά κυριαρχούνταν από μία μόνο πόλη για όλη ή το μεγαλύτερο μέρος της αρχαιότητας, ενώ στη Λέσβο άνθησαν έως και έξι πόλεις σε κάποιο σημείο της ιστορίας της ενώ τρεις εκ τούτων έπαιξαν σημαντικό ρόλο για το μεγαλύτερο μέρος της αρχαιότητας.

Πιθανώς διάφοροι παράγοντες εξηγούν τη διαφορά στον αριθμό των επιγραφών που έχουν βρεθεί στη Λέσβο σε σύγκριση με τα γειτονικά νησιά. Πρώτον, η οικιστική συνέχεια των αστικών κέντρων των κύριων πόλεων του νησιού σημαίνει ότι δεν έχουμε πρόσβαση στα τμήματα αυτών των πόλεων που είναι πιο πιθανό να αποδώσουν επιγραφικά διατάγματα. Δεύτερον, η σχετικά συνεχής ιστορία ευημερίας και στρατηγικής σημασίας του νησιού έχει οδηγήσει σε εκτεταμένη επαναχρησιμοποίηση αρχαίων υλικών στα πολλά κάστρα, μοναστήρια, εκκλησίες και άλλα κτίρια της περιόδου μετά την αρχαιότητα που βρίσκονται σε όλο το νησί. Τρίτον, η εγγύτητα στη θάλασσα τόσο των κύριων οικισμών όσο και των σημαντικότερων εκτός των τοιχών ιερών (πάνω απ’ όλα τα ιερά του Μέσσου και της Αρτέμιδος Θερμίας) σημαίνει ότι πέτρα έχει συχνά μεταφερθεί από αυτούς τους χώρους για οικοδομικά έργα αλλού ή απλά έχει χρησιμοποιηθεί ως έρμα από εμπόρους που είχαν ξεφορτώσει τα φορτία τους στα λιμάνια της Λέσβου. Με όλους αυτούς τους τρόπους, η ιστορία του νησιού μετά τους αρχαίους χρόνους κατέληξε να διαμορφώσει σημαντικά ό,τι μπορούμε να γνωρίζουμε για την ιστορία του νησιού στην αρχαιότητα.

Αναπαράσταση του Ναού του Μέσσου στο Κόλπο της Καλλονής από τον R. Koldaway στο έργο Die antiken Baureste der Insel Lesbos — Βερολίνο, 1890. Παρατηρήστε την εγγύτητα με τη θάλασσα.

Μια κατηγορία αρχαίων τεκμηρίων που είναι, μολαταύτα, σε μεγάλο βαθμό απρόσβλητα από αυτά τα προβλήματα διατήρησης είναι τα νομίσματα. Αν και τα νομίσματα που κόπηκαν και κυκλοφόρησαν στην αρχαιότητα έχουν διασωθεί σε βαθμό τόσο μικρό όσο και κάθε άλλο σύνολο τεκμηρίων από την εποχή, το γεγονός ότι παρήχθησαν μαζικά σε κλίμακα που κυμαίνεται από δεκάδες χιλιάδες έως εκατομμύρια νομίσματα σημαίνει ότι συνήθως διασώζονται έστω και λίγα δείγματα ακόμη και από πολύ σύντομες εκδόσεις. Ως εκ τούτου, έχουμε μια αρκετά ολοκληρωμένη εικόνα της ιστορίας της νομισματικής των πόλεων της Λέσβου. Η πρόκληση με αυτό το σύνολο τεκμηρίων είναι μάλλον η αποσπασματική φύση της σύγχρονης έρευνας πάνω σε αυτό το ογκώδες αλλά διάσπαρτο υλικό. Στην περίπτωση της Λέσβου συγκεκριμένα, ενώ έχουμε εξαιρετική κατανόηση της νομισματικής ιστορίας του νησιού από τον 1ο έως τον 3ο αιώνα μ.Χ. χάρη στο πρόγραμμα Roman Provincial Coinage, δεν έχουμε αντίστοιχα καλή αίσθηση της νομισματικής ιστορίας του νησιού από τον 6ο έως τον 1ο αιώνα π.Χ.[7]

Ένα τελευταίο ζωτικής σημασίας στοιχείο είναι η φυσική πραγματικότητα του ίδιου του νησιού. Καμία γενιά στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν έχει πιο ξεκάθαρη αίσθηση από τη σημερινή του πώς η ανθρώπινες δράσεις αλλάζουν το κλίμα και το τοπίο. Ωστόσο, η ιστορικά ιδιαίτερη εμπειρία μας σε ραγδαίες και πανταχού παρούσες περιβαλλοντικές αλλαγές μπορεί να μας οδηγήσει να υποτιμήσουμε τις συνέχειες ανάμεσα στα τοπία του παρελθόντος και του παρόντος. Το τοπίο της Λέσβου σήμερα δεν είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό της αρχαιότητας (δεν θα ήταν καν ακριβώς το ίδιο σε διαφορετικές χρονικές στιγμές της αρχαιότητας), αλλά ούτε και είναι εντελώς διαφορετικό. Τα «βαριά» γεωγραφικά δεδομένα του νησιού – πάνω απ’ όλα, η τοπογραφία και η γεωλογία του – είναι σχεδόν τα ίδια σήμερα όπως ήταν τότε. Αυτά τα γεωγραφικά δεδομένα δεν καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι ανθρώπινοι πληθυσμοί αλληλοεπιδρούν με το τοπίο του νησιού, αλλά δημιουργούν ένα φάσμα δυνατοτήτων από το οποίο μπορούν να επιλέξουν αυτοί οι πληθυσμοί. Για τον λόγο αυτό, τόσο τα τοπία της Λέσβου που μπορούμε να επισκεφτούμε σήμερα όσο και όσα μπορούμε να μάθουμε για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αλληλοεπιδρούσαν με το νησί σε όλες τις περιόδους της ιστορίας του αποτελούν σημαντικό πλαίσιο για τον τρόπο με τον οποίο φανταζόμαστε τη Λέσβο στην αρχαιότητα. Αυτό δεν είναι γεωγραφικός ντετερμινισμός, αλλά μάλλον γεωγραφική πιθανοκρατία. Όπως το έθεσε ο Peter Thonemann στη μελέτη του για την κοιλάδα του Μαιάνδρου στην αρχαιότητα και τη μεσαιωνική περίοδο:

Οι άνδρες και οι γυναίκες δημιουργούν την ιστορία τους, αλλά δεν την δημιουργούν όπως τους αρέσει. Δεν τη δημιουργούν υπό συνθήκες που έχουν επιλέξει οι ίδιοι, αλλά υπό συνθήκες που κληρονόμησαν από το παρελθόν και τους επιβάλλονται από τον υλικό κόσμο. Η πιο θεμελιώδης από αυτές τις συνθήκες είναι το φυσικό περιβάλλον στο οποίο ζουν οι άνθρωποι. Η γεωλογία, η βοτανική και το κλίμα προσφέρουν δυνατότητες και επιβάλλουν όρια· ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι ανταποκρίνονται σε αυτές τις δυνατότητες εξαρτάται από ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων των προσωπικοτήτων και των επιλογών των ατόμων. Η αποκάλυψη αυτής της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ ανδρών και γυναικών και του περιβάλλοντός τους στο πέρασμα του χρόνου είναι το σωστό έργο της ιστορικής γεωγραφίας.[8]

Τι κάνει ένα τοπίο διαχρονικό; Ποιες «δυνατότητες» προσφέρει ένα τοπίο; Και ποια όρια; Μια εικόνα από τον κάμπο του Μολύβου (αρχαία Μήθυμνα)
  1. Εξωτερικές δυνάμεις

Ο κυρίαρχος ρόλος της Κωνσταντινούπολης στην ιστορία της Λέσβου ήταν μια σταθερά από την ανάδειξη της πόλης ως πρωτεύουσας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον 4ο αιώνα μ.Χ. έως την έξοδο της Λέσβου από τη σκιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ενσωμάτωση της στο Ελληνικό κράτος το 1912. Στην περίοδο αυτή, ακόμη και ενώ τα όρια των κρατών γύρω από τη Λέσβο μεταβάλλονταν συνεχώς, ο ρόλος της Κωνσταντινούπολης ως κυρίαρχου πόλου έλξης για το νησί παρέμεινε αμετάβλητος. Αντίθετα, για ένα παρόμοιο χρονικό διάστημα από τα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ. έως τον 4ο αιώνα μ.Χ., η ιστορία της Λέσβου δεν είναι σταθερά προσανατολισμένη προς ένα μόνο κυρίαρχο κέντρο. Την περίοδο αυτή, η ιστορία του νησιού μπορεί να χωριστεί σε τρεις φάσεις που αντανακλούν τα μεταβαλλόμενα γεωγραφικά όρια των ισχυρών εξωτερικών κρατών γύρω από αυτό.

Κωνσταντινούπολη – το αυτοκρατορικό κέντρο που καθόρισε τη μοίρα της Λέσβου για 1600 χρόνια

3.1. Περιφέρεια της Εγγύς Ανατολής (μέσα της 2ης χιλιετίας έως περίπου το 330 π.Χ.)

Μεταξύ της 2ης χιλιετίας και της εισβολής του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Περσική Αυτοκρατορία το 334, ο ελληνικός κόσμος βρέθηκε στην περιφέρεια ισχυρών και πλούσιων κρατών της Εγγύς Ανατολής. Ορισμένα από αυτά έλεγχαν την ηπειρωτική Ανατολία και, ως εκ τούτου, βρίσκονταν σε άμεση επαφή με τη Λέσβο (Χετταίοι, Λυδοί, Πέρσες), ενώ άλλα ήταν πιο απομακρυσμένα, αλλά ασκούσαν παρόλα αυτά επιρροή στο νησί με τον πλούτο και τη δύναμη τους (Ασσυρία, Αίγυπτος). Ιδιαίτερα κατά το πρώτο μισό της πρώτης χιλιετίας, φιλόδοξοι Έλληνες αναζητούσαν φήμη και πλούτο εμπορευόμενοι, πολεμώντας και εργαζόμενοι για αυτά τα πλούσια κράτη.[9] Νησιά δίπλα στις ακτές της Μικράς Ασίας, όπως η Λέσβος, βρισκόταν έτσι ακριβώς στα όρια (και μερικές φορές εντός) του εδάφους των κρατών που έλεγχαν την Ανατολία, και ήταν επίσης συνδεδεμένα με εμπορικά δίκτυα που εκτείνονταν μέχρι την Αίγυπτο και τη Βαβυλωνία. Ως αποτέλεσμα, τα κράτη της Εγγύς Ανατολής έπαιξαν σημαντικό ρόλο σε πολλές πτυχές της ζωής αυτών των νησιών.

Στα έγγραφα των Χετταίων, η «Λάζπα» (Λέσβος) είναι το μόνο παράκτιο νησί που κατονομάζεται και, ως εκ τούτου, φαίνεται να θεωρούνταν το πιο σημαντικό. Μεταξύ του 15ου και του 13ου αιώνα, η Λάζπα αποτελούσε αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών μεταξύ μιας σειράς Χετταίων και Ελλήνων («Αχαιών» και, ως εκ τούτου, μυκηναίων Ελλήνων) βασιλέων. Διαβάζουμε επίσης για ιερατικό προσωπικό που ταξίδευε από τον Χετταίο βασιλιά στη Λάζπα για να προσφέρει αφιερώματα βαμμένα με πορφύρα σε μια θεότητα του νησιού, πιθανώς ως συμβολική αποτύπωση των ορίων του βασιλείου.[10] Αυτός ο ενδιάμεσος ρόλος της Λέσβου μεταξύ Ελλάδας και Ανατολίας κωδικοποιείται επίσης στην μυθοπλαστική αναδρομή στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού που συναντάμε στην Ιλιάδα του Ομήρου. Όταν ο Αχιλλέας μιλάει για την έκταση του τρωικού βασιλείου του Πριάμου, το περιγράφει ως συνορεύον με τον Ελλήσποντο προς βορρά, τα φρυγικά υψίπεδα στην ανατολή και τη Λέσβο στο νότο.[11] Η Λέσβος λειτουργεί εδώ τόσο ως όριο του βασιλείου του Πριάμου όσο και ως μέρος της σφαίρας επιρροής του. Πράγματι, νωρίτερα στο ποίημα μαθαίνουμε ότι ο Αχιλλέας και οι Αχαιοί είχαν λεηλατήσει το νησί και είχαν απαγάγει σκλάβους, και ότι οι πιο όμορφες από τις γυναίκες της Λέσβου μεταξύ αυτών των σκλάβων είχαν γίνει διαπραγματευτικά χαρτιά στις προσπάθειες να διευθετηθεί η διαμάχη μεταξύ του Αχιλλέα και του Αγαμέμνονα.[12]

Συνθήκη μεταξύ του Μουβατάλλι Β΄ των Χετταίων και του Αλακσάντου της Βιλούσα (πιθανώς Ίλιον/Τροία) – Βρετανικό Μουσείο – Άδεια CC BY-NC-SA 4.0. Η Λέσβος αναφέρεται σε παρόμοια έγγραφα, ιδίως στην επιστολή Μανάπα-Ταρχούντα.

Όταν, γύρω στο 600 π.Χ., βρίσκουμε και πάλι γραπτές μαρτυρίες για την ιστορία του νησιού στην ποίηση του Αλκαίου και της Σαπφούς, είναι πλέον το βασίλειο των Λυδών, με έδρα τις Σάρδεις, που αναμειγνύεται στις υποθέσεις της Λέσβου. Στην στάση που έφερε τον Πιττακό τύραννο της Μυτιλήνης και έστειλε τον Αλκαίο στην εξορία, ο Αλκαίος μας λέει ότι οι Λυδοί τάχθηκαν στο πλευρό της φατρίας του και τους πρόσφεραν το αστρονομικό ποσό των δύο χιλιάδων στατήρων για να ανακαταλάβουν τη Μυτιλήνη και να εκδιώξουν τον Πιττακό.[13] Εξίσου ενδεικτικός της επίδρασης της Λυδίας στη Λέσβο εκείνη την εποχή είναι ο ρόλος που διαδραματίζει το βασίλειο αυτό στο ποιητικό φαντασιακό της Σαπφούς. Όταν εκείνη θέλει να εκφράσει το βάθος της νοσταλγίας της για την Ανακτορία, τη συγκρίνει με την επιθυμία που έχουν άλλοι για τη στρατιωτική δύναμη των Λυδών.[14] Όταν θέλει να μεταδώσει την αγάπη που έχει για την κόρη της την Κλεΐδα, λέει ότι δεν θα την αντάλλασσε με τη Λυδία ολάκερη.[15] Οι άνθρωποι που κατά τη Σαπφώ ονειρεύονταν να ασκήσουν τη δύναμη ενός Λυδού βασιλιά ήταν πιθανώς αριστοκράτες της Λέσβου, όπως ο Αλκαίος.

Οι σχέσεις μεταξύ της Λέσβου και κρατών της Εγγύς Ανατολής που βρίσκονται πιο μακριά, όπως η Βαβυλώνα και η Αίγυπτος, αποτυπώνονται και σε όσα αφηγούνται ο Αλκαίος και η Σαπφώ για τα αδέλφια τους που είχαν ταξιδέψει σε αυτά τα βασίλεια. Ο Αλκαίος γράφει ότι ο αδελφός του, ο Αντιμενίδας, ταξίδεψε στα «άκρα της γης» για να πολεμήσει ως μισθοφόρος στο στρατό του Ναβουχοδονόσωρα Β΄ της Βαβυλώνας. Όταν ο Ναβουχοδονόσωρ εισέβαλε στην Παλαιστίνη και κατέλαβε την Ασκαλώνα το 604 π.Χ., ο Αντιμενίδας νίκησε έναν γίγαντα που λέγεται ότι είχε ύψος 2,54 μέτρα και επέστρεψε από την Ανατολή με ένα σπαθί με ένθετα από χρυσό και ελεφαντόδοντο, πιθανώς ένα τελετουργικό δώρο από τον βασιλιά για τις εξαιρετικές υπηρεσίες του.[16] Η Σαπφώ μιλάει για τα λιγότερο εντυπωσιακά κατορθώματα του άχρηστου μεγαλύτερου αδελφού της, του Χαράξου, ο οποίος είχε ταξιδέψει στον ελληνικό εμπορικό σταθμό της Ναυκρατίδος στο Δέλτα του Νείλου για να βγάλει τα προς το ζην εισάγοντας κρασί από τη Λέσβο. Ενώ βρισκόταν εκεί, ερωτεύτηκε μια σκλάβα από την Θράκη που στις πηγές ονομάζεται Δωρίχα ή εναλλακτικά Ροδώπις, την οποία ένας άλλος Μυτιληναίος, ο Ιάδμων, είχε φέρει στη Ναυκρατίδα στο πλαίσιο των δικών του εμπορικών δραστηριοτήτων στην Αίγυπτο. Ο Χάραξος κατέληξε πένης κυνηγώντας τη Δωρίχα, και υπονοείται ότι, ως αποτέλεσμα, στράφηκε στην πειρατεία πριν τελικά επιστρέψει στη Μυτιλήνη, όπου η αδελφή του τον επέπληξε στα ποιήματά της για τις πολλές κακές επιλογές της ζωής του.[17]

«Η Σαπφώ και ο Αλκαίος» του Σερ Λόρενς Άλμα-Τάντεμα – εικόνα δημόσια διαθέσιμη

Ο Κύρος ο Μέγας κατέκτησε το βασίλειο της Λυδίας στα μέσα της δεκαετίας του 540, και από αυτό το σημείο μέχρι τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, λίγο περισσότερο από δύο αιώνες αργότερα, Περσική Αυτοκρατορία είναι πια το σημαντικότερο κράτος της Εγγύς Ανατολής ανατολικά της Λέσβου. Ιδιαίτερα όμως μετά την αποτυχημένη εισβολή της Περσίας στην ηπειρωτική Ελλάδα το 480/79, μια σειρά επεκτατικών πολιτειών εμφανίστηκε δυτικά της Λέσβου και διεκδίκησε από την Περσία τον έλεγχο περιοχών όπως η Λέσβος κατά μήκος της ακτής της δυτικής Μικράς Ασίας. Η περιοχή αυτή έγινε έτσι μια ζώνη σύγκρουσης μεταξύ της μοναδικής μεγάλης αλλά διοικητικά απομακρυσμένης αυτοκρατορίας στα ανατολικά (Περσία) και των πολλών μικρότερων αλλά πολύ πιο κοντινών, φιλόδοξων και επεκτατικών πολιτειών στα δυτικά (Αθήνα, Σπάρτη και τελικά Μακεδονία). Αν και οι πρωταγωνιστές ήταν διαφορετικοί, η δυναμική θύμιζε σε μεγάλο βαθμό εκείνη που είχε επικρατήσει μια χιλιετία νωρίτερα μεταξύ των Χετταίων και των Αχαιών.

3.2: Διακρατική αναρχία (περ. 330-περ. 30 π.Χ.)

Ο Μέγας Αλέξανδρος εισέβαλε στην Περσική Αυτοκρατορία το 334 π.Χ. και, μέχρι το 326 π.Χ., είχε προωθηθεί πέρα από τα ανατολικά της σύνορα και είχε εισβάλει στην Ινδία. Μετά τον ξαφνικό και απροσδόκητο θάνατό του το 323 π.Χ., η ενοποιημένη αυτοκρατορία που είχε μόλις κατακτήσει από τον Πέρση Μέγα Βασιλιά διασπάστηκε γρήγορα σε ανταγωνιστικά κράτη.[18] Αυτό σηματοδοτεί το τέλος του μοτίβου που παρατηρούσαμε τουλάχιστον από τον 15ο αιώνα, με βάση το οποίο η Λέσβος βρισκόταν σταθερά στην τροχιά μιας υπερδύναμης της Εγγύς Ανατολής που αντιπροσώπευε μια κυρίαρχη πολιτική και οικονομική δύναμη στα ανατολικά. Ενώ συχνά υπήρχαν και άλλα ισχυρά κράτη στα δυτικά, τα οποία κατά καιρούς ασκούσαν σημαντική επιρροή στη Λέσβο (οι Αχιγιάβα/Αχαιοί στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού· Αθήνα, Σπάρτη και Μακεδονία στην Κλασική περίοδο), αυτά δεν ήταν ποτέ πραγματικά αντάξια του πλούτου και της ισχύος των κρατών στα ανατολικά της Λέσβου. Αντίθετα, μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, αυτή η δυναμική άλλαξε εντελώς. Η Λέσβος περιβαλλόταν πλέον από μια εναλλασσόμενη ομάδα ομότιμων κρατών που ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για τον έλεγχο της ανατολικής Μεσογείου . Ως αποτέλεσμα, το νησί ενεπλάκη σε σειρά από πολύπλευρες διελκυστίνδες με αυτές τις εξωτερικές δυνάμεις.

Η Λέσβος στα όρια του κόσμου των Σελευκιδών

Η σχέση, ή μάλλον η απουσία σχέσης, μεταξύ της Λέσβου και του Βασιλείου των Σελευκιδών υπογραμμίζει αυτή την αλλαγή στη δυναμική. Ο πυρήνας του βασιλείου βρισκόταν στη Συρία και τη Βαβυλωνία, και περιλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών της Περσικής Αυτοκρατορίας. Από το 281 έως το 189, οι Σελευκίδες ήταν το κράτος που έλεγχε πιο συχνά την ακτή της Μικράς Ασίας απέναντι από τη Λέσβο, και διοικούσαν τη δυτική Μικρά Ασία από τη σατραπική πρωτεύουσά τους, τις Σάρδεις, η οποία είχε παλαιότερα διαδραματίσει τον ίδιο ρόλο υπό τους Πέρσες, ενώ είχε στο βαθύτερο παρελθόν αποτελέσει την πρωτεύουσα του βασιλείου της Λυδίας. Επομένως, φαινομενικά, το Βασίλειο των Σελευκιδών θα έπρεπε να αναλάβει τον καθιερωμένο ρόλο μιας υπερδύναμης της Εγγύς Ανατολής, έλκοντας τη Λέσβο στην τροχιά του. Ωστόσο, οι Σελευκίδες δεν προσπάθησαν ποτέ να ελέγξουν τη Λέσβο άμεσα, ενώ δεν υπάρχουν καν πολλά στοιχεία που να δείχνουν ότι οι πόλεις της Λέσβου διατηρούσαν διπλωματικές σχέσεις με τους βασιλείς των Σελευκιδών. Από ό,τι γνωρίζουμε σήμερα, λοιπόν, η σχέση με τους Σελευκίδες δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τους Λέσβιους.

Για τις πόλεις της Λέσβου, η πιο σημαντική σχέση ήταν αντίθετα με τους Ατταλίδες. Αυτή η δυναστεία είχε την έδρα της στην Πέργαμο, στην κοιλάδα του Κάικου, στην ηπειρωτική χώρα απέναντι από τη Λέσβο. Αφού άλλαξε με σύνεση πλευρά το 281, όταν ο Σέλευκος Α΄ κατέκτησε τη δυτική Μικρά Ασία, η δυναστεία τούτη ήλεγξε τη μικρή αλλά στρατηγικά σημαντική γωνιά της Μικράς Ασίας σε χαλαρή συμμαχία με τους Σελευκίδες.[19] Η Μυτιλήνη ειδικότερα ανέπτυξε στενή σχέση με τους Ατταλίδες, δεδομένου ότι τα ηπειρωτικά της εδάφη στην ακτή της Μικράς Ασίας βρίσκονταν κατά μήκος της κύριας βόρειας προσπέλασης προς την Πέργαμο. Τόσο οι Μυτιληναίοι όσο και οι Ατταλίδες ήταν επομένως σύμφωνοι στην ανάγκη να προστατεύσουν αυτό το έδαφος. Από το 230 π.Χ. και μετά, η Μυτιλήνη και, σε μικρότερο βαθμό, η Μήθυμνα παρείχαν οικονομική στήριξη στους Ατταλίδες σε περιόδους πολέμου.[20] Αυτή ήταν, συνεπώς, μια πολύ διαφορετική σχέση από εκείνη που επικρατούσε παλαιότερα μεταξύ της Λέσβου και των δυνάμεων στα ανατολικά της: οι πόλεις της Λέσβου αλληλοεπιδρούσαν με τους Ατταλίδες όχι ως αυτοκρατορικά υποκείμενα, αλλά από θέση σχετικής ισότητας.

Η Πέργαμος ως ομότιμο πολιτικό σύστημα για τις πόλεις της Λέσβου. Τα κοινά συμφέροντα οδηγούν στη συνεργασία

Τέλος, οι Πτολεμαίοι της Αιγύπτου εγκαθίδρυσαν μια θαλάσσια ηγεμονία στο Αιγαίο κατά τον 3ο αιώνα, η οποία τελικά επεκτάθηκε ώστε να συμπεριλάβει και τη Λέσβο κάποια στιγμή μετά το 246. Ωστόσο, η πτολεμαϊκή κυριαρχία δεν περιέλαβε ποτέ τη Μυτιλήνη και, τουλάχιστον στην περίπτωση της Μήθυμνας, φαίνεται να ξεκίνησε μόνο στα τέλη της δεκαετίας του 220 ή στις αρχές της δεκαετίας του 210, πριν τερματιστεί στα τέλη της δεκαετίας του 200, όταν η ναυτική ηγεμονία των Πτολεμαίων κατέρρευσε σε ολόκληρο το Αιγαίο.[21] Ενώ η πτολεμαϊκή κυριαρχία είχε σημαντική επίδραση στη Λέσβο όσο διήρκεσε, με αποτέλεσμα, για παράδειγμα, την ύπαρξη πτολεμαϊκών φρουρών, εορτών προς τιμήν των Πτολεμαίων και ιδιωτικής λατρείας των βασιλέων αυτών, ήταν επίσης βραχύβια και επηρέασε μόνο ορισμένα τμήματα του νησιού.[22] Έτσι, οι Σελευκίδες, οι Ατταλίδες και οι Πτολεμαίοι έπαιξαν όλοι διαφορετικούς ρόλους στην ιστορία της Λέσβου τον 3ο αιώνα, χωρίς όμως κάποιο από αυτά τα κράτη να γίνει το κυρίαρχο ή το αποκλειστικό επίκεντρο όπως προηγουμένως οι Χετταίοι, οι Λυδοί και οι Πέρσες.

Αυτό φαίνεται να αλλάζει όταν η Ρώμη εισέρχεται στον κόσμο της ανατολικής Μεσογείου στα τέλη του 3ου αιώνα. Η Ρώμη ενεπλάκη αρχικά σε μια σειρά συγκρούσεων με τον Αντιγονίδη βασιλιά Φίλιππο Ε΄ της Μακεδονίας από το 214 έως το 197 και στη συνέχεια, κάτι πολύ πιο σημαντικό για τη Λέσβο, συγκρούστηκε με τον Σελευκίδη βασιλιά Αντίοχο Γ΄ από το 192 έως το 189. Το πέρας αυτής της σύγκρουσης έφερε την οριστική εκδίωξη των Σελευκιδών από τη δυτική Μικρά Ασία. Η εμφάνιση μιας νέας πολιτικής και οικονομικής υπερδύναμης, που πλέον εδρεύει δυτικά της Λέσβου και όχι ανατολικά όπως στους προηγούμενους αιώνες, μπορεί να φαίνεται ότι σηματοδοτεί τη στιγμή κατά την οποία αυτός ο πολυπολικός κόσμος έφτασε στο τέλος του. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό δεν ίσχυε. Κατά τον επόμενο αιώνα, η Ρώμη επισημοποίησε τον έλεγχό της στην ανατολική Μεσόγειο μόνο σταδιακά και αποσπασματικά, και όταν αυτή η διαδικασία ωρίμασε στα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ., η res publica είχε αρχίσει να διαλύεται από εμφύλιους πολέμους. Ο κόσμος γύρω από τη Λέσβο παρέμεινε επομένως πολυπολικός και εξαιρετικά επικίνδυνος για τις επόμενες δεκαετίες, με τις πόλεις του νησιού να γίνονται συχνά παράπλευρες απώλειες στην υψηλή πολιτική της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής επέκτασης.

Το 168, ο Μακεδόνας ναύαρχος Αντήνορας εμφανίστηκε στην Άντισσα και ανεφοδίασε τα πλοία του στο λιμάνι της πριν κατευθυνθεί προς την Ελλάδα για να παρενοχλήσει τις εκεί ρωμαϊκές δυνάμεις. Είναι απίθανο η Άντισσα, μία από τις λιγότερο ισχυρές πόλεις του νησιού, να ήταν σε θέση να αρνηθεί τον εφοδιασμό στον Αντήνορα και τον στόλο του όταν έφτασαν στο επίνειο της. Παρ’ όλα αυτά, τον επόμενο χρόνο, το 167, οι Ρωμαίοι αποφάσισαν να τιμωρήσουν τους κατοίκους της Άντισσας καταστρέφοντας την πόλη, μεταφέροντας τον πληθυσμό και παραχωρώντας τα εδάφη της στη γειτονική και πάλαι αντίπαλό της, τη Μήθυμνα.[23] Ο χώρος της Άντισσας δεν θα κατοικηθεί ξανά μέχρι τον 14ο ή 15οαιώνα μ.Χ.[24] Λίγα χρόνια αργότερα, το 155, η Μήθυμνα με τη σειρά της ενεπλάκη στη σύγκρουση μεταξύ του βασιλιά της Βιθυνίας Προυσία Β΄ και του βασιλιά των Ατταλιδών Ευμένη Β΄. Καθώς ο στόλος του Προυσία έπλεε κατά μήκος των ακτών της δυτικής Μικράς Ασίας που ελέγχονταν από τους Ατταλίδες, λεηλάτησε τα εδάφη διαφόρων πόλεων, συμπεριλαμβανομένης της Μήθυμνας.[25]

Τοπογραφικό σχέδιο της αρχαίας Άντισσας από τον R. Koldewey, στο Die antiken Baureste der Insel Lesbos — Βερολίνο, 1890.

Δύο δεκαετίες αργότερα, το 133, ο τελευταίος βασιλιάς της δυναστείας των Ατταλιδών, ο Αττάλος Γ΄, πέθανε χωρίς διάδοχο, με αποτέλεσμα το βασίλειό του να περιέλθει στο ρωμαϊκό κράτος. Κάποιος Αριστόνικος ισχυρίστηκε ότι ήταν ο νόμιμος διάδοχος του Αττάλου, αυτοανακηρύχθηκε Ευμένης Γ΄ και ξεκίνησε πόλεμο εναντίον των ελληνικών πόλεων για να διατηρήσει τον έλεγχο των εδαφών των Ατταλιδών. Οι Ρωμαίοι αιφνιδιάστηκαν από αυτές τις εξελίξεις και, ως αποτέλεσμα, δεν μπόρεσαν να φτάσουν με δυνάμεις για να νικήσουν τον Αριστόνικο παρά μόνο δύο χρόνια αργότερα, την άνοιξη του 131.[26] Εν τω μεταξύ, οι ελληνικές πόλεις της δυτικής Μικράς Ασίας αναγκάστηκαν σε μεγάλο βαθμό να τα βγάλουν πέρα μόνες τους σε μια χαοτική και επικίνδυνη κατάσταση. Ένα διάταγμα από τη Μήθυμνα, που εκδόθηκε το 129 στο τέλος της σύγκρουσης αλλά αναφέρεται σε γεγονότα από όλη τη διάρκεια του πολέμου, μας δίνει μια εικόνα των ακραίων πιέσεων που ο πόλεμος άσκησε σε μια πόλη της Λέσβου.[27] Η Μήθυμνα αντιμετώπισε επισιτιστική κρίση λόγω του πολέμου και έλλειψη χρημάτων λόγω του κόστους των εισαγωγών σιτηρών και της αρωγής στον ρωμαϊκό πόλεμο. Ακολούθησε εσωτερική πολιτική διαμάχη σχετικά με το αν ήταν καλύτερο να λυθεί η έλλειψη σιτηρών με το να μην πληρωθούν οι Ρωμαίοι, ή να πληρωθούν οι Ρωμαίοι και να υποστεί η πόλη επισιτιστική κρίση. Με τα πράγματα σε αδιέξοδο, οι νέοι (οι νεαροί άνδρες που ήταν εγγεγραμμένοι στο γυμνάσιο της πόλης) βρέθηκαν στην ιδιαίτερη θέση να παρέμβουν για να προτείνουν μια διέξοδο από το πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο είχαν καταλήξει οι πρεσβύτεροι τους.[28]

Μια γενιά αργότερα, το 88, μια παρόμοια εσωτερική συζήτηση οδήγησε πιθανώς τη Μυτιλήνη να λάβει τη μοιραία απόφαση να πάρει αποστάσεις από τη Ρώμη και να υποστηρίξει τον βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη VI. Αφού ηττήθηκε σε μάχη από τον Μιθριδάτη στην ανατολική Βιθυνία, ο Ρωμαίος λεγάτος Μάνιος Ακουίλιος κατέφυγε στη Μυτιλήνη, θεωρώντας την ένα σταθερά φιλορωμαϊκό καταφύγιο. Αντ’ αυτού, οι Μυτιληναίοι τάχθηκαν στο πλευρό του Μιθριδάτη και του παρέδωσαν τον Μάνιο στην Πέργαμο, όπου ο βασιλιάς του Πόντου τον εκτέλεσε χύνοντας λιωμένο χρυσό στο λαιμό του.[29] Γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσαν να περιμένουν καμία ευσπλαχνία από τους Ρωμαίους, οι Μυτιληναίοι παρέμειναν ακλόνητα πιστοί στον Μιθριδάτη στον πόλεμο που ακολούθησε. Η πολιορκία της Μυτιλήνης ξεκίνησε το 84 και δεν έληξε παρά το 80, πέντε χρόνια αφότου ο Σύλλας είχε τερματίσει τον πρώτο γύρο της σύγκρουσης με τον Μιθριδάτη.[30] Οι συνέπειες για τη Μυτιλήνη ήταν ολέθριες: η πόλη έχασε το καθεστώς ελεύθερης πόλης που απολάμβανε ως τότε, υποτάχθηκε στη ρωμαϊκή φορολογία, και το έδαφός της κατακτήθηκε από το ρωμαϊκό κράτος και ορίστηκε ager publicus (δημόσιες γαίες).

Η εποχή των δυναστών της ύστερης Δημοκρατίας που ακολούθησε δημιούργησε τόσο ευκαιρίες όσο και νέους κινδύνους για τη Μυτιλήνη. Ένας από τους πολίτες της, ο Θεοφάνης, έγινε έμπιστος του Πομπήιου του Μέγα και, ως αποτέλεσμα, το 62 κατάφερε να εξασφαλίσει την ελευθερία και το έδαφος της Μυτιλήνης, τα οποία είχαν χαθεί όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν τελικά τη πόλη το 80. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, οι Μυτιληναίοι του πρόσφεραν θεϊκές τιμές, λατρεύοντάς τον ως Δία Ελευθερωτή, ενώ ακόμη και κατά τη βασιλεία του Τιβέριου συνέχισαν να τον απεικονίζουν στα νομίσματά τους ως «Θεόφανης ο Θεός».[31] Ωστόσο, με την ήττα του Πομπήιου στη Μάχη των Φαρσάλων τον Αύγουστο του 48, ο Θεοφάνης και η εγγύτητα του στον Πομπήιο έγιναν πολιτικό βάρος, και ως αποτέλεσμα νέοι Μυτιληναίοι όπως ο Κριναγόρας, γιος του Καλλίππου, και ο Ποτάμων, γιος του Λεσβόνακτα, βγήκαν στο προσκήνιο για να καλλιεργήσουν σχέσεις πρώτα με τον Ιούλιο Καίσαρα και στη συνέχεια με τον αυτοαποκαλούμενο διάδοχό του Οκταβιανό, τον μετέπειτα αυτοκράτορα Αύγουστο.[32]

Μαρμάρινο κάθισμα από τη Μυτιλήνη που φέρει το όνομα του ευεργέτη Ποτάμωνα του Λεσβώνακτα – Εικόνα δημοσια διαθεσιμη.

3.3: Η Pax Romana (περίπου 30 π.Χ. έως 3ος αιώνας μ.Χ.)

Η περίοδος κατά την οποία οι πόλεις της Λέσβου λειτουργούσαν μέσα σε έναν πολυπολικό κόσμο έληξε απότομα με την ήττα του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας από τον Οκταβιανό στη Ναυμαχία του Ακτίου, στη δυτική Ελλάδα, το 31 π.Χ. Κατά τη διάρκεια της προηγούμενης ενάμισι χιλιετίας, η Λέσβος βρισκόταν σχεδόν πάντα σε μια ζώνη αναταραχής στην περιφέρεια μιας ή περισσότερων αυτοκρατορικών δυνάμεων. Αντίθετα, με την ίδρυση της αυτοκρατορίας, η Λέσβος βρισκόταν πλέον βαθιά μέσα σε ένα από τα ασφαλέστερα και πιο ειρηνικά μέρη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι πλησιέστερες περιοχές που βίωναν τακτικές πολεμικές συγκρούσεις με εξωτερικές δυνάμεις ήταν τα σύνορα με τη Δακία, πάνω από 500 χλμ. προς τα βόρεια, και τα σύνορα με την Παρθία, πάνω από 1.000 χλμ. στα ανατολικά. Με το τέλος του τελευταίου ρωμαϊκού εμφυλίου πολέμου το 31 π.Χ., οι κάτοικοι της Λέσβου δεν ταλαιπωρήθηκαν σοβαρά από πολεμικές συγκρούσεις ξανά μέχρι την άνοδο του Χαλιφάτου, των στόλων του και της αραβικής πειρατείας από τον 7οαιώνα μ.Χ. και ύστερα.

Μαζί με την ειρήνη και την ευημερία ήρθε και μια βαθιά αλλαγή στην πολιτική ζωή του νησιού. Για αιώνες, οι ελίτ της Λέσβου είχαν κινηθεί σε έναν πολυπολικό κόσμο ο οποίος, αν και δεν ήταν χωρίς κινδύνους, προσέφερε επίσης πολλές πολιτικές ευκαιρίες. Σε έναν κόσμο όπου συνυπήρχαν ανταγωνιστικές αυτοκρατορικές δυνάμεις, η πίστη και η συνεργασία των πόλεων της Λέσβου αποτελούσαν πολύτιμο αγαθό, και κατά συνέπεια οι πολιτικές ελίτ της Λέσβου είχαν πολλά να προσφέρουν σε αυτές τις αυτοκρατορικές δυνάμεις όταν διαπραγματεύονταν με αυτές. Μπορούσαν επίσης να παίζουν τις ανταγωνιστικές αυτές δυνάμεις τη μία εναντίον της άλλης. Με τον θρίαμβο του Αυγούστου αυτό έληξε: πλέον υπήρχε μόνο η Ρώμη και ο αυτοκράτοράς της. Η μετάβαση από έναν πολυπολικό σε έναν μονοπολικό κόσμο δεν έθεσε, ωστόσο, τέλος στην ιστορία της Λέσβου που διαμορφωνόταν πλέον από τον τρόπο με τον οποίο το νησί εντάσσεται στις μεταβαλλόμενες δυναμικές του κόσμου γύρω του. Ενώ προηγουμένως αυτές οι μεταβαλλόμενες δυναμικές δημιουργούνταν από τις αντιπαλότητες μεταξύ των αυτοκρατορικών δυνάμεων, τώρα προκύπταν από τις επαρχιακές δομές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και τον τρόπο με τον οποίο το ρωμαϊκό κράτος διοχέτευε την κίνηση μέσω της ανατολικής Μεσογείου για να εξυπηρετήσει τους ευρύτερους στόχους του.

Οι καρποί της Pax Romana - Το ρωμαϊκό υδραγωγείο στη Μόρια

Από τα τέλη του 2ου αιώνα π.Χ. έως το τέλος του 3ου αιώνα μ.Χ., η Λέσβος ανήκε στην επαρχία της Ασίας.[33] Οι ρωμαϊκές αρχές επέλεξαν μια σειρά πόλεων εντός της επαρχίας της Ασίας για να φιλοξενούν τα δικαστήρια, τα οποία ο επαρχιακός κυβερνήτης επισκεπτόταν σε ετήσια βάση. Με την πάροδο του χρόνου, οι πόλεις που φιλοξενούσαν αυτά τα δικαστήρια άρχισαν επίσης να ορίζουν μια περιφέρεια συνδεδεμένη με το δικαστήριο, γνωστή ως conventus στα λατινικά ή διοίκηση στα ελληνικά (από την οποία προέρχεται ο εκκλησιαστικός όρος diocese στα Αγγλικά). Πριν από τη δημιουργία της provincia insularum από τον Διοκλητιανό, περίπου το 293-297 μ.Χ., δεν υπήρχε ειδική επαρχία για τα νησιά του Αιγαίου. Οι επιλογές που έκανε το ρωμαϊκό κράτος σχετικά με τη θέση αυτών των νησιών μεταξύ των γύρω ηπειρωτικών επαρχιών μας δίνουν επομένως ενδιαφέρουσες πληροφορίες για το πώς αυτά εντάχθηκαν στην επαρχιακή δομή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Γίνεται εμφανές δε, πως αυτή η ένταξη συχνά έρχονταν σε σύγκρουση με τον πραγματικό περιφερειακό τους χαρακτήρα.

Για παράδειγμα, δύο από τα νησιά του βόρειου Αιγαίου, η Λήμνος και η Ίμβρος, δέθηκαν διοικητικά με τη Θράκη, παρόλο που γεωγραφικά ήταν πιο κοντά στην Ασία. Ομοίως, τα νησιά των Κυκλάδων σχημάτισαν τη δική τους περιφέρεια (conventus) και εντάχθηκαν στην Ασία, παρόλο που πολλά από αυτά, όπως η Κέα, βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής από την επαρχία της Αχαΐας (και την Αττική). Τα μεγαλύτερα νησιά στα ανοικτά των ακτών της Μικράς Ασίας εντάχθηκαν το καθένα σε ένα conventus της ηπειρωτικής χώρας, αν και όχι απαραίτητα σε αυτό που βρισκόταν πλησιέστερα σε αυτά. Ενώ λοιπόν η Σάμος και η Κως δέθηκαν με τα κέντρα που βρισκόταν πλησιέστερα σε αυτές (Μίλητος και Αλικαρνασσός αντίστοιχα), η Χίος εντάχθηκε στην Πέργαμο και όχι στη Σμύρνη, και η Ρόδος στα μη παράλια Αλάβανδα αντί για την παράκτια Αλικαρνασσό. Κατ’ εξαίρεση δε, οι πόλεις της Λέσβου μοιράστηκαν σε δύο διαφορετικές περιφέρειες: η Μυτιλήνη στην Πέργαμο και η Μήθυμνα με την Ερεσό στο Αδραμύττιο. Είτε αυτό επιβλήθηκε στους νησιώτες από τις ρωμαϊκές αρχές είτε προέκυψε μετά από προτροπή των ίδιων των νησιωτών, το αποτέλεσμα ήταν να χωριστεί το νησί στα δύο για διοικητικούς σκοπούς και να κατοχυρωθεί στην οργάνωση της επαρχίας της Ασίας η ιδέα ότι η Λέσβος δεν αποτελούσε ενιαία οντότητα.[34]

Τέλος, η θέση του νησιού σε πολυσύχναστες και πανάρχαιες θαλάσσιες ρότες το καθιστούσε φυσικό σταθμό για Ρωμαίους αξιωματούχους καθ’ οδόν προς την Ανατολή. Ως αποτέλεσμα, οι πόλεις της Λέσβου είχαν ευκαιρίες να αποταθούν σε σημαίνοντες Ρωμαίους προκειμένου να εξασφαλίσουν ευεργεσίες για τους πολίτες τους. Για παράδειγμα, το 18 μ.Χ. ο Γερμανικός, ένας επιτυχημένος στρατηγός και δημοφιλές μέλος της αυτοκρατορικής οικογένειας, βρισκόταν καθ’ οδόν προς τη Συρία με τη σύζυγό του Αγριππίνα την Πρεσβύτερη, η οποία ήταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, όταν σταμάτησαν στη Μυτιλήνη οπού εκείνη γέννησε τη Ιουλία Λιβίλλα.[35] Οι Μυτιληναίοι, άδραξαν την ευκαιρία να συνδεθούν με αυτή την ευτυχισμένη στιγμή της αυτοκρατορικής οικογένειας, έστησαν αφιερωτικές επιγραφές και εξέδωσαν νομίσματα στα οποία ταύτισαν την Αγριππίνα με τη Θέα Αιολίδα Καρπόφορο. Με αυτό τον τρόπο δε, παρέπεμπαν και σε ένα ποίημα του Αλκαίου, το οποίο αναφέρεται στην Ήρα που λατρευόταν στο κοινό ιερό των Μέσσων ως η Αιολική Θεά, στην οποία οι Λέσβιοι απέδιδαν το επίθετο «πάντων γενέθλαν».[36] Αυτή η ταύτιση της Αγριππίνας με τη Θεά Αιολίδα Καρπόφορο λειτουργεί συνεπώς σε πολλαπλά επίπεδα. Παραπέμπει στην εκπληκτική γονιμότητα της Αγριππίνας ως μητέρας (η Ιουλία Λιβίλλα ήταν το έκτο της παιδί), τονίζει την αιολική καταγωγή της Μυτιλήνης, επικαλείται την ποίηση ενός από τους πιο διάσημους γόνους της Μυτιλήνης και συγκρίνει τη (αναμενόμενη) φροντίδα της Αγριππίνας για την πόλη μέσω των ευεργεσιών της με τον γενετήσιο ρόλο της Ήρας ως Θέας Αιολίδας Καρπόφορου στην κοινή αρχαία λατρεία των Λεσβίων.[37]

Νόμισμα από τη Μυτιλήνη της Αγριππίνας, συζύγου του Γερμανικού, ως Αιολικής θεάς - RPC I, 2347: ΘΕΑΝ ΑΙΟΛΙΝ ΑΓΡΙΠΠΙΝΑΝ, ΜΥΤΙ
Νόμισμα της Μυτίληνης με την εικόνα της Ιουλίας Λιβίλλας, κόρης της Αγριππίνας - RPC I, 2348 ΙΟΥΛΙΑΝ ΝΕΑΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ, ΜΥΤΙ
  1. Εσωτερική δυναμική

Παράλληλα και σε διάλογο με αυτή την ιστορία της σχέσης ανάμεσα στις πόλεις της Λέσβου και τις εξωτερικές δυνάμεις βρίσκεται η εξελισσόμενη εσωτερική δυναμική του νησιού κατά την αρχαιότητα. Ίσως επειδή τα νησιά είναι εύκολο να οριοθετηθούν εννοιολογικά – τελειώνουν εκεί όπου αρχίζει η θάλασσα – είναι δελεαστικό να τα θεωρούμε ως φυσικές ενότητες των οποίων οι κάτοικοι αισθάνονται αλληλεγγύη μεταξύ τους απλώς και μόνο επειδή ζουν μαζί σε αυτά. Στην πραγματικότητα, όμως, τα νησιά, και ειδικά τα μεγάλα νησιά όπως η Λέσβος, δεν αποτελούν φυσικές ενότητες περισσότερο από ό,τι οποιοδήποτε έδαφος στην ηπειρωτική χώρα, και το γεγονός της συγκατοίκησης σε ένα νησί είναι εξίσου πιθανό να εμπνεύσει τόσο ανταγωνισμό όσο και συνεργασία. Ως αποτέλεσμα, η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι πόλεις της Λέσβου θεωρούσαν ταυτόχρονα η μία την άλλη ως αντιπάλους και συμπατριώτες αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση της πολιτικής στο νησί.

Οι σκληρές πραγματικότητες της πολιτικής στη Λέσβο αποκαλύπτονται από την πολιτική ενοποίηση που έλαβε χώρα στο νησί μεταξύ του 7ου και του 2ου αιώνα π.Χ. Η Λέσβος είχε αρχικά έξι πόλεις: τη Μυτιλήνη, τη Μήθυμνα, την Ερεσό, την Άντισσα, την Πύρρα και την Αρίσβη. Ο Ηρόδοτος μας λέει ότι κάποια στιγμή τον 6ο αιώνα, οι Μηθυμναίοι υποδούλωσαν τους όμαιμους τους στην Αρίσβη.[38] Η κυριολεκτική έννοια του όρου όμαιμος είναι «με κοινό αίμα» και ως εκ τούτου χρησιμοποιείται επίσης για να αναφερθεί σε αδέλφια. Ο Ηρόδοτος σίγουρα χρησιμοποιεί τον όρο σκόπιμα εδώ: οι Μηθυμναίοι δεν υποδούλωσαν απλώς μια οποιαδήποτε πόλη, υποδούλωσαν το ίδιο τους το αίμα. Σε κάποιο άγνωστο σημείο του 3ου αιώνα και υπό αβέβαιες συνθήκες, η Πύρρα στον Κόλπο της Καλλονής ενσωματώθηκε στα εδάφη της Μυτιλήνης.[39] Αρκετές δεκαετίες αργότερα, το 167, η Μήθυμνα επωφελήθηκε από την ατυχία της Άντισσας, όταν οι Ρωμαίοι την τιμώρησαν εκχωρώντας το έδαφος και μεταφέροντας τον πληθυσμό της στη Μήθυμνα.[40] Τέλος, αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι το 428 η Μυτιλήνη προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να εδραιώσει τον έλεγχό της σε ολόκληρο το νησί. Η Μήθυμνα αντιτάχθηκε σθεναρά σε αυτό και πρόδωσε το σχέδιο στους Αθηναίους πριν οι Μυτιληναίοι μπορέσουν να εξεγερθούν κατά της Αθηναϊκής ηγεμονίας. Δεν γνωρίζουμε πώς ένιωθαν η Άντισσα, η Ερεσός και η Πύρρα για τα σχέδια της Μυτιλήνης, και δεν είναι σαφές αν θα είχαν μεγάλη επιρροή, δεδομένου του πόσο πιο ισχυρή ήταν η Μυτιλήνη από αυτές· ο Θουκυδίδης, πάντως, αναφέρει ότι η προσπάθεια της Μυτιλήνης να ενοποιήσει το νησί έγινε με τη βία.[41] Είναι σαφές ότι οι πόλεις της Λέσβου δεν ένιωθαν «φυσική» αλληλεγγύη μεταξύ τους μόνο και μόνο λόγω της κοινής νησιωτικής γεωγραφίας τους: όταν έβρισκαν ευκαιρίες να βελτιώσουν τη θέση τους σε βάρος των γειτόνων τους, τις άρπαζαν.

Μια σημαντική συνέπεια αυτής της διαδικασίας πολιτικής ενοποίησης είναι ότι οι πόλεις της Λέσβου κατέληξαν να κατέχουν εδάφη ασυνήθιστα εκτεταμένα για ελληνικές πόλεις. Το Copenhagen Polis Centre, το οποίο κατέγραψε όλες τις πόλεις της Αρχαϊκής και της Κλασικής περιόδου, υπολόγισε το μέγεθος των εδαφών για 635 από τις 1.014 πόλεις του καταλόγου του. Από αυτό κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι περίπου το 60% των πόλεων είχε έδαφος έως 100 km² και το 80% των πόλεων είχε έδαφος έως 200 km².[42] Η Αρίσβη και η Πύρρα είχαν πιθανώς μικρότερα εδάφη, πιο κοντά στον μέσο όρο των πόλεων των 25-200 km² . Ωστόσο, τα εδάφη της Άντισσας και της Ερεσού ήταν πιθανώς περίπου 250 km2, το δε έδαφος της Μήθυμνας πιθανώς αυξήθηκε από 200 σε 300 km²  με την ενσωμάτωση της Αρίσβης και στη συνέχεια σε 550 km²  με την Άντισσα, ενώ το έδαφος της Μυτιλήνης θα είχε αυξηθεί από 650 σε 750 km²  με την ενσωμάτωση της Πύρρας. Δεδομένου ότι δεν έχουμε ακριβή εικόνα των εδαφικών συνόρων στη Λέσβο, οι αριθμοί αυτοί είναι αναγκαστικά πρόχειρες εκτιμήσεις. Ωστόσο, παρέχουν μια αίσθηση της κλίμακας και υπογραμμίζουν δύο αρκετά διαφορετικά ζητήματα. Πρώτον, ακόμη και οι μικρότερες πόλεις της Λέσβου, όπως η Άντισσα και ο Ερεσός, είχαν συνήθως εδάφη μεγαλύτερα από τη μέση ελληνική πόλη. Δεύτερον, η διαφορά στο μέγεθος των εδαφών μεταξύ των μικρότερων και των μεγαλύτερων πόλεων της Λέσβου ήταν, παρ’ όλα αυτά, μεγάλη.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτή η διαφορά του μεγέθους των εδαφών των πόλεων του νησιού συμπίπτει επίσης με την διαφορά ποιότητας των εδαφών των πόλεων του νησιού. Το έδαφος της Μυτιλήνης ήταν τόσο το μεγαλύτερο όσο και το ευφορότερο, ακριβώς όπως το έδαφος της Ερεσού ήταν τόσο το μικρότερο όσο και το φτωχότερο. Σε όλες τις περιόδους της ιστορίας του νησιού, το ανατολικό μισό του νησιού ήταν πιο παραγωγικό από γεωργική άποψη και διέθετε περισσότερους πόρους από το δυτικό μισό, ενώ εντός του ανατολικού μισού το νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού είναι το ευφορότερο. Έτσι, το ασυνήθιστα μεγάλο έδαφος της Μυτιλήνης στο νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού περιλάμβανε ένα δυσανάλογα μεγάλο μέρος του πιο ελκυστικού εδάφους του νησιού. Εκτός από εύφορη γεωργική γη, αυτή η επικράτεια ήταν επίσης πλούσια σε πολύτιμους πόρους, όπως ξυλεία από τα δάση του Όρους Ολύμπου και μάρμαρο από τα λατομεία της Μόριας. Η επικράτεια δε έλεγχε επίσης ολόκληρο τον Κόλπο της Γέρας και το μισό του Κόλπου της Καλλονής, ενώ το διπλό λιμάνι της Μυτιλήνης ήταν ένα από τα καλύτερα λιμάνια του νησιού.

Η γεωγραφία, η γεωλογία και η γονιμότητα του εδάφους ως γεωπολιτικοί παράγοντες. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, μια διαφορά σε σχέση με την Αρχαιότητα: η ελιά δεν αποτελεί παράγοντα πριν από τον 16ο αιώνα. Χάρτης του νησιού της Λέσβου από τον R. Koldewey, στο έργο Die antiken Baureste der Insel Lesbos — Βερολίνο, 1890.

Σαν να μην έφταναν τα πλεονεκτήματα της επικράτειας της Μυτιλήνης στη Λέσβο, η πόλη αυτή έλεγχε επίσης εδάφη στην ηπειρωτική χώρα μέσω της εκτεταμένης περαίας της («η γη απέναντι»). Από τον 7ο αιώνα έως το 427 π.Χ., η λεγόμενη περαία των Μυτιληναίων αποτελούταν από ένα μωσαϊκό ασυνεχών εδαφών κατά μήκος της ακτής της Μικράς Ασίας, που εκτεινόταν από την περιοχή ακριβώς νότια του Τσανάκαλε, στην εκβολή του Ελλησπόντου, έως την περιοχή γύρω από το Αϊβαλί, απέναντι από την ίδια τη Μυτιλήνη.[43] Αυτό πιθανώς αντιστοιχούσε σε τουλάχιστον άλλα 500 km² εδάφους. Η Αθήνα αφαίρεσε από τη Μυτιλήνη την περαία της μετά το τέλος της Μυτιληναϊκής εξέγερσης το 427, αλλά μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ. η πόλη είχε επανακτήσει ηπειρωτικά εδάφη, αυτή τη φορά νότια της αρχικής της περαίας, στην περιοχή μεταξύ του Αϊβαλιού και του Δικελί.[44] Αυτό το έδαφος ήταν γνωστό στον φίλο και μαθητή του Αριστοτέλη, Θεόφραστο τον Ερεσέα, ως «η ακτή των Μυτιληναίων», είχε πιθανώς έκταση 200-250 km² και φαίνεται να παρέμεινε υπό τον έλεγχο της Μυτιλήνης μέχρι βαθιά στην αυτοκρατορική περίοδο.[45]

Η βόρεια Λέσβος και το όρος Λεπέτυμνος, όπως φαίνονται από το ναό της Αθηνάς στην Άσσο της Μικράς Ασίας. Η Μήθυμνα, που βρίσκεται άκρα δεξιά της εικόνας, δεν ανέπτυξε ποτέ περαία στην περιοχή αυτή, παρά την εγγύτητα. Η Μυτιλήνη, από την άλλη πλευρά, το έκανε στα εδάφη που βρίσκονται άκρα αριστερά της εικόνας.
Η Μυτιληναική Περαία διακρίνεται στο βάθος, πίσω από το μεσαιωνικό φρούριο
Το Αϊβαλί, βορειοανατολικά της Μυτιλήνης, αποτελούσε το βόρειο όριο της Περαίας των Μυτιλιναίων.
Η Περαία της Μυτιλήνης στην Τρωάδα και τη Βόρεια Αιολίδα πριν από το 427 π.Χ. Οι τοποθεσίες που εμφανίζονται με έντονα γράμματα και υπογραμμισμένες ανήκαν είτε σίγουρα είτε πιθανώς στην Περαία. Χάρτης του Aneurin Ellis-Evans
Το εμπορικό δίκτυο της Μυτιλήνης στην ηπειρωτική χώρα απέναντι της. Χάρτης του Aneurin Ellis-Evans

Αυτά τα δομικά πλεονεκτήματα όχι μόνο έκαναν τη Μυτιλήνη πλουσιότερη και ισχυρότερη από τις άλλες πόλεις της Λέσβου, αλλά την οδήγησαν στο να βιώσει με εντελώς διαφορετικό τρόπο την ιδιότητά της ως πόλης της Λέσβου. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην περίπτωση των περαίων: η Μυτιλήνη έλεγχε σημαντική έκταση στην ηπειρωτική χώρα, κάτι που δεν ίσχυε για τις άλλες πόλεις της Λέσβου. Κατά συνέπεια, ο έλεγχος αυτού του εδάφους διαδραμάτισε ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας της πόλης αντίστοιχο του οποίου δε βρίσκουμε στην ιστορία των άλλων πόλεων του νησιού. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή αποτύπωση αυτού παρέχεται από την πρακτική στη Λέσβο κατά την Αρχαϊκή περίοδο της ανέγερσης αμυντικών κατασκευών και λατρευτικών χώρων στα όρια του εδάφους των πόλεων κρατών, με διακοσμητική πολυγωνική λεσβιακή τοιχοποιία. Όλες οι πόλεις της Λέσβου ασκούσαν αυτή την πρακτική, εκτός, όπως φαίνεται, από τη Μυτιλήνη.[46] Ωστόσο, στο φρούριο του Αχιλλείου που βρίσκεται στην Τρωάδα, σε μικρή απόσταση από τις εκβολές του Ελλησπόντου, συναντάμε την ίδια διακοσμητική πολυγωνική τοιχοποιία της Λέσβου κατά την περίοδο του μυτιληναϊκού ελέγχου του φρουρίου τον 6ο αιώνα.[47] Αυτή είναι δε η ίδια περιοχή όπου ο Αλκαίος μας λέει ότι λάμβαναν χώρα συνεχείς μάχες στις αρχές του 6ου αιώνα μεταξύ των Μυτιληναίων και των Αθηναίων στο κοντινό Σίγειον, υπογραμμίζοντας έτσι τη συμβολική σημασία αυτής της γης για την ελίτ της Μυτιλήνης.[48] Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι η Μυτιλήνη δεν παρέλειπε να συμμετέχει σε μια πολιτιστική πρακτική που ίσχυε σε ολόκληρη τη Λέσβο, απλώς το έκανε στην περιοχή που είχε σημασία για τη ίδια. Απλά η περιοχή αυτή δεν βρισκόταν στη Λέσβο αλλά στην περαία της.

Σχέδιο του πολυγωνικού τείχους στην Αποθήκη στον Κόλπο της Καλλονής, του R. Koldewey, στο Die antiken Baureste der Insel Lesbos — Βερολίνο, 1890.
Σχέδιο του πολυγωνικού τείχους στο Ξεροκάστρο/Αρίσβη στον Κόλπο της Καλλονής, του R. Koldewey, στο Die antiken Baureste der Insel Lesbos — Βερολίνο, 1890.

Αν και δεν έχουμε πρόσβαση σε κάτι που να μοιάζει έστω και κατά προσέγγιση με έναν «ισολογισμό» των οικονομικών της Μυτιλήνης, η ιστορία της νομισματικής της μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο δείκτη για την κλίμακα των πόρων της. Για παράδειγμα, από τα τέλη του 6ου αιώνα έως το τρίτο τέταρτο του 4ου αιώνα, η Μυτιλήνη έκοβε νομίσματα από ήλεκτρο (κράμα χρυσού και αργύρου) σε συνεργασία με την ιωνική πόλη της Φώκαιας, στην απέναντι ακτή.[49] Η συμφωνία μεταξύ των δύο πόλεων, που σώζεται σε μια επιγραφή από τα τέλη του 5ου αιώνα, προέβλεπε ότι οι πόλεις θα έκοβαν αυτά τα νομίσματα εναλλάξ κάθε δεύτερο έτος.[50] Η πιο εύλογη εξήγηση που έχει δοθεί μέχρι στιγμής για αυτή τη μακροχρόνια και εξαιρετικά ασυνήθιστη ρύθμιση είναι ότι οι δύο πόλεις παρήγαγαν νομίσματα τα οποία στη συνέχεια πωλούσαν σε τρίτους για χρήση σε εμπορικές συναλλαγές υψηλής αξίας.[51] Δεδομένου ότι η Μυτιλήνη δεν έλεγχε ορυχεία χρυσού και αργύρου, το μέταλλο για αυτό το νόμισμα θα είχε αγοραστεί στην ελεύθερη αγορά: θα ήταν επομένως αδιανόητο για οποιαδήποτε άλλη πόλη της Λέσβου να συγκεντρώσει τους απαραίτητους πόρους για να δημιουργήσει ένα τέτοιο σχέδιο προσπόρισης προσόδων. Για την ελληνιστική περίοδο, η κλίμακα της παραγωγής τετραδράχμων τύπου Αλεξάνδρου από τη Μυτιλήνη κατά τον 3ο και 2ο αιώνα, σε σύγκριση με εκείνη της Μήθυμνας, αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα της εντελώς διαφορετικής κλίμακας των πόρων της πόλης σε σχέση με τους γείτονες της.[52]

Ένα νόμισμα της Μυτιλήνης από ήλεκτρο (κράμα από χρυσό και ασήμι) - Πηγή εικόνας: © The Trustees of the British Museum. Άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-ShareAlike 4.0 International (CC BY-NC- SA 4.0).

Ο εξαιρετικός πλούτος και η δύναμη της Μυτιλήνης της έδωσαν επίσης μια ποιοτικά διαφορετική εμπειρία αλληλεπίδρασης με τον κόσμο πέρα από τη Λέσβο. Όταν ήταν μέλος της Αθηναϊκής Ηγεμονίας τον 5ο αιώνα, ήταν μία από τις τρεις μόνο πόλεις, μαζί με τη Σάμο και τη Χίο, που διατήρησαν το καθεστώς του συμμάχου που συνεισέφερε πλοία αντί να πληρώνει φόρο.[53] Όταν, όπως οι Σάμιοι πριν από αυτούς το 440/39, οι Μυτιληναίοι το 428/7 αποφάσισαν ότι έπρεπε να απελευθερωθούν από την Αθηναϊκή κυριαρχία, τους φαινόταν εφικτό να ενώσουν όλη τη Λέσβο υπό την εξουσία τους και στη συνέχεια να αντέξουν τα αναπόφευκτα αντίποινα από την Αθήνα. Η Μυτιλήνη χάραξε παρόμοια πορεία και κατά την ελληνιστική περίοδο: ανήκε στον αποκλειστικό κύκλο πόλεων όπως το Βυζάντιο, η Ρόδος και η Χίος, οι οποίες παρέμειναν ανεξάρτητες από τα ελληνιστικά βασίλεια για μεγάλο μέρος αυτής της περιόδου, και δεν υποτάχθηκε ποτέ σε εξωτερική δύναμη μέχρι το τέλος της ρωμαϊκής πολιορκίας της Μυτιλήνης το 80 π.Χ.[54]

Δεδομένου του πόσο πλουσιότερη και ισχυρότερη ήταν η Μυτιλήνη σε σχέση με την υπόλοιπη Λέσβο και του γεγονότος ότι, τουλάχιστον για ένα διάστημα το 428/7 π.Χ., είχε σαφώς την πρόθεση να κυριαρχήσει σε ολόκληρο το νησί, είναι αξιοσημείωτο ότι η Λέσβος παρέμεινε, παρ’ όλα αυτά, ένα νησί με πολλές πόλεις καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας. Αν και πολλοί παράγοντες συνέβαλαν αναμφίβολα σε αυτό το αποτέλεσμα, το μέγεθος και η γεωγραφία του νησιού αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικούς παράγοντες. Όσον αφορά το μέγεθος, η Λέσβος είναι το όγδοο μεγαλύτερο νησί της Μεσογείου με έκταση 1.630 km² και βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ πολύ μεγαλύτερων νησιών όπως η Κύπρος (τρίτο μεγαλύτερο, 9.251 km²) και η Κρήτη (πέμπτο μεγαλύτερο, 8.312 km2), τα οποία παρά είναι μεγάλα για να ελέγχονται από μία μόνο κοινότητα, και νησιά όπως η Ρόδος (το ένατο μεγαλύτερο, 1.398 km²) και η Χίος (το δέκατο μεγαλύτερο, 842 km²), τα οποία μπορούν πράγματι να ενοποιηθούν υπό την κυριαρχία μίας μόνο πόλης. Όσον αφορά τη γεωγραφία, η εκτεταμένη ακτογραμμή του νησιού καθιστά τον περίπλου αργό, ενώ το ορεινό εσωτερικό του και οι μεγάλοι εσωτερικοί κόλποι καθιστούν τα χερσαία ταξίδια εντός του νησιού ακόμη πιο αργά. Αυτοί οι παράγοντες συνωμοτούν για την αποκέντρωση τόσο της πολιτικής εξουσίας όσο και της οικονομικής παραγωγής στο νησί, όπως μπορούμε να δούμε πολύ καθαρά στη νεότερη ιστορία του νησιού. Δεν υπάρχει προφανές μέρος για την οικοδόμηση μιας συνοικισμένης πρωτεύουσας όπως στη Ρόδο, και οι πόροι του νησιού συνήθως αξιοποιούνται πιο αποτελεσματικά στην πηγή τους παρά μέσω της συγκέντρωσης της παραγωγής σε ένα μέρος και της από εκεί διανομής της. Ως αποτέλεσμα, παράλληλα με τον καλά τεκμηριωμένο και συχνά αδυσώπητο ανταγωνισμό μεταξύ των πόλεων στην αρχαιότητα, υπήρχε επίσης μια συνηθισμένη τάση προς τη συνεργασία.

Αυτή η παράδοξη δυναμική ανταγωνισμού και συνεργασίας είναι ιδιαίτερα εμφανής στην ιστορία του ιερού του Μέσσου και του σχετικού κοινού των Λεσβίων.[55] Από την ποίηση του Αλκαίου μαθαίνουμε ότι ήδη γύρω στο 600 π.Χ. υπήρχε ένα ιερό στην κορυφή του Κόλπου της Καλλονής, όπου όλοι οι Λέσβιοι συγκεντρώνονταν για να λατρεύουν μαζί, αλλά και για να συναγωνιστούν σε εκδηλώσεις όπως οι διαγωνισμοί ομορφιάς των «Καλλιστείων».[56] Αυτό το κοινό ιερό λειτουργούσε επίσης ως «τρίτος χώρος» στο νησί, όπου εξόριστοι όπως ο Αλκαίος μπορούσαν να παραμείνουν ενώ περίμεναν την ευκαιρία να επιστρέψουν στην κοινότητά τους.[57] Αρκετούς αιώνες αργότερα, περίπουτο 340-320, χτίστηκε ένας νέος ναός στο ιερό, ένα έργο που προϋποθέτει αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των πόλεων.[58] Σε μια εποχή σημαντικού γεωπολιτικού κινδύνου, περίπου το 200, οι πόλεις της Λέσβου ανασύστησαν το κοινό με αρμοδιότητες που ξεπερνούσαν την απλή διοργάνωση του φεστιβάλ στο Μέσσο. Οι όροι της συμφωνίας που κατέληξαν εστιάζονται τόσο στην εκτόνωση των εντάσεων μεταξύ των πόλεων όσο και στη συνεργασία για την αμοιβαία άμυνα.[59] Όποια αίσθηση νησιωτικής αλληλεγγύης και αν διαμόρφωσε το ανασυσταθέν κοινό, είχε σαφώς τα όριά της, δεδομένου ότι το 167 η Μήθυμνα επωφελήθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη από την καταστροφή μιας άλλης πόλης-μέλους, της Άντισσας. Όταν το κοινό επανεμφανίζεται στα τεκμήριά μας κατά την αυτοκρατορική περίοδο, δεν είναι καθόλου σαφές ότι εξακολουθούσε να διοικείται συλλογικά από πολλές πόλεις. Αντίθετα φαίνεται πλέον να κυριαρχείται από τη Μυτιλήνη.[60] Στην ιστορία του κοινού της Λέσβου, όπως και στην ιστορία της ίδιας της Λέσβου, τόσο η συνεργασία όσο και ο ανταγωνισμός ήταν πάντα πιθανά. Το ποιο από τα δύο επικράτησε σε μια συγκεκριμένη στιγμή εξηγείται καλύτερα από το ιστορικό πλαίσιο παρά από γεωγραφικά ντετερμινιστικά επιχειρήματα στη βάση των οποίων τα νησιά πρέπει είναι «φυσικά» ενωμένα.

Σχέδιο των ερειπίων του ναού του Μέσσου, στον Κόλπο της Καλλονής, του R. Koldewey στο έργο Die antiken Baureste der Insel Lesbos — Βερολίνο, 1890.
  1. Νησιωτικές ταυτότητες

Οποιαδήποτε μελέτη της νησιωτικής ταυτότητας της Λέσβου καταλήγει γρήγορα σε μια σειρά παράδοξων και αντιφατικών ίσως αναγνώσεων του τι τελικά μπορεί να είναι αυτή η ταυτότητα, ή ταυτότητες. Οι Λέσβιοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους μετανάστες από την Ελλάδα, αλλά οι ρίζες τους βρίσκονταν τόσο στην Ανατολία όσο και στην Ελλάδα, και ο πολιτισμός τους ήταν διαποτισμένος από ανατολικές επιρροές, τις οποίες με την πάροδο του χρόνου έπαψαν να αντιλαμβάνονται. Ως προς την καταγωγή τους, οι Λέσβιοι ήταν μέρος της Αιολικής μετανάστευσης, και όμως εμφανίζονται περίεργα επιλεκτικοί ως προς το πότε τόνιζαν αυτή την πτυχή της ταυτότητάς τους. Συχνά δε, προτιμούσαν να θεωρούν εαυτούς Λέσβιους παρά Αιολείς. Ακόμη και όταν πρόκειται για πτυχές της κουλτούρας του νησιού που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως αδιαμφισβήτητα «λεσβιακές», εντός της Λέσβου αυτά τα ζητήματα αποτελούσαν πηγή τόσο διαφωνίας όσο και αλληλεγγύης, και η αντίληψη που δείχνει να επικρατεί εντός του νησιού συχνά έρχεται σε αντίθεση με τις εξωτερικές προσλήψεις.

Οι αφηγήσεις των Λεσβίων σχετικά με την καταγωγή του πληθυσμού τους υποθέτουν ότι προέρχονταν από την κεντρική Ελλάδα και δεν αναγνωρίζουν καμία ανατολική επιρροή ή καταγωγή. Στην πραγματικότητα, όμως, ο πληθυσμός και ο πολιτισμός του νησιού φαίνεται να αποτελούσαν ένα μείγμα και των δύο. Το όνομα Λέσβος καταγράφεται ήδη ως Lazpa στα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ., ενώ το όνομα Μυτιλήνη έχει ερμηνευθεί ετυμολογικά ως «ο τόπος που κατέχει ο Muwatalliš», αναφερόμενο έτσι σε έναν Χετταίο βασιλιά, πιθανότατα τον Muwatalliš II στις αρχές του 13ου αιώνα.[61] Η επιβίωση αυτών των ονομάτων υποδηλώνει μια ορισμένη συνέχεια στον πληθυσμό κατά τη μετάβαση από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, όπως ακριβώς στην Απάσα/Έφεσο και τη Μιλλαβάντα/Μίλητο. Η υπόθεση ότι υπήρχε εκτεταμένη αλληλεπίδραση μεταξύ των ελληνικών και των ανατολικών πληθυσμών στη Λέσβο και ένας υψηλός βαθμός συνέχειας από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού επιβεβαιώνεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα αυτής της περιόδου.[62] Γλωσσολογικά δε, η λεσβιακή διάλεκτος της αιολικής φαίνεται να περιέχει μια σειρά από στοιχεία που ίσως προέρχονται από τη λουβική και υποδηλώνουν στενή αλληλεπίδραση μεταξύ των πληθυσμών της Λέσβου και της Ανατολίας κατά την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. Ωστόσο, με την κατάρρευση του βασιλείου της Λυδίας στα μέσα του 6ου αιώνα, η αναγνώριση από τους νησιώτες των πολλών ανατολικής προέλευσης στοιχείων του πολιτισμού της Λέσβου φαίνεται να φθίνει. Η Σαπφώ και ο Αλκαίος μπορεί έτσι να ανήκαν σε μία από τις τελευταίες γενιές Λεσβίων που είχαν κάποια επίγνωση ότι η κουλτούρα του νησιού είχε διαμορφωθεί από την αλληλεπίδραση με ομιλητές ανατολικών γλωσσών.[63]

Ο ναός της Αθηνάς στην Άσσο. Η έδρα του Αιολικού Κοινού βρισκόταν στην Άσσο, σε απόσταση αναπνοής από τις ακτές της Μικράς Ασίας. Ωστόσο, οι αιολικές πόλεις της Λέσβου δεν συμμετείχαν στις δράσεις του τακτικά.

Ενώ οι Λέσβιοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους μέρος της αιολικής μετανάστευσης, ήταν εντυπωσιακά επιλεκτικοί στην αποδοχή της αιολικής τους ταυτότητας.[64] Έτσι, ενώ αναγνώριζαν τη μυθολογική συγγένειά τους με τις αιολικές πόλεις όταν αυτό ήταν πολιτικά συμφέρον, είναι αξιοσημείωτο ότι δεν συμμετείχαν ούτε στην αιολική λατρεία στο Γρύνιο, στην ακτή απέναντι από τη Μυτιλήνη, ούτε στο αιολικό κοινό που είχε την έδρα του στην Άσσο, απέναντι από τη Μήθυμνα, κατά το τρίτο τέταρτο του 4ου αιώνα π.Χ. Προτιμούσαν αντ’ αυτού να επικεντρωθούν στο λεσβιακό κοινό. Η μόνη σημαντική εξαίρεση σε αυτό είναι η ξαφνική αύξηση του ενδιαφέροντος της Μυτιλήνης για την αιολική της ταυτότητα κατά το πρώτο μισό του 1ου αιώνα μ.Χ.[65] Αυτό το νεόκοπο ενδιαφέρον εκδηλώθηκε με διάφορους τρόπους. Από τη μία έχουμε συνεπώς τον εξέχοντα Μυτιληναίο ευεργέτη, τον Ποτάμωνα, γιο του Λεσβόνακτος, ο οποίος ισχυριζόταν ότι καταγόταν από τον Πένθιλο, τον «βασιλιά των Αιολέων». Από την άλλη, οι Μυτιληναίοι αριστοκράτες έκαναν αφιερώματα ταυτίζοντας την Αγριππίνα την Πρεσβύτερη και την Νεότερη με τη «Θέα Αιολίδα Καρποφόρο». Τέλος, η ίδια η Μυτιλήνη αξιώνει για μια περίοδο ότι ήταν η ίδια στην πραγματικότητα η μητρόπολη των Αιολέων. Αυτό το διακριτό ιστορικό φαινόμενο, το οποίο διήρκεσε μόλις δύο ή τρεις γενιές, φαίνεται να έχει τις ρίζες του σε μια σφοδρή εδαφική διαμάχη για τις περαίες της Μυτιλήνης στην Αιολίδα τον 1ο αιώνα π.Χ. Μόλις αυτές οι συγκεκριμένες συνθήκες παρήλθαν, το ενδιαφέρον των Μυτιληναίων να παρουσιάζουν εαυτούς ως Αιολείς μειώθηκε αντίστοιχα.

Τα παράδοξα της νησιωτικής ταυτότητας της Λέσβου αποτυπώνονται με ακρίβεια στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνταν ο συλλογικός όρος «Λέσβιος». Σύμφωνα με τα στοιχεία μας, ο όρος χρησιμοποιείται πολύ πιο συχνά από άτομα εκτός της Λέσβου που αναφέρονται στους νησιώτες παρά από τους ίδιους τους νησιώτες. Αυτή η απόκλιση πηγάζει από το γεγονός ότι οι ξένοι ήταν συχνά είτε αδιάφοροι ή είχαν απλά άγνοια ως προς τις διαφορές μεταξύ των πόλεων της Λέσβου, και έτσι απλώς αναφέρονταν σε όλους τους κατοίκους του νησιού γενικά ως «Λέσβιους», ακόμη και όταν μιλούσαν για μια συγκεκριμένη πόλη.[66] Αντίθετα, όταν οι ίδιοι οι Λέσβιοι χρησιμοποιούσαν τον όρο «Λέσβιος», αυτό συνέβαινε συχνά στο πλαίσιο μιας μεμονωμένης πόλης που οικειοποιούνταν αυτή τη συλλογική ταυτότητα για τον εαυτό της, παρά για να εκφράσει μια κοινή ταυτότητα. Για παράδειγμα, τον 5ο αιώνα π.Χ. η Μυτιλήνη παρήγαγε παράλληλα νομίσματα από ήλεκτρο και μπιλόν, τα οποία μερικές φορές έφεραν την επιγραφή ΛΕ ή ΛΕΣ για «Λέσβος».[67] Έτσι, αν και μερικά από αυτά τα νομίσματα δίνουν την εντύπωση πως παρήχθησαν από τους Λέσβιους στο σύνολό τους, στην πραγματικότητα κόπηκαν μόνο στη Μυτιλήνη, η προθυμία δε της πόλης τούτης να τοποθετήσει αυτόν τον συλλογικό εθνοτικό προσδιορισμό στα νομίσματά της υποδηλώνει μια αίσθηση κυριότητας επί αυτής της συλλογικής ταυτότητας. Κάτι τέτοιο συνάδει βέβαια και με την προσπάθεια της Μυτιλήνης να κυριαρχήσει σε ολόκληρο το νησί, προσπάθεια η οποία κορυφώθηκε το 428. Κάτι παρόμοιο μπορεί να συνέβη με το λεσβιακό κοινόν κατά την αυτοκρατορική περίοδο, το οποίο, όταν επανεμφανίζεται στα τεκμήριά μας τον 1ο και 2ο αιώνα μ.Χ., συνδέεται αποκλειστικά με τη Μυτιλήνη, παρά το όνομά του.

Νόμισμα της Μυτιλήνης από ηλεκτρον, του 5ου αιώνα π.Χ., με την επιγραφή ΛΕ για «Λέσβος» - Πηγή εικόνας: © The Trustees of the British Museum. Κοινοποιείται υπό την άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-ShareAlike 4.0 International (CC BY-NC-SA 4.0).

Ο ανταγωνισμός για την πολιτιστική κληρονομιά του νησιού ένωσε τις πόλεις της Λέσβου και δημιούργησε μια κοινή εμπειρία νησιωτικής ταυτότητας. Για παράδειγμα, η Λέσβος στο σύνολό της ήταν διεθνώς γνωστή για τους ποιητές και τους ραψωδούς της.[68] Ως αποτέλεσμα, εντός της Λέσβου αυτό έγινε πεδίο τοπικού ανταγωνισμού, με κάθε πόλη να επιδιώκει να ξεπεράσει τους αντιπάλους της στο κύρος των ποιητών και των τραγουδιστών της. Κατά την ελληνιστική περίοδο, η Άντισσα έβαλε τον Τέρπανδρο στα νομίσματά της, ενώ η γειτονική Μήθυμνα απεικόνιζε τον Αρίωνα, τον εφευρέτη του διθυράμβου, να τραγουδάει με όλη του την καρδιά πάνω σε ένα δελφίνι. Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι η Σαπφώ: οι μαρτυρίες της αρχαιότητας διίστανται ως προς το αν καταγόταν από την Ερεσό ή τη Μυτιλήνη, με αποτέλεσμα κατά την αυτοκρατορική περίοδο και οι δύο πόλεις να την διεκδικούν στα νομίσματά τους.[69] Ομοίως, αφού η Μήθυμνα ενσωμάτωσε την Άντισσα το 167 π.Χ., άρχισε επίσης να διεκδικεί τον Τέρπανδρο ως δικό της ποιητή και όχι της Άντισσας.[70] Κατά την ελληνιστική περίοδο, ο Σκάμων ο Μυτιληναίος έγραψε ένα έργο με τίτλο Περί εφευρέσεων, το οποίο, μεταξύ άλλων, συζητούσε ποιος είχε εφεύρει πρώτος διάφορους χορούς και μουσικά όργανα. Δυστυχώς, το έργο αυτό έχει χαθεί, αλλά μπορούμε εύκολα να φανταστούμε πώς θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί για να προωθηθούν ισχυρισμοί σχετικά με το ποια πόλη ήταν πραγματικά υπεύθυνη για τη μουσική κληρονομιά της Λέσβου.[71] Όπως και με τη χρήση συλλογικών εθνονύμων, βλέπουμε εδώ μια σημαντική διαφορά μεταξύ εξωτερικών και εσωτερικών προοπτικών. Για όσους βρισκόταν εκτός Λέσβου, οι συνεισφορές κάθε πόλης ανήκαν σε μια ενιαία και σε μεγάλο βαθμό αδιαφοροποίητη λεσβιακή καλλιτεχνική κουλτούρα. Αντίθετα, για τις ίδιες τις πόλεις της Λέσβου, οι συνεισφορές αυτές ήταν συγκεκριμένα εκείνες των επιμέρους πόλεων.

Η Σαπφώ σε νόμισμα της Μυτιλήνης – περ. 100-150 μ.Χ.
Η Σαπφώ σε νόμισμα της Ερεσού– πιθανότερα βασιλεία Νέρωνα.

Σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ της εσωτερικής και της εξωτερικής αντίληψης για τη λεσβιακή ταυτότητα είναι επίσης εμφανείς στα Καλλιστεία, τον λεγόμενο «διαγωνισμό ομορφιάς» που διοργανωνόταν στο Μέσσο. Από τον Θεόφραστο τον Ερεσέα μαθαίνουμε ότι οι γυναίκες στα Καλλιστεία δεν κρίνονταν μόνο για τη σωματική τους ομορφιά, αλλά και για άλλες ιδιότητες που αποδίδονταν σε μια καλή σύζυγο, όπως η σωφροσύνη (μετριοπάθεια) και η οικονομία (ικανότητα διαχείρισης του νοικοκυριού).[72] Ο διαγωνισμός φαίνεται να έδινε συνεπώς έμφαση στη σεμνότητα και την αγνότητα των γυναικών, με τον Αλκαίο να τις περιγράφει να φορούν φαρδιούς και μακριούς χιτώνες που τις κάλυπταν εξ ολοκλήρου. Φυτά δε, που θεωρούνταν ότι είχαν αντί-αφροδισιακές ιδιότητες, συνδέονταν εμφανώς με το ιερό του Μέσσου και ο διαγωνισμός διοργανωνόταν προς τιμήν της Ήρας, η οποία ενσάρκωνε αυτές τις αξίες.[73] Ο διαγωνισμός αυτός εξέφραζε έτσι μια συλλογική αντίληψη στη Λέσβο ότι η υψηλή ηθική των γυναικών τους ήταν ένα ιδιαίτερα σημαντικό μέρος της λεσβιακής κουλτούρας και κάτι που οι πόλεις του νησιού μοιράζονταν και για το οποίο μπορούσαν να ανταγωνίζονται. Αντίθετα, πέρα από τη Λέσβο, οι γυναίκες του νησιού ήταν διάσημες για τη ερωτική τους ασυδοσία, όπως μαθαίνουμε, για παράδειγμα, από μια σειρά αστείων για το θέμα αυτό στις αθηναϊκές κωμωδίες του 5ου αιώνα.[74] Αυτές οι διαμετρικά αντίθετες απόψεις ενδέχεται να τροφοδοτούσαν η μία την άλλη: όσο περισσότερο οι Λέσβιοι τόνιζαν τη φημισμένη αγνότητα των γυναικών τους, τόσο περισσότερο οι πέρα από τη Λέσβο ισχυρίζονταν το αντίθετο, και όσο περισσότερο αυξανόταν αυτή η εξωτερική αντίληψη, τόσο πιο σημαντικό γινόταν για τους Λέσβιους να επιμείνουν στη σημασία αυτής της πτυχής του πολιτισμού τους. Έτσι, η τοπική νησιωτική ταυτότητα διαμορφώθηκε όχι μόνο από τον τρόπο με τον οποίο συναγωνίζονταν η μία με την άλλη πόλη της Λέσβου, αλλά και από την επίγνωση των Λεσβίων για τις αντιλήψεις των άλλων για το νησί.

  1. Ευρύτεροι ορίζοντες

Η ιδιαίτερη θέση της Λέσβου στον μεσογειακό κόσμο σήμαινε ότι ήταν συνήθως τόσο ένας τόπος στον οποίο έρχονταν άνθρωποι από μακριά όσο και ένας τόπος συνδεδεμένος με τον έξω κόσμο. Οι περιπέτειες του ανεύθυνου μεγαλύτερου αδελφού της Σαπφούς, του Χαράξου, στην Αίγυπτο ή το γεγονός ότι, την παραμονή της εξέγερσης το 428 π.Χ., η Μυτιλήνη περίμενε τοξότες και σιτηρά από τη Μαύρη Θάλασσα, μας υπενθυμίζουν ότι το νησί βρισκόταν κατά μήκος του μεγάλου άξονα κίνησης βορρά-νότου που εκτυλισσόταν μεταξύ αυτών των δύο σημείων και έδινε ζωή στην οικονομία της δυτικής Μικράς Ασίας.[75] Κατά μήκος αυτού του μεγάλου εμπορικού διαδρόμου, η Λέσβος είχε ιδιαίτερη σημασία λόγω της εγγύτητάς της στις εκβολές του Ελλησπόντου και των πολλών καλών λιμανιών της. Η κομβική σημασία του νησιού στο Αιγαίο είναι εμφανής από ένα επεισόδιο το 333 π.Χ. Όταν ο Πέρσης διοικητής Μέμνων ο Ρόδιος θέλησε να διακόψει τις γραμμές ανεφοδιασμού μεταξύ της Μακεδονίας και του στρατού του Μεγάλου Αλεξάνδρου (που τότε εκστράτευε στη νοτιοανατολική Μικρά Ασία). Η στρατηγική του ήταν να αποκλείσει το λιμάνι της Μυτιλήνης στο ανατολικό άκρο του νησιού και στη συνέχεια να καταλάβει το σημείο αποβίβασης στο Σίγριον στο δυτικό άκρο της Λέσβου. Με αυτές τις δύο κινήσεις, είχε πλέον υπό τον έλεγχό του τις εμπορικές οδούς προς τα νότια προς τη Χίο, προς τα δυτικά προς την Εύβοια και την Αθήνα, και προς τα βόρεια προς τη Θράκη και τη Μακεδονία.[76] Σύντομα ακολούθησε έλλειψη σιτηρών στην Αθήνα, καθώς τα πλοία που έρχονταν από τη Μαύρη Θάλασσα δεν ήταν διατεθειμένα να προχωρήσουν πέρα από την Τένεδο.[77]

Απεικόνιση της γυναικείας ενδυμασίας στη Λέσβο του 16ου αιώνα από έναν ταξιδιώτη. Οι ομοιότητες με τις τοπικές λεσβιακές μαρτυρίες σχετικά με τη σεμνότητα των γυναικών στα αρχαία Καλλιστεία είναι ενδιαφέρουσες - © The Trustees of the British Museum. Κοινοποιείται υπό την άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-ShareAlike 4.0 International (CC BY-NC-SA 4.0).

Ενώ η θέση της Λέσβου στον μεσογειακό κόσμο διαμόρφωσε το νησί στο σύνολό του, ο αντίκτυπος αυτών των ευρύτερων οριζόντων διέφερε από πόλη σε πόλη. Όπως θα περίμενε κανείς, ο βαθμός στον οποίο η Μυτιλήνη εντάχθηκε σε αυτά τα μεσογειακά δίκτυα ήταν τόσο αξιοσημείωτος όσο και, για τη Λέσβο, εξαιρετικός. Από αυτή την άποψη, οι κακοτυχίες του Χαράξου αντιπροσωπεύουν μια χαρακτηριστική εμπειρία της Μυτιλήνης, καθώς ο Ηρόδοτος μας λέει ότι η Μυτιλήνη ήταν η μόνη αιολική πόλη που συμμετείχε στην ίδρυση του ιερού του Ελλήνιου στην ελληνική εμπορική κοινότητα της Ναυκρατίδας στο δέλτα του Νείλου.[78] Μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή ένδειξη του τρόπου με τον οποίο η θέση της Μυτιλήνης στα δίκτυα της Μεσογείου μπορούσε να αναδιαμορφώσει τη ζωή στην πόλη είναι η λειτουργία της ως τόπου εθελοντικής εξορίας για την ελίτ των Ρωμαίων κατά την περίοδο από τον 1ο αιώνα π.Χ. ως τον 1ο μ.Χ. Πρώτος διδάξας ήταν εδώ ο Publius Rutilius Rufus, ο οποίος έφυγε από τη Ρώμη στα τέλη της δεκαετίας του 90 και εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη μετά την καταδίκη του για εκβιασμό.[79] Τις επόμενες δεκαετίες τον ακολούθησαν προσωπικότητες όπως ο Γάιος Μέμμιος το 51 (ο οποίος διώχθηκε για εκλογική δωροδοκία το 52) και ο Μάρκος Κλαύδιος Μάρκελλος το 47 (ο οποίος βρέθηκε στην ηττημένη πλευρά της Μάχης των Φαρσάλων το 49).[80]Γράφοντας τη δεκαετία του 40, ο Κικέρωνας θεωρούσε τη Μυτιλήνη, μαζί με τη Ρόδο, ως τα κατ’ εξοχήν μέρη για μια άνετη εξορία.[81] Αυτή η φήμη ήταν τόσο ισχυρή που όταν ο δεξί χέρι του αυτοκράτορα Αυγούστου, ο Αγρίππας, πέρασε κάποιο διάστημα στη Μυτιλήνη ενώ διοικούσε το ανατολικό μισό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στα τέλη της δεκαετίας του 20 π.Χ., θεωρήθηκε λανθασμένα ότι αυτό αντιπροσώπευε κάποιο είδος προσωρινής εξορίας από την αυλική πολιτική. Πράγματι, όταν ο φιλόσοφος Σενέκας παρακαλούσε τον αυτοκράτορα Νέρωνα να του επιτραπεί να αποσυρθεί σε εξορία το 62 μ.Χ., ανέφερε το προηγούμενο της παραμονής του Αγρίππα στη Μυτιλήνη, ίσως ελπίζοντας να του αποδοθεί μια παρόμοια τύχη.[82]

Η Μυτιλήνη αποτελούσε ελκυστικό τόπο εξορίας για αυτούς τους άνδρες, όχι μόνο λόγω της φημισμένης κοσμοπολίτικης ατμόσφαιράς της, αλλά και λόγω των εξαιρετικών συγκοινωνιακών της συνδέσεων.[83] Ο ρόλος της ως κόμβου στη Μεσόγειο σήμαινε ότι ένα συνεχές ρεύμα Ρωμαίων της ελίτ διέρχονταν από την πόλη καθ’ οδόν προς δημόσιες και ιδιωτικές υποθέσεις σε άλλα μέρη του ανατολικού μισού της αυτοκρατορίας.[84] Ομοίως, η άμεση διαθεσιμότητα πλοίων που ταξίδευαν καθημερινά προς όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας θα διευκόλυνε σε μεγάλο βαθμό την ταχύτητα με την οποία αποστέλλονταν και παραλαμβάνονταν οι επιστολές. Η «εξορία» στη Μυτιλήνη, επομένως, δεν σήμαινε αποσύνδεση από τη ρωμαϊκή πολιτική, και ως αποτέλεσμα η πόλη έγινε κόμβος για την ρωμαϊκή ελίτ. Μια συνέπεια αυτού ήταν ότι οι ελίτ της Μυτιλήνης είχαν πολύ περισσότερες ευκαιρίες να αλληλεπιδράσουν προσωπικά με σημαντικούς Ρωμαίους από ό,τι οι συμπατριώτες τους αλλού στη Λέσβο. Από αυτή την άποψη, η επίσκεψη του Γερμανικού και της Αγριππίνας της Πρεσβύτερης το 18 μ.Χ., κατά τη διάρκεια της οποίας η Αγριππίνα γέννησε τη Ιουλία Λιβίλλα, είναι χαρακτηριστική τόσο της θέσης που συνήθως κατείχε η Μυτιλήνη στα δρομολόγια της ρωμαϊκής ελίτ (το ζευγάρι βρισκόταν καθ’ οδόν προς την επαρχία του Γερμανικού στη Συρία) όσο και του οφέλους που μπορούσε να αποκομίσει η Μυτιλήνη από αυτό (η Αγριππίνα προσέφερε γενναιόδωρη δωρεά στο γυμνάσιο της πόλης). Όταν και άλλες πόλεις της Λέσβου προσπάθησαν να καλλιεργήσουν μια σχέση με το ζευγάρι με την ευκαιρία αυτή, όπως για παράδειγμα έκανε η Ερεσός με τον Γερμανικό, βρέθηκαν σε σαφώς μειονεκτικότερη θέση.[85]

Στην περίπτωση των άλλων πόλεων της Λέσβου, τα στοιχεία για τους ευρύτερους ορίζοντες τους συχνά κωδικοποιούνται σε μυθοπλαστικές αφηγήσεις. Η ιστορία του Αρίωνα και του δελφινιού αποτελεί ένα ιδιαίτερο παράδειγμα. Ο Αρίων ήταν διάσημος βιρτουόζος κιθαρωδός από τη Μήθυμνα, ο οποίος φημιζόταν ως ο πρώτος που συνέθεσε διθύραμβο. Χάρη στις μουσικές του ικανότητες εξασφάλισε θέση στην αυλή του κορίνθιου τυράννου Περίανδρου, γεγονός που τον χρονολογεί στα τέλη του 7ου ή τις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. Από εκεί αποφάσισε να περιοδεύσει στην Ιταλία και τη Σικελία οπού πλούτισε χάρη στις μουσικές του παραστάσεις. Κατά την επιστροφή του από την Τάραντα στην Κόρινθο αποφάσισε να ταξιδέψει με Κορίνθιους ναυτικούς, οι οποίοι, ωστόσο, συνωμότησαν να τον ρίξουν στη θάλασσα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και να κλέψουν τα χρήματά του. Όταν η συνωμοσία αποκαλύφθηκε στον Αρίωνα, εκείνος ζήτησε να τραγουδήσει για μια ακόμα φορά πριν τελικά πηδήξει στη θάλασσα. Χωρίς να το γνωρίζουν οι ναυτικοί, ο Αρίων σώθηκε από ένα δελφίνι του οποίου την πλάτη καβάλησε ως το Ταίναρο, ένα ακρωτήριο στο νότιο άκρο της Πελοποννήσου. Από εκεί κίνησε για την Κόρινθο οπού και κατάφερε να εκδικηθεί τους ναυτικούς όταν αυτοί επέστρεψαν. Ο Ηρόδοτος μας λέει ότι αυτή η ιστορία ήταν γνωστή τόσο στους Κορίνθιους όσο και στους Λέσβιους, και ότι στο Ταίναρο ένα χάλκινο άγαλμα που απεικόνιζε τον Αρίωνα πάνω στο δελφίνι μνημόνευε αυτό το γεγονός.[86]

Ο Άριων πάνω σε δελφίνι, σε νόμισμα του 3ου αιώνα που κόπηκε στη Μήθυμνα. Πηγή εικόνας: © The Trustees of the British Museum. Κοινοποιείται υπό την άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-ShareAlike 4.0 International (CC BY-NC-SA 4.0).

Η ιστορία αντανακλά τη διεθνή φήμη της λεσβιακής ποιητικής κουλτούρας, αλλά και τον ισχυρισμό ότι οι Μηθυμναίοι ήταν οι πρώτοι που εφηύραν κάτι από αυτή την ποιητική κουλτούρα, κάτι χαρακτηριστικά μηθυμναϊκό. Η καριέρα του Αρίωνα δείχνει πώς οι Λέσβιοι μετέτρεψαν το μουσικό ταλέντο σε ταξίδια, πλούτο και κύρος, ακριβώς όπως, περίπου την ίδια εποχή, έκανε ο αδελφός του Αλκαίου, ο Αντιμενίδας, με τη μισθοφορική του υπηρεσία στον Ναβουχοδονόσωρα ή όπως απέτυχε να κάνει ο Χάραξος με τις εμπορικές του επιχειρήσεις στην Αίγυπτο. Στην περίπτωση του Αρίωνα, αυτή η καριέρα δημιούργησε ένα δίκτυο σχέσεων που εκτεινόταν μέχρι τις ελληνικές αποικίες της δυτικής Μεσογείου. Ενώ η ιστορία του Αρίωνα που σώζεται από ένα δελφίνι είναι προφανώς φανταστική, η ιστορία στο σύνολό της αναδύεται από έναν πολύ πραγματικό κόσμο μεσογειακών σχέσεων και τις δυνατότητες κύρους και πλουτισμού που αυτές συνεπάγονταν. Η διεθνής φήμη της ιστορίας – γνωστή τόσο στους Κορίνθιους όσο και στους Λέσβιους, τιμημένη με ένα μνημείο στο Ταίναρο και πλέον αποθανατισμένη από τον Ηρόδοτο – μετέτρεψε την ιστορία του Αρίωνα και του δελφινιού σε κάτι που οι Μηθυμναίοι ήθελαν να προωθήσουν για τον εαυτό τους. Ως αποτέλεσμα, η εικόνα του Αρίωνα να άδει πάνω στην πλάτη ενός δελφινιού εμφανίζεται στα νομίσματα της Μήθυμνας καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας.

  1. Συμπεράσματα

Τα φαινομενικά παράδοξα της ιστορίας της Λέσβου είναι στην πραγματικότητα μια σειρά αντιπαρατιθέμενων αναγνώσεων της ιστορία του νησιού, οι οποίες μπορούν να είναι τόσο αληθινές όσο και ψευδείς, ανάλογα με την οπτική γωνία του καθενός. Η Λέσβος είχε μια ξεχωριστή νησιωτική ιστορία στην αρχαιότητα, αλλά το νησί δεν μπορεί να γίνει κατανοητό ιστορικά αν απομονωθεί από τον κόσμο γύρω του. Η ιδιαίτερη θέση του στον αρχαίο κόσμο εξασφάλιζε ότι η ιστορία της Λέσβου ήταν πάντα συνυφασμένη με ευρύτερες γεωπολιτικές δυνάμεις και διαμορφωνόταν από αυτές. Ωστόσο, ο ακριβής τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε αυτό διέφερε σημαντικά από πόλη σε πόλη. Η Μυτιλήνη, ειδικότερα, είχε σαφώς μια ποιοτικά διαφορετική εμπειρία ζωής στη Λέσβο λόγω του εξαιρετικού πλούτου, του εδάφους και των ηπειρωτικών κτήσεών της. Ωστόσο, είναι πιθανό ότι με πλουσιότερα στοιχεία θα συνειδητοποιούσαμε ότι όλες οι πόλεις της Λέσβου είχαν αρκετά διακριτές εμπειρίες ως πόλεις του νησιού. Σε κάποιο βαθμό, η γεωγραφία εγγυήθηκε αυτό το αποτέλεσμα, προσφέροντας διαφορετικές δυνατότητες και επιβάλλοντας διαφορετικούς περιορισμούς σε κάθε πόλη, ανάλογα με τη συγκεκριμένη διαμόρφωση του εδάφους και των δικτύων της. Στο βαθμό που μπορούμε να εντοπίσουμε μια κοινή νησιωτική κουλτούρα, αυτή καθοδηγούνταν από έναν ασταθή αλλά παραγωγικό συνδυασμό αλληλεγγύης και αντιπαλότητας. Ήταν ο ανταγωνισμός για διάφορα στοιχεία της λεσβιακής κουλτούρας – λατρεία, μύθος, διάλεκτος και τραγούδι, για να αναφέρουμε μόνο μερικά – που καλλιέργησε ένα αίσθημα κοινότητας μεταξύ των κατοίκων του νησιού. Ο ανταγωνισμός ένωσε τους Λέσβιους και ενίσχυσε στον πληθυσμό του νησιού την αντίληψη για το τι είχαν κοινό και τι τους διέκρινε από τους ξένους. Από αυτή την άποψη, η Λέσβος ήταν τόσο η πολιτιστική ενότητα που φαινόταν να είναι σε όσους βρίσκονταν εκτός Λέσβου, όσο και, από την οπτική γωνία ενός ντόπιου, μια σειρά από διακριτικές αστικές παραδόσεις που διαθλώνταν μέσα από το πρίσμα της λεσβιακής ταυτότητας.

[1] Βλ. J. Ma, «Παράδειγματα και παράδοξα στον ελληνιστικό κόσμο», Studi Ellenistici 20 (2008) 371-85, ιδίως 380: «Paradox emerges firstly, from the juxtaposition with other documents, and their conflicting paradigms and expectations; and secondly, from the rereading of documents, and the questioning of paradigms, that such juxtapositions enable».

[2] Για τις προηγούμενες, πολύ πιο περιορισμένες αρχαιολογικές έρευνες στην Αντίσσα, βλ. W. Lamb, «Antissa», Annual of the British School at Athens 31 (1930-1931) 166-78 και Annual of the British School at Athens 32 (1931-1932) 41-67.

[3] S. Charitonidis, L. Kahil και R. Ginouves, Les mosaïques de la Maison du Menandre à Mytilène (Βέρνη 1970).

[4] Οι ακόλουθες κατά προσέγγιση εκτιμήσεις βασίζονται σε όσα έχουν δημοσιευτεί στα Inscriptiones Graecae XII (2), Inscriptiones Graecae XII Supplementum, S. Charitonidis, Αι επιγραφαί της Λέσβου: συμπλήρωμα (Αθήνα 1968) και στο Supplementum Epigraphicum Graecum. 

[5] G. Rowe, Princes and Political Cultures: The New Tiberian Senatorial Decrees (Ann Arbor 2002) 139-42.

[6] Αυτά είναι κατά προσέγγιση στοιχεία που αποσκοπούν μόνο στο να δώσουν μια αίσθηση της σχετικής κλίμακας και προέρχονται από τις Inscriptiones Graecae XII (1), (4.1-3) και (6) για τη Ρόδο, την Κω και τη Σάμο αντίστοιχα, καθώς και από προσωπικό σχόλιο του CharlesCrowther σχετικά με τον αδημοσίευτο τόμο για τη Χίο.

[7] Μια προσωρινή τυπολογία των νομισμάτων του νησιού μέχρι τον1οαιώνα π.Χ. είναι διαθέσιμη στη διεύθυνσηhttps://greekcoinage.org/arch/. Μια πλήρης τυπολογία των επαρχιακών νομισμάτων του νησιού είναι διαθέσιμη στη διεύθυνσηhttps://rpc.ashmus.ox.ac.uk/search.

[8] P. Thonemann, The Maeander Valley: A Historical Geography from Antiquity to Byzantium (Κέιμπριτζ 2011) xiii.

[9] N. Purcell, «Mobility and the polis» στο O. Murray και S. R. F. Price (επιμ.), The Greek City: From Homer to Alexander (Οξφόρδη 1990) 29-58.

[10] T. Bryce, The Kingdom of the Hittites, νέα έκδ. (Οξφόρδη 2005) 357-71· I. Singer, «Purple-dyers in Lazpa» στο B. J. Collins, M. R. Bachvarova και I. Rutherford (επιμ.), Anatolian Interfaces: Hittites, Greeks and Their Neighbours: Proceedings of an International Conference on Cross-Cultural Interaction, 17-19 Σεπτεμβρίου 2004, Emory University, Atlanta, GA (Οξφόρδη 2008) 21-43· A. Teffeteller, «Singers of Lazpa: reconstructing identities on Bronze Age Lesbos» στο A. Mouton, I. Rutherford και I. Yakubovich (επιμ.), Luwian Identities: Culture, Language and Religion between Anatolia and the Aegean (Λέιντεν 2013) 567-89.

[11] Όμηρος, Ιλιάδα 24.543-6.

[12] Όμηρος, Ιλιάδα 9.128-32, 270-2, 663-5.

[13] Αλκαίος, αποσπ. 69.

[14] Σαπφώ, αποσπ. 16.

[15] Σαπφώ, αποσπ. 132.

[16] Αλκαίος, αποσπάσματα 48 και 350, με D. L. Page, Sappho and Alcaeus: An Introduction to the Study of Ancient Lesbian Poetry (Οξφόρδη1955) 240. Για τους Έλληνες που υπηρετούσαν ως μισθοφόροι των βασιλέων της Εγγύς Ανατολής κατά την Αρχαϊκή περίοδο, βλ. N. Luraghi, «Traders, pirates, warriors: the proto-history of Greek mercenary soldiers in the eastern Mediterranean» Phoenix 60 (2006) 21-47.

[17] Σαπφώ, Test. 1, frr. 3, 5, 7, 16, 202, 213A· A. Bierl και A. Lardinois (επιμ.), The Newest Sappho: P. Sapph. Obbink και P. GC inv. 105, frs.1-4 (Λέιντεν 2016).

[18] Η πτώση της Περσικής Αυτοκρατορίας και η συνέχεια υπό τον Αλέξανδρο: P. Briant, From Cyrus to Alexander: A History of the Persian Empire (Winona Lake, IN 2002) 817-71. Η κρίση διαδοχής μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου: B. Bosworth, The Legacy of Alexander: Politics, Warfare, and Propaganda under the Successors (Οξφόρδη 2005).

[19] B. Chrubasik, «Οι Ατταλίδες και οι βασιλείς των Σελευκιδών, 281-175 π.Χ.» στο P. Thonemann (επιμ.), Η Ατταλιδική Μικρά Ασία: Χρήμα, Διεθνείς Σχέσεις και το Κράτος (Οξφόρδη 2013) 83-119.

[20] A. Ellis-Evans, «The Alexanders of Lesbos» American Journal of Numismatics 37 (2025) 1-102, στις 19-20.

[21] Ellis-Evans, «Οι Αλέξανδροι της Λέσβου» 15-21.

[22] R. S. Bagnall, The Administration of the Ptolemaic Possessions outside Egypt (Λέιντεν 1976) 159-64.

[23] H. J. Mason, «The end of Antissa», American Journal of Philology 116.3 (1995) 399-410.

[24] J. Koder, Tabula Imperii Byzantini 10: Aigaion Pelagos (Die Nördliche Ägäis) (Βιέννη 1998) 294.

[25] Ellis-Evans, «Alexanders of Lesbos» 22-3.

[26] C. P. Jones, «Events surrounding the bequest of Pergamon to Rome and the revolt of Aristonicos: new inscriptions from Metropolis» Journal of Roman Archaeology 17 (2004) 469-85, ιδίως 483-5.

[27] Inscriptiones Graecae XII Supplementum, αρ. 116.

[28] P. Gauthier, «Compte rendu: G. Labarre, Les cites de Lesbos aux époques hellénistiques et impériale (Λυών 1996)» Topoi 7.1 (1997) 349-61, στις 359-60· A. Ellis-Evans, «The late Hellenistic tetradrachms of Parion and Lampsakos» American Journal of Numismatics 32 (2020) 93-125, στις 111-12.

[29] Οι πηγές συλλέγονται και αναλύονται στο T. R. S. Broughton, The Magistrates of the Roman Republic, 3 τόμοι (Νέα Υόρκη 1951-1960) τόμος 2: 43 s.v. M’. Aquillius (cos. 101).

[30] Πλούταρχος, Λουκούλλος 4.2-3· Λίβιος, Περιοχαί 89.14· Σουητώνιος, Δίος Ιούλιος 2.

[31] L. Robert, «Théophane de Mytilène à Constantinople» Comptes rendus de l’académie des inscriptions 113.1 (1969) 42-64· P. Gauthier, Les cités grecques et leurs bienfaiteurs (IVe -Ier  α.Χ.). Contribution à l’histoire des institutions (Παρίσι 1985) 53-66· A. Ellis-Evans, The Kingdom of Priam: Lesbos and the Troad between Anatolia and the Aegean (Οξφόρδη 2019) 256-8.

[32] Ellis-Evans, Kingdom of Priam, 258-9.

[33] Υπάρχει διαφωνία ως προς το αν οι πόλεις της Λέσβου εντάχθηκαν στην επαρχία γύρω στο 129-126 π.Χ. αμέσως μετά τη δημιουργία της ή μόνο μετά το τέλος του Πρώτου Μιθριδατικού Πολέμου γύρω στο 85-80 π.Χ. Πρόκειται πιθανώς για ένα ερώτημα που δεν μπορεί να επιλυθεί με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία: Ellis-Evans, Kingdom of Priam, 278-9, σημ. 109.

[34] Ellis-Evans, Το Βασίλειο του Πριαμού, σ. 277-284.

[35] Τάκιτος, Χρονικά 2.54.

[36] Αλκαίος, αποσπ. 129.6-7 με Ellis-Evans, Kingdom of Priam, 268-9.

[37] Ellis-Evans, Το Βασίλειο του Πριαμού, 267-76.

[38] Ηρόδοτος 1.151.2.

[39] Η καλύτερη περιγραφή των λίγων στοιχείων που γνωρίζουμε είναι του S. Amigues, «Pyrrha de Lesbos dans les textes et dans les faits» Journal des Savants (2013) 71-109, στις σελίδες 72-95. Βλ. επίσης Ellis-Evans, Kingdom of Priam, 280, σημ. 115, 282.

[40] Λίβιος 45.31.13-14 με Mason, «End of Antissa».

[41] Θουκυδίδης 3.2.3.

[42] M. H. Hansen και T. H. Nielsen, An Inventory of Archaic and Classical Poleis (Οξφόρδη 2004) 70-3, ιδίως 71-2.

[43] Ellis-Evans, Kingdom of Priam, 159-88.

[44] Ellis-Evans, Kingdom of Priam, 251-60.

[45] Θεόφραστος fr. 400 Fortenbaugh.

[46] N. Spencer, «Exchange and stasis in archaic Mytilene» στο R. Brock και S. Hodkinson (επιμ.), Alternatives to Athens: Varieties of Political Organisation and Community in Ancient Greece (Οξφόρδη 2000) 68-81.

[47] M. Korfmann, «Beşik-Tepe. Vorbericht über die Ergebnisse der Grabungen von 1985 und 1986» Archäologische Anzeiger (1988) 391-8, A. Ellis-Evans, «The history and coinage of Achaiion in the Troad» Revue des Études Anciennes 119.1 (2017) 25-47, στις 33-9.

[48] Αλκαίος fr. 428.

[49] F. Bodenstedt, Τα νομίσματα από ηλεκτρόνιο της Φωκαίας και της Μυτιλήνης (Τίμπινγκεν 1981).

[50] R. Osborne και P. J. Rhodes, Greek Historical Inscriptions 478-404 BC (Οξφόρδη 2017) 572-7, αρ. 195.

[51] E. Mackil και P. G. van Alfen «Cooperative coinage» στο P. G. van Alfen (επιμ.), Agoranomia: Studies in Money and Exchange Presented to John H. Kroll (Νέα Υόρκη 2006) 201-46, στις 210-19.

[52] Ellis-Evans, «Alexanders of Lesbos», 9-12, 24.

[53] P. Low, «Η Αθηναϊκή Αυτοκρατορία και ο Πελοποννησιακός Πόλεμος» στο S. Gartland και R. Osborne (επιμ.), Επανεκτίμηση του Πελοποννησιακού Πολέμου (Κέιμπριτζ 2025) 63-92, σ. 64-7.

[54] Ellis-Evans, «Οι Αλέξανδροι της Λέσβου», 25-7.

[55] L. Robert, «Recherches épigraphiques» Revue des Études Anciennes 62.3-4 (1960) 276-361, στις 285-315 («V. Inscriptions de Lesbos»), Amigues, «Pyrrha de Lesbos», Ellis-Evans, Kingdom of Priam, 227-30.

[56] Amigues, «Pyrrha de Lesbos», 95-108.

[57] Αλκαίος, αποσπ. 130 L-P.

[58] I. Kourtzellis, «The Messon temple on the island of Lesbos: a pseudo-dipteral Ionic temple of Hera, Zeus, and Dionysos» στο W. Aylward, J. des Courtils και B. D. Wescoat (επιμ.), Architectural Networks in the North Aegean: Θάσος, Σαμοθράκη και η διαμόρφωση του ελληνιστικούσχεδιασμού (Μάντισον, WI 2025) 40-61. Επιγραφικά στοιχεία: A. J. Heisserer, «Παρατηρήσεις σχετικά με το IG XII 2, 10 και 11» ZPE 74 (1988) 111-32, στις 111-19.

[59] Ellis-Evans, Kingdom of Priam, 202-22.

[60] Τα επιγραφικά στοιχεία για το κοινονο κατά την αυτοκρατορική περίοδο προέρχονται μόνο από τη Μυτιλήνη και το μοτίβο των αντισημίων στα νομίσματα που φέρεται να κόπηκαν από το κοινονο υποδηλώνει έντονα ότι τα νομίσματα αυτά κυκλοφορούσαν μόνο στο έδαφος της Μυτιλήνης.

[61] A. Dale, «Greek ethnics in -ηνος and the name of Mytilene» στο N. Stampolidis, Ç. Maner και K. Kopanias (επιμ.), Nostoi: Indigenous Culture, Migration, and Integration in the Aegean Islands and Western Anatolia during the Late Bronze Age and Early Iron Age (Κωνσταντινούπολη 2015) 421-44, σ. 434-9.

[62] N. Spencer, «Η πρώιμη Λέσβος μεταξύ Ανατολής και Δύσης» Ετήσιο Δελτίο της Βρετανικής Σχολής Αθηνών 90 (1995) 269-306.

[63] C. Watkins, «The golden bowl: thoughts on the new Sappho and its Asianic background» Classical Antiquity 26 (2007) 305-25, A. Dale, «Alcaeus on the career of Myrsilos: Greeks, Lydians and Luwians at the East Aegean-West Anatolian interface» Journal of Hellenic Studies131 (2011) 15-24, A. Dale, «Ο Αλκαίος, ο Πιττάκος «γιος του “Υρρά»» και η λεσβιακή αριστοκρατία, ή «Πώς να κάνεις πράγματα με λέξεις»» Journal of Hellenic Studies 143 (2023) 49-68.

[64] Ellis-Evans, Kingdom of Priam, 260-5.

[65] Ellis-Evans, Το Βασίλειο του Πριαμού, σ. 265-276.

[66] Ellis-Evans, Το Βασίλειο του Πριαμού, 223-4.

[67] Ellis-Evans, Το Βασίλειο του Πριαμού, 224-7.

[68] Βλέπε, για παράδειγμα, την επιστολή του Ισοκράτη προς τους ηγέτες της Μυτιλήνης (Επιστολές 8.4) τον4οαιώνα π.Χ., στην οποία τους παρακαλεί να ανακαλέσουν από την εξορία τον Μυτιληναίο μουσικό Αγηνόρα: «Είναι ντροπή το γεγονός ότι, ενώ η πόλη σας είναι παγκοσμίως αναγνωρισμένη ως η πιο αφοσιωμένη στη μουσική και οι πιο αξιόλογοι καλλιτέχνες σε αυτόν τον τομέα έχουν γεννηθεί ανάμεσά σας, αυτός που αποτελεί την κορυφαία αυθεντία των εν ζωή ανθρώπων σε αυτόν τον κλάδο του πολιτισμού είναι εξόριστος από μια τέτοια πόλη».

[69] Προέλευση: Σαπφώ, Test. 1, 3, 5, 11 (Μυτιλήνη), 2 (Ερέσος). Σε νομίσματα της Μυτιλήνης: Roman Provincial Coinage IV.2 1789 (με επιγραφή), 1785, 2649, 3145, 1787, X ID61435 (πιθανώς Σαπφώ), IV.2 3621, 11322, 1786 (αβέβαιη Σαπφώ). Στα νομίσματα της Ερέσου: Roman Provincial Coinage I 2336A, IV.2 2482, 2622. Το Sappho Test. 11 = Pollux 9.84 αναφέρει ρητά ότι, «Οι Μυτιληναίοι χάραξαν τη Σαπφώ στα νομίσματά τους».

[70] Αντίσσα: Αριστοτέλης fr. 545 Rose. Μεθύμνα: Διόδωρος Σικελιώτης 8.28.1; Στράβων 13.2.4.

[71] Σκάμων της Μυτιλήνης, Brill’s New Jacoby 476.

[72] Θεόφραστος, αποσπ. 546 Fortenbaugh.

[73] Amigues, «Pyrrha de Lesbos», 104-8.

[74] Amigues, «Pyrrha de Lesbos», 105-6.

[75] Τοξότες και σιτηρά: Θουκυδίδης 3.2.2.

[76] Αρριανός, Αναβάση 2.1.2 με A. Ellis-Evans, «The Tyrants Dossier from Eresos» Chiron 42 (2012) 183-212, στις 191-2, σημ. 40.

[77] G. Cawkwell, «A note on Ps-Demosthenes 17.20» Phoenix 15 (1961) 74-8.

[78] Ηρόδοτος 2.178.

[79] Κικέρωνας, Pro Rabirio 27· Δίων Κάσσιος 28.97.4.

[80] G. Memmius: Κικέρωνας, Επιστολές προς τον Αττικό 5.11.6. Μ. Κλαύδιος Μάρκελλος: Κικέρωνας, Βρούτος 250, Επιστολές προς τον Αττικό 14.1.2, Ad Familiares 4.7.4, 7.3.5· Σενέκας, Διάλογοι 12.9.4-6· Βαλέριος Μάξιμος 9.11.4.

[81] Κικέρωνας, Προς τους Οικείους 4.7.4, 7.3.5.

[82] Σουητώνιος, Ο Θεός Αύγουστος 66.3, Τιβέριος 10.1· Τάκιτος, Χρονικά 14.53.3 (Σενέκα και Νέρωνας).

[83] Φήμη για την κομψότητα κατά την αυτοκρατορική περίοδο: Οράτιος, Ωδές 1.7.1· Βιτρούβιος 1.6.1· Μαρτιάλος 10.68.1· Δίων Χρυσόστομος, Λόγοι 31.105.

[84] Για παράδειγμα, ο Κικέρωνας (Επιστολές προς τον Αττικό 14.1.2) μας λέει ότι ο Βρούτος επισκέφθηκε τον Μ. Κλαύδιο Μάρκελλο στη Μυτιλήνη ενώ βρισκόταν καθ’ οδόν για να επισκεφθεί τον Καίσαρα στη Νίκαια της Βιθυνίας.

[85] Inscriptiones Graecae XII (2) 540 με το Supplementum Epigraphicum Graecum 52.774.

[86] Ηρόδοτος 1.23-24.