Ιστορίες Βορείου Αιγαίου

Η Λέσβος στην Ύστερη Αρχαιότητα και τον Ρωμαϊκό Μεσαίωνα

Ο Δημήτρης Κράλλης καταθέτει εδώ κάποιες σκέψεις για την ιστορία της Λέσβου κατά την Ύστερη Αρχαιότητα και τον Ρωμαϊκό Μεσαίωνα

Zωγραφιστές απεικονίσεις της οθωμανικής αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, της Κωνσταντινούπολης, κοσμούν τους τοίχους στο αρχοντικό Κομνηνάκη Κράλλη, μιας οικίας του 19ου αιώνα, στο Μόλυβο, την αρχαία και βυζαντινή Μήθυμνα. Παρόμοιες εικόνες βρίσκουμε και σε άλλη έπαυλη του Μολύβου. Σηματοδοτούν την προσήλωση των τοπικών αρχόντων – τόσο μουσουλμάνων όσο και χριστιανών – στο κέντρο της αυτοκρατορικής και πνευματικής εξουσίας και υπογραμμίζουν τον μακροχρόνιο δεσμό της Λέσβου με τη μεγαλούπολη του Βοσπόρου. Στην οθωμανική εποχή, οι δεσμοί τούτοι ενισχύονταν από τη στενή οικονομική σχέση μεταξύ της πρωτεύουσας και του νησιού. Η Λέσβος, άλλωστε, προμήθευε την Κωνσταντινούπολη με μεγάλο μέρος του ελαιόλαδου της. [1] Τέτοιες σχέσεις, ωστόσο, δεν ήταν μοναδικές στην οθωμανική εποχή. Μια μελέτη του ρωμαϊκού κόσμου στην ύστερη αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα αποκαλύπτει τη σταδιακή ένταξη της Κωνσταντινούπολης στη ζωή των κατοίκων της Λέσβου, ακόμη και όταν παλαιότεροι περιφερειακοί και διαπεριφερειακοί δεσμοί διατηρούνταν, ενισχύονταν ή κατά καιρούς εξασθενούσαν.

Καταπώς η ιστορία του νησιού έχει ταλαντευθεί μεταξύ περιόδων στενής εμπλοκής σε ευρύτερα μεσογειακά δίκτυα, από τη μία πλευρά, και περιόδων σχετικά απομονωμένου «τοπικισμού», από την άλλη, έτσι και η εμπειρία των νησιωτών κατά τον Μεσαίωνα ήταν εξίσου ποικίλη. Άλλοτε εκτέθηκαν σε δυναμικές επαφές με ευρύτερους γεωγραφικούς ορίζοντες, ενώ άλλες φορές βρέθηκαν απομονωμένοι πίσω από το υδάτινο τείχος του Αιγαίου.[2] Επειδή οι πηγές για τη μελέτη της ιστορίας της Λέσβου στον Μεσαίωνα είναι σχετικά ελλιπείς, το μεσαιωνικό παρελθόν του νησιού μπορεί ίσως να γίνει καλύτερα κατανοητό αν εστιάσουμε στην ένταση μεταξύ συνδεσιμότητας και απομόνωσης, εγγύτητας και απόστασης, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την διελκυστίνδα των εσωτερικών/τοπικών παραγόντων με τις εξωγενείς δυνάμεις και επιρροές. Ως εκ τούτου, το παρόν δοκίμιο διαφέρει δραστικά από το αντίστοιχο για την οθωμανική και τη σύγχρονη εποχή, καθώς είναι πολύ πιο σχηματικό και εννοιολογικό. Επιδιώκει να σκιαγραφήσει μια εικόνα της ιστορίας του νησιού που πηγάζει κυρίως από τις σχέσεις μεταξύ τόπων, ιστοριών και σχετικά σπανίων υλικών τεκμηρίων και λιγότερο από αρχεία, καταλόγους, και υπάρχοντα δομημένα περιβάλλοντα.

Το βλέμμα της χριστιανικής οθωμανικής ελίτ του Μόλυβου στρέφεται προς την Κωνσταντινούπολη - Αρχοντικό Κομνηνάκη Κράλλη, Παράρτημα ΑΣΚΤ στο Μόλυβο

Δεδομένου ότι υπάρχει πιθανώς ένα χάσμα μεταξύ της αντίληψης του ευρέος μη ακαδημαϊκού κοινού για το Βυζάντιο και της επιστημονικής έρευνας στον τομέα των Βυζαντινών Σπουδών, πρέπει να σημειωθεί ότι στις μέρες μας οι ερευνητές έχουν επικεντρωθεί στη ρωμαϊκότητα των Βυζαντινών ως βασικό στοιχείο της ταυτότητάς τους. Για τους σκοπούς αυτού του δοκιμίου, οι κάτοικοι της Λέσβου κατά τον Μεσαίωνα θα αντιμετωπιστούν ως Ρωμαίοι υπήκοοι με ξεκάθαρη ρωμαϊκή πολιτική ταυτότητα. Αυτή η ρωμαϊκή ταυτότητα δεν κάλυψε ή αντικατέστησε τα ελληνικά στοιχεία της πολιτιστικής τους παράδοσης. Αντιθέτως τα ενσωμάτωσε σε μια ιδιόμορφη, ανατολική ρωμαϊκότητα. Το Βυζάντιο ήταν επομένως μια ρωμαϊκή πολιτεία, όχι μόνο κατ’ όνομα, αλλά και όσον αφορά τη γενική πολιτική και πολιτιστική ταυτότητα των πολιτών του.[3] Αυτό που είναι ίσως πιο γνωστό στους μη ειδικούς αναγνώστες είναι το ότι η ρωμαϊκή πολιτεία κυβερνιόταν κατά το μεσαίωνα από μια γραφειοκρατία, η οποία τηρούσε εκτενή αρχεία για κάθε είδους κρατική δραστηριότητα και για τις σχέσεις της με μεμονωμένους Ρωμαίους, αλλά και με ξένους. [4]

Από αυτή την άποψη, το βυζαντινό κράτος ήταν μοναδικό στον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα, αλλά και κάπως παρόμοιο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία το κατέλυσε μεν, απορρόφησε όμως πολλούς από τους θεσμούς του και διοικητικές παραδόσεις.[5] Ωστόσο, παρά τις μυριάδες αναφορές και τεφτέρια σε περγαμηνή ή και χαρτί από βαμβάκι που παρήγαγε η Ρωμαϊκή διοίκηση από το τέλος της αρχαιότητας έως το 1461, ελάχιστα απομεινάρια αυτής της γραφειοκρατίας έχουν διασωθεί. Παρά τη γραφειοκρατική φύση του μεσαιωνικού ρωμαϊκού κράτους, οι ιστορικοί του Βυζαντίου δεν μπορούν να βασιστούν σε πλούσια αρχεία όπως οι οθωμανιστές συνάδελφοί τους, καθώς το υλικό αποτύπωμα του διοικητικού έργου των Ρωμαίων αξιωματούχων έχει χαθεί. Είναι ενδιαφέρον λοιπόν ότι, ενώ η λογοτεχνία και τα ιστορικά κείμενα των Βυζαντινών επιβίωσαν σε ποσότητες αρκετά σημαντικές ώστε να επιτρέψουν την ανάπτυξη ενός ζωντανού πεδίου ερεύνης, και ενώ η αρχαιολογία έχει συμβάλει σημαντικά στην εμπλουτισμό των γνώσεων μας για την εποχή, οι μηχανισμοί διακυβέρνησης, όπως καταγράφονται στα επίσημα αρχεία, είναι πιο δύσκολο να ψηλαφηθούν, δεδομένου ότι τα αρχεία αυτά έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, κατεστραμμένα από επιδρομές, εισβολές, κατακτήσεις και το χρόνο. [6]

Ελληνικές υποδομές σε μια εκρωμαϊσμένη πόλη. Το Στάδιο στην Αφροδισιάδα. Φωτογραφία της Carole Raddato, δημόσια διαθέσιμη.
Το Σεβαστείον της Αφροδισιάδας (Τουρκία) εκφράζει την υποταγή της επαρχίας στη βασιλεύουσα δυναστεία της Ρώμης. Φωτογραφία, του Carlos Delgado, δημόσια διαθέσιμη.

Αν αυτό ισχύει σε γενικές γραμμές για τη Ρωμαϊκή πολιτεία του μεσαίωνα, στην περίπτωση της Λέσβου τα πράγματα είναι ακόμη πιο ασαφή. Ενώ ορισμένες περιοχές της Ελλάδας και της Ανατολίας μπορούν να μελετηθούν μέσω των αρχειακού υλικού που σώζεται στις βιβλιοθήκες των μοναστηριών του Αγίου Όρους στη Χαλκιδική, στο βόρειο άκρο του Αιγαίου, και της Πάτμου στα ανατολικά, το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για τη Λέσβο.[7] Δεν υπάρχουν μοναστήρια της βυζαντινής περιόδου που να επιβιώνουν μέχρι σήμερα για να μας προσφέρουν μια αδιάσπαστη σειρά συμβολαιογραφικών εγγράφων που να πιστοποιούν το καθεστώς ιδιοκτησίας της γης στο νησί και την περαία του στις ακτές της Μικράς Ασίας πέρα από αυτό.[8] Ακόμη και η εντυπωσιακή συλλογή βυζαντινών χειρογράφων της Μονής Λειμώνος, δεν πιστοποιεί την παρουσία σκριπτορίου στη Λέσβο που να χρονολογείται στο Μεσαίωνα. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν μπορεί να αποκλειστεί, δεδομένων των αναφορών σε έγγραφα της μονής στη επιβίωση στις συλλογές της χειρογράφων από εκκλησιαστικά ιδρύματα του νησιού που έχουν παύσει να λειτουργούν. [9]

Επιπλέον, τα υλικά τεκμήρια της περιόδου από τον 7ο έως τον 14ο αιώνα είναι γενικά μάλλον ελλιπή. Έτσι, ενώ οι σωζόμενες επιγραφές της εποχής του Διοκλητιανού μας δίνουν μια καλή εικόνα του καθεστώτος έγγειας ιδιοκτησίας στο νησί στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. και παράλληλα κτητορικές επιγραφές από πρώιμα βυζαντινά εκκλησιαστικά ιδρύματα εμπλουτίζουν τον προσωπογραφικό χάρτη του νησιού κατά την Ύστερη Αρχαιότητα, πολύ λίγο σώζεται από την περίοδο που ακολουθεί.[10] Επιπλέον, στα ελάχιστα σωζόμενα μεσοβυζαντινά (8ος έως 12ος αιώνας) εκκλησιαστικά κτίρια δεν υπάρχει ούτε ένα μωσαϊκό ή τοιχογραφία που να χρονολογείται σε εκείνη την εποχή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η μικρή, άνευ σωζόμενου διακόσμου, εκκλησία του Αγίου Στεφάνου κοντά στο Μανδαμάδο, που χρονολογείται στον 10ο αιώνα. [11] Δεν σώζονται δε δείγματα επίσημης, κρατικής αρχιτεκτονικής, με εξαίρεση κάποια οχυρωματικά έργα, όπως τα κάστρα της Μυτιλήνης και του Μολύβου, τα οποία όμως έχουν υποστεί τόσες πολλές προσθήκες σε μεταγενέστερες περιόδους, ώστε δεν είναι εύκολο να μελετηθούν στο βυζαντινό τους πλαίσιο, όπως έχει γίνει σε αντίστοιχα τους μνημεία τόσο στη Μικρά Ασία όσο και στην Ελλάδα.

Ο Άγιος Στέφανος (10ος αι.), κοντά στον Μανδαμάδο
Το φρούριο του Μόλυβου είναι ένα ρωμαϊκό οχυρό της Μεσαιωνικής εποχής με μεταγενέστερες προσθήκες

Αν λοιπόν το υλικό μας είναι περιορισμένο και τα στοιχεία λειψά, πώς μπορούμε να μελετήσουμε τη Λέσβο στο βυζαντινό της πλαίσιο; Εδώ, δημιουργικές προσεγγίσεις στα κείμενα που διαθέτουμε, προσεκτική ανάγνωση των πηγών μας, όσο ατελείς και αν είναι, και δέουσα προσοχή στις συνέχειες και τις ρήξεις, προσφέρουν ευκαιρίες για καλύτερη κατανόηση αυτής της εποχής. Ακολούθως λοιπόν, θα εξετάσω δύο αγιογραφικά κείμενα, το Βίο της Αγίας Θεοκτίστης και το Βίο των Αγίων Δαβίδ, Συμεών και Γεωργίου της Λέσβου. Θα αναφερθώ επίσης σε σειρά υψηλών αξιωματούχων, αριστοκρατών, ακόμη και αυτοκρατορικών προσώπων, που βρέθηκαν εξόριστοι στη Λέσβο, μαζί με στοιχεία από τη σιγιλλογραφία, όλα μέσα στα ευρύτερα πλαίσια της μεσαιωνικής βυζαντινής ιστορίας, προκειμένου να προσφέρω μια γενική εικόνα της ιστορίας του νησιού την εποχή εκείνη.

Ξεκινώ, ωστόσο, με μια σημείωση σχετικά με την περιοδολόγηση και μερικές γενικές παρατηρήσεις για την ιστορία της ρωμαϊκής πολιτείας από το τέλος της αρχαιότητας έως τον 14ο αιώνα, όταν η οικογένεια Gattilusio από τη Γένοβα ανέλαβε τον έλεγχο του νησιού στο όνομα του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης. Συνήθως τείνουμε να χωρίζουμε τη χιλιετή βυζαντινή εποχή σε τρεις υποενότητες. Η πρώιμη βυζαντινή ιστορία μας μεταφέρει από τον Κωνσταντίνο στην άνοδο του Ισλάμ και την απώλεια των κτήσεων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Εγγύς Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική τον έβδομο αιώνα.[12] Η λεγόμενη Μέση Βυζαντινή περίοδος είναι μια περίοδος απώλειας, επιβίωσης, σταθεροποίησης και επέκτασης, ακολουθούμενη από την είσοδο του ρωμαϊκού κράτους στον “Παγκόσμιο Μεσαίωνα” της εποχής των Σταυροφοριών. Κλείνει δε με την τραγωδία της τέταρτης Σταυροφορίας και την κατάκτηση της βασιλεύουσας από τους Λατίνους. Τέλος, η Ύστερη Βυζαντινή περίοδος ανοίγει το 1204 με τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, συνεχίζει με την ανακατάληψη της βασιλεύουσας και παρακολουθεί τη σταδιακή συρρίκνωση της ρωμαϊκής πολιτικής εξουσίας μέχρι το 1453, όταν πέφτει η αυλαία στο Βυζάντιο.

Στο πλαίσιο αυτής της περιοδολόγησης, θα μπορούσε κανείς να περιγράψει τη μετάβαση της ρωμαϊκής πολιτείας από την Αρχαιότητα στον Μεσαίωνα (από την πρώιμη έως τη μέση βυζαντινή εποχή) ως μια διπλή διαδικασία που έφερε δραματική συρρίκνωση της ρωμαϊκής κυριαρχίας και σημαντικές αλλαγές στις ζωές των Ρωμαίων της Ανατολής. Από τη μία πλευρά, ο κόσμος που κληροδότησε ο Ιουστινιανός στους διαδόχους του κατέρρευσε. Μια ρωμαϊκή επικράτεια που εκτεινόταν από τον Δούναβη έως τις ερήμους της Αιγύπτου, από τις Άλπεις έως την Αλγερία και από τον Ευφράτη έως τη νότια Ισπανία, συρρικνώθηκε σε μια περίοδο εβδομήντα ετών μετά το θάνατο αυτού του φιλόδοξου αυτοκράτορα. Η Βόρεια Αφρική χάθηκε εντελώς μέχρι το τέλος του 7ου αιώνα, η Συρία και η Παλαιστίνη έγιναν κεντρικά εδάφη του δυναμικού και επεκτατικού ισλαμικού χαλιφάτου και τα Βαλκάνια εποικίστηκαν από σλαβικούς πληθυσμούς. Εκείνοι με τη σειρά τους σταδιακά συνέστησαν αντίπαλα πολιτικά μορφώματα, επικίνδυνα κοντά στην Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη, τα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα των Ρωμαίων στο Μεσαίωνα. Μέσα σε όλα, αν και αντιμετώπιζε μια σοβαρή γεωπολιτική υπαρξιακή πρόκληση, αυτή η συρρικνωμένη ρωμαϊκή πολιτεία ήταν πλέον μάλλον πιο ομοιογενής πολιτισμικά, περικλείοντας στα σύνορα της λίγο πολύ ελληνόφωνους και κατά βάση ορθόδοξους πληθυσμούς Ρωμαίων. Υπό αυτές τις νέες συνθήκες, η Κωνσταντινούπολη επέβαλε ακόμη πιο σφιχτό έλεγχο στα εδάφη που κυβερνούσε. Εδώ έχουμε συνεπώς ένα παράδοξο. Αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως παρακμή συνοδεύτηκε από την εμφάνιση πιο αποτελεσματικών και παρεμβατικών μέσων διακυβέρνησης. Αυτή η αναδυόμενη, ισχυρή και παρεμβατική διοίκηση της Κωνσταντινούπολης επέτρεψε στη συρρικνωμένη ρωμαϊκή πολιτεία του Μεσαίωνα να αντιμετωπίσει τις εξωτερικές απειλές και τελικά να επανεμφανιστεί ως σημαντικός παράγοντας στην γεωπολιτική σκακιέρα της Μεσογείου τον 10ο και τις αρχές του 11ου αιώνα.

Σφραγίδες ρωμαίων αξιωματούχων του Μεσαίωνα, τόσο εκκλησιαστικών όσο και κρατικών, από τον κατάλογο του Dumbarton Oaks, ένα καίριο εργαλείο για τη μελέτη της βυζαντινής σφραγιστικής. Με άδεια των μουσείων του Χάρβαρντ.
Η Μεσόγειος κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού, προς το τέλος της Αρχαιότητας
Η Μεσόγειος στα μέσα του 8ου αιώνα, κατά τη διάρκεια της εικονομαχίας

Σε αυτό το πλαίσιο, η θέση της Λέσβου στον κόσμο επίσης άλλαξε. Μέχρι τις αρχές του 7ου αιώνα, η Λέσβος ήταν μέρος ενός κόσμου που, αν και μετασχηματίστηκε, με τον εκχριστιανισμό από τη μία πλευρά και τις νομικές και διοικητικές μεταρρυθμίσεις των αυτοκρατόρων, τόσο ειδωλολατρών όσο και χριστιανών από τον Διοκλητιανό και μετά, από την άλλη, φέρει ωστόσο τη σφραγίδα των πόλεων και του αστικού πολιτισμού.[13] Κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού, ήταν ακόμα απολύτως δυνατό για μια εύπορη οικογένεια να εκπαιδεύσει τους γιους της στα υψηλότερα πρότυπα νομικής, ιατρικής και αρχιτεκτονικής εμπειρογνωμοσύνης, χωρίς να χρειάζεται να ταξιδέψει στην αυτοκρατορική πρωτεύουσα της Κωνσταντινούπολης. Ο Ανθέμιος από τις Τράλλεις, ο αρχιτέκτονας της Αγίας Σοφίας, προερχόταν από μια τέτοια επαρχιακή οικογένεια της Δυτικής Μικράς Ασίας. Τα αδέλφια του ήταν γιατροί, γραμματικοί και νομικοί, όλοι προϊόντα μιας ακόμα ζωντανής και δυναμικής επαρχιακής κοινωνίας.[14] Σύμφωνα με τα λόγια του A. H. M. Jones:

Κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού, οι πόλεις, παρά την σημαντική φθορά τους, εξακολουθούσαν να αποτελούν ζωτικά γρανάζια στον διοικητικό μηχανισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Τα δημοτικά συμβούλια, μέσω των εκλεγμένων αξιωματούχων, συνέχιζαν να ασκούν την τοπική αυτοδιοίκηση, οργανώνοντας την προμήθεια τροφίμων στις πόλεις, διοργανώνοντας αγώνες και γιορτές και απονέμοντας μικρές ποινές. Εξακολουθούσαν επίσης να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη λειτουργία της αυτοκρατορικής διοίκησης, συλλέγοντας φόρους, στρατολογώντας νεοσύλλεκτους, κατασκευάζοντας δρόμους και γέφυρες και εκτελώντας αμέτρητες άλλες υποχρεώσεις που επιβάλλονταν από την κεντρική κυβέρνηση.[15]

Όταν σκεφτόμαστε τις πόλεις της Λέσβου, τη Μυτιλήνη, τη Μήθυμνα, την Άντισσα, την Ερεσό και άλλες, όπως επιβίωναν ως και τον 6ο αιώνα, πρέπει να τις φανταστούμε μέσα από το πρίσμα του Τζόουνς. Φυσικά, από την αρχαιότητα ως και τον 6ο αιώνα είχαν επέλθει και αλλαγές. Νέες μορφές στο κοινωνικό τους στερέωμα, όπως επίσκοποι, κληρικοί και ιερείς μπόλιασαν την κοινωνική τους γεωγραφία, ενώ κτίρια όπως εκκλησίες, μοναστήρια και πτωχοκομεία αναχάραξαν τον αστικό τους ιστό. Εξακολουθούσαν ωστόσο να είναι αναγνωρίσιμες ως μεσογειακές πόλεις, ενώ τα πρότυπα κατανάλωσης που είναι εμφανή στον πολυτελή θησαυρό του Κρατήγου από τα νότια της Μυτιλήνης, ο οποίος σήμερα εκτίθεται στην Αθήνα στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, επιβεβαιώνουν τη συμμετοχή των ελίτ της Λέσβου σε μια κοινή ρωμαϊκή υλική κουλτούρα της ύστερης αρχαιότητας.[16] Αυτό, ωστόσο, επρόκειτο να αλλάξει. Στα χρόνια μετά τους μεγάλους πολέμους μεταξύ της Νέας Ρώμης και της Περσίας στα τέλη του 6ου και στις αρχές του 7ουαιώνα, και μετά την άνοδο του Ισλάμ, ο κόσμος των πόλεων, που είχε αναδείξει ανθρώπους όπως τον Ανθέμιο και τα ταλαντούχα αδέλφια του, δεν υπήρχε πια. Μαζί με αυτόν, σε κάποιο βαθμό άλλαξε άρδην και ο αστικός τρόπος ζωής, αν και δεν εξαφανίστηκε εντελώς. Σε αυτό το νέο πλαίσιο, η Κωνσταντινούπολη αναδείχθηκε ως η κυρίαρχη πόλη, προς την οποία τελικά θα έλκονταν οι Ρωμαίοι της επαρχίας.[17]

Το Γυμναστήριο στις Τράλλεις της Δυτικής Μικράς Ασίας. Μια μορφή δημόσιας αστικής υποδομής που έφτασε στο τέλος της με το τέλος της Αρχαιότητας. Φωτογραφία του Ahmet Kaynarpunar ελεύθερα διαθέσιμη από το wikimedia.

Για τη Λέσβο, αυτή η αλλαγή είχε βαθιές επιπτώσεις. Οι νησιώτες δεν μπορούσαν πλέον να φανταστούν τον εαυτό τους ως μέλη μιας κοινοπολιτείας πόλεων, που κυβερνιόταν από μακριά από τη Ρώμη ή τη Νέα Ρώμη, και που στην ουσία είχαν αφεθεί λίγο πολύ στην τύχη τους από μια μακρινή κυβέρνηση, η οποία απλώς εισέπραττε φόρους και πολιτική υποταγή. Στις νέες συνθήκες συνεχούς πολέμου εναντίον ενός δυναμικού και επεκτατικού εχθρού, η Κωνσταντινούπολη ενίσχυσε τον έλεγχό της. Ενόσω λοιπόν οι τοπικές ελίτ παράκμαζαν, τα δημόσια θέατρά τους κατέρρεαν και οι ευκαιρίες για την έκφραση του ευεργετισμού της ανώτερης τάξης περιορίζονταν, εμφανίστηκαν πράκτορες της διοίκησης από την Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι ήταν πρόθυμοι να αξιολογούν, να διατάζουν και να φορολογούν τους υπηκόους του αυτοκράτορα, τόσο τους πλούσιους όσο και τους φτωχούς.[18] Καθώς οι ευρείς ορίζοντες της Μεσογείου στένευαν, το Αιγαίο έγινε το πλαίσιο ύπαρξης της Λέσβου, εκεί όπου στο παρελθόν οι κάτοικοί της μπορούσαν να θεωρούν τους εαυτούς τους μέρος ενός πολύ ευρύτερου σύμπαντος. Η Κρήτη, ίσως η Σικελία και η Νότια Ιταλία ήταν πλέον τα πιο απομακρυσμένα σημεία στα οποία εκτεινόταν η ρωμαϊκή εξουσία. Ακόμη και το ίδιο το Αιγαίο δε, δεν ήταν πλέον ασφαλές, με εχθρικούς στόλους να το λυμαίνονται και να διαταράσσουν τα εμπορικά δίκτυα που ένωναν τον ρωμαϊκό κόσμο. [19] Επιπλέον, τον 8ο αιώνα η Σικελία και η Κρήτη πέφτουν στα χέρια των Μουσουλμάνων και η θάλασσα του Αιγαίου γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη.

Η ασφαλέστερη ναυσιπλοΐα και η αποτελεσματική, απρόσκοπτη αυτοκρατορική κυριαρχία στο Αιγαίο αποκαταστάθηκαν τον 10ο αιώνα, όταν ο Νικηφόρος Φωκάς ανακατέλαβε την Κρήτη. Μολαταύτα η μνήμη μιας εποχής αβεβαιότητας, όταν η ναυσιπλοΐα ήταν γεμάτη κινδύνους, παραμένει. Τον 11ο αιώνα, σε μια εποχή που, παρά τα άλλα προβλήματα της Ρωμαϊκής πολιτείας, το Αιγαίο παραμένει μια θάλασσα ηρεμίας, ο δικαστής και ιστορικός Μιχαήλ Ατταλειάτης μεταδίδει στους αναγνώστες του μια αίσθηση περιπέτειας και μυστηρίου, όταν γράφει για την διάσημη εκστρατεία του Νικηφόρου Φωκά:

Αργότερα καθυστέρησε με ολόκληρο το στόλο στο νησί Νήος, επειδή δεν είχε πλοηγό να τον οδηγήσει στην Κρήτη, δεδομένου ότι κανείς δεν γνώριζε εκείνη τη θαλάσσια οδό, καθώς για πολλά χρόνια κανένα ρωμαϊκό πλοίο δεν είχε πλεύσει προς εκείνη την κατεύθυνση. Τότε, από το πουθενά, δύο πλοία από την Κάρπαθο τον πλησίασαν με πληροφορίες για τη ρότα και τον οδήγησαν προς την Κρήτη, αν και στην πραγματικότητα ήταν ο Θεός που τον οδηγούσε, ικανοποιημένος από την ευλάβεια της πίστης του.[20]

Εδώ, καλούμαστε να πιστέψουμε πως ένας καλά εφοδιασμένος και κραταιός στόλος πλέει από τη Δυτική Μικρά Ασία προς την Κρήτη χωρίς να έχει σαφή αντίληψη του πού πηγαίνει. Ο Ατταλειάτης, που πιθανότατα βασίστηκε σε άλλες πηγές για την περιγραφή των γεγονότων, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα μυστηρίου και τρόμου, καθώς ο στόλος φαίνεται να πλέει προς το άγνωστο, καθυστερώντας λόγω της έλλειψης ικανού πλοηγού και βασιζόμενος στην τοπική βοήθεια των Κυκλαδιτών για το ταξίδι.[21] Η ιστορία τούτη είναι σίγουρα εντελώς φανταστική. Οι ναυτικοί ταξίδευαν από και προς την Κρήτη από την Μινωική εποχή, αν όχι και νωρίτερα, και δεν υπήρχε τίποτα το μυστηριώδες στην πλοήγηση στο Αιγαίο, ειδικά για τους ναυτικούς του αυτοκρατορικού στόλου που δραστηριοποιούνταν τακτικά σε αυτές τις θάλασσες. Ωστόσο, ο Ατταλειάτης θέλει να ανακαλέσει αυτή την παλαιότερη εποχή, όταν τα πράγματα ήταν πιο αβέβαια, και έτσι σκιαγραφεί μια οδύσσεια των περιπλανώμενων πολεμιστών της θάλασσας.

Ο στόλος του Νικηφόρου Φωκάς αποβιβάζεται στην Κρήτη για να πολιορκήσει την Χανδάκα. Εικόνα διαθεσιμη για ελεύθερη χρήση

Ο Ατταλειάτης δεν ήταν ο μόνος που επέλεξε αυτή την αφηγηματική τεχνική. Ο Θεοδόσιος ο Διάκονος απεικόνισε την ανάκτηση της Κρήτης ως ένα μεγαλειώδες εγχείρημα, ακολουθώντας το πρότυπο της περιγραφής της ανάκτησης της Βόρειας Αφρικής από τον Βελισάριο στο έργο του Προκοπίου, και, στην ουσία, εξωτικοποιώντας αυτό το αιγαιακό γεγονός, παρουσιάζοντάς το ως δράση και δράμα στα άκρα της οικουμένης.[22] Επιπλέον, ήδη από τον 8ο και 9ο αιώνα, η ιδέα ότι η διοίκηση μιας αυτοκρατορίας με υπερπόντιες κτήσεις ήταν χρονοβόρο έργο, που συντονιζόταν από το αυτοκρατορικό κέντρο στην Κωνσταντινούπολη, είχε παρεισφρήσει ακόμα και στους βίους αγίων. Αυτό είναι εμφανές στην περίπτωση της Βίου του Αγίου Λέοντος Επισκόπου της Κατάνης, όπου βλέπουμε τον αυτοκρατορικό πράκτορα Ηρακλείδη να ταξιδεύει με βαρύ προσωπικό κόστος μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Σικελίας για να προστατεύσει την Κατάνη από τον μάγο Ηλιόδωρο και να επιβάλει τη βούληση του αυτοκράτορα στα άκρα της πολιτείας.[23]

Ωστόσο, οι πράκτορες του αυτοκράτορα και της διοίκησης δεν περιορίζονταν στο να μετακινούνται στα εδάφη της Ρωμανίας για να επιλύουν τοπικές εσωτερικές κρίσεις. Μια ισχυρή και καλά συντηρημένη ναυτική δύναμη περιπολούσε τις θάλασσες για να αντιμετωπίσει τις προσπάθειες των εχθρών της Νέας Ρώμης να διαταράξουν τη ζωή στο Αιγαίο. Η Κωνσταντινούπολη πραγματοποίησε επενδύσεις σε δίκτυα παράκτιας άμυνας και οχυρά σε όλο το μήκος και το πλάτος του Αιγαίου.[24] Επιπλέον, ένα αυτοκρατορικό σύστημα προμηθειών αξιολογούσε την ικανότητα των επαρχιών να συνεισφέρουν στον κοινό σκοπό της άμυνας και συγκέντρωνε τους απαραίτητους πόρους για τον εφοδιασμό των ενόπλων δυνάμεων με όπλα και προμήθειες. Αυτή η διαδικασία αποτυπώνεται καλά στο ακόλουθο απόσπασμα από το Περί Βασιλείου Τάξεως, ένα έργο με εστίαση κατά βάση στο τελετουργικό, που συντάχθηκε τον 10οαιώνα στην Κωνσταντινούπολη, στην αυλή του Κωνσταντίνου Ζ’:

Σημειώστε ότι ο στρατηγός της Θεσσαλονίκης ανέλαβε να κατασκευάσει 200.000 βέλη και 3.000 βαριά δόρατα και όσες ασπίδες μπορούσε.

Σημειώστε ότι ο κριτής της Ελλάδας ανέλαβε να κατασκευάσει 1.000 βαριά δόρατα, πράγμα που και έκανε. Ανέλαβε επίσης να κατασκευάσει και άλλα αντικείμενα και να τα μεταφέρει όπου είχε αναλάβει να τα μεταφέρει.

Σημειώστε ότι ο άρχοντας του Χρήπου (Εύβοια) στο θέμα της Ελλάδας ανέλαβε να κατασκευάσει 200.000 βέλη και 3.000 βαριά δόρατα. Το ίδιο ισχύει και για τον στρατηγό της Νικόπολης και του Πελοποννήσου.[25]

Κάθε μία από τις αναφορές στην παραπάνω παράγραφο αντιπροσωπεύει μια άμεση παρέμβαση στο τοπίο αλλά και στον οικονομικό σχεδιασμό των κατοίκων των περιοχών που καλούνταν να προμηθεύσουν το κράτος. Σε αυτή την περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με τη συγκομιδή ξυλείας για την παραγωγή δοράτων.[26] Αν και η Λέσβος δεν αναφέρεται εδώ, αναρωτιέται κανείς ποια θα ήταν η επίδραση των κρατικών απαιτήσεων σε αυτήν. Είναι εύκολο να διαβάσει κανείς αυτό το απόσπασμα και να συμπεράνει ότι η Κωνσταντινούπολη ήταν μια ακαταμάχητη εξωτερική δύναμη που επέβαλε τη θέλησή της στις επαρχίες. Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι πολλοί Κωνσταντινουπολίτες ήταν στην πραγματικότητα επαρχιώτες που κατέληξαν στην πρωτεύουσα αναζητώντας εκπαίδευση, προκειμένου τελικά να ενταχθούν στη διοίκηση. Το παράδειγμα του Γρηγορίου της Άσσου που συζητείται παρακάτω το καθιστά απολύτως σαφές, το ίδιο και τα τοπωνυμικά επώνυμα όπως Μυτιληναίος, που φέρουν μέλη της Κωνσταντινουπολίτικης διοίκησης.[27] Επιπλέον, εκτός από τις αυτοκρατορικές προμήθειες, τα ίδια τα γούστα των κατοίκων της βασιλεύουσας έφεραν τη Λέσβο στην τροχιά της πρωτεύουσας. Τον 12ο αιώνα, ο Θεόδωρος Προδρόμος αναφέρει το κρασί της στα ποιήματά του, απαριθμώντας μια σειρά από τοποθεσίες των οποίων οι αμπελώνες γαργαλούσαν τους ουρανίσκους των πρωτευουσιάνων. Εδώ λοιπόν βρίσκουμε κρασίν μυτιληναίον δίπλα σε αυτό από τη Βάρνα, τον Γάνο, τη Χίο, τη Σάμο, την Κρήτη και κάποιες άλλες τοποθεσίες.[28]

Αμφορείς όπως ήταν διατεταγμένοι σε μεσαιωνική γαλέρα για θαλάσσια μεταφορά. Έκθεμα στο Μουσείο του Μπόντρουμ, φωτογραφία του Ad Maskens, ελεύθερα διαθέσιμη
Όπως και να ’χει, αν και οι πηγές μας δεν επιτρέπουν να τοποθετήσουμε τη Λέσβο στον χάρτη των αυτοκρατορικών προμηθειών, η σημασία του νησιού ως πλούσιου σε πόρους σταθμού ελλιμενισμού ναυτικών δυνάμεων αντικατοπτρίζεται στη συγκέντρωση του στόλου που του επαναστάτη Θωμά, του λεγόμενου Σλάβου, καθ’ οδόν προς την αυτοκρατορική πρωτεύουσα, το πρώτο τρίτο του 9ου αιώνα.[29] Λίγες δεκαετίες αργότερα, ένας άλλος σημαίνων αξιωματούχος, ο ναύαρχος Ημέριος, μια ναυτική προσωπικότητα γνωστή σε εμάς τόσο από ιστορικά κείμενα όσο και από την αλληλογραφία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νικολάου Μυστικού (901-907 και 912-925 μ.Χ.) με μουσουλμάνους ηγεμόνες, συνδέεται με τη Λέσβο, καθώς εκεί καταφεύγει μετά την ήττα του στόλου του από τις ναυτικές δυνάμεις του Χαλιφάτου στη Χίο.[30] Ο Ημέριος, ωστόσο, συνδέεται και πιο έμμεσα με τη Λέσβο, μέσω της παρουσίας του στο Βίο της Αγίας Θεοκτίστης της Λέσβου.[31]
 
Η ιστορία έχει ως εξής, ο συγγραφέας της, ο Νικήτας, βρίσκεται στο νησί της Πάρου, ενώ επιστρέφει από μια διπλωματική αποστολή στους Άραβες ηγεμόνες της Κρήτης, οπού συνοδεύει τον ναύαρχο Ημέριο. Το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία του Νικήτα σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τις προκλήσεις που αντιμετώπιζε η ρωμαϊκή πολιτεία ως αποτέλεσμα της μουσουλμανικής παρουσίας σε αυτό το μεγάλο νησί. Το δε ταξίδι του Ημέριου και η αποστολή του Νικήτα ξεκίνησαν από το αυτοκρατορικό κέντρο, η ικανότητα του οποίου να συγκεντρώνει πόρους και να εξασφαλίζει την πίστη των υπηκόων του κράτησε ενωμένο το Αιγαίο, αλλά και τον υπόλοιπο ρωμαϊκό κόσμο, παρά τις προκλήσεις που έθεταν οι κουρσάροι του εμιράτου της Κρήτης.
Άποψη της Πάρου από τη Νάξο σε πίνακα του Niels Skovgaard (1858–1938). Το τοπίο δίνει μια αίσθηση του διασυνδεδεμένου χαρακτήρα αυτού του νησιωτικού τοπίου. Σε αυτό το χώρο, ο κυνηγός από την Εύβοια βρίσκεται στην Πάρο και συναντά την Αγία Θεοκτίστη.

Ενώ βρισκόταν στην Πάρο, ο Νικήτας και η συνοδεία του από αξιωματούχους της Κωνσταντινούπολης εκμεταλλεύτηκαν τον προσωρινό τους ελλιμενισμό στο νησί για να εκτιμήσουν την κατάσταση του και να επισκεφθούν το τοπικό ιερό της Παναγίας που χρονολογείται στην ύστερη αρχαιότητα. Θαυμάζοντας τον μαρμάρινο διάκοσμο και την στιβαρή κατασκευή του και θρηνώντας την καταστροφή του κιβωρίου του, συνάντησαν έναν ερημίτη ονόματι Συμεών. Ο Συμεών τους οδήγησε έξω από την εκκλησία και ο Νικήτας γράφει «μου ζήτησε να καθίσω. Υπήρχαν μερικά πεσμένα μάρμαρα και κολόνες, καθώς και πυκνό πράσινο γρασίδι και μια πηγή που έβγαζε φρέσκο νερό, και ο χώρος ήταν κατανυκτικά ήσυχος και κατάλληλος για θείες ιστορίες».[32] Εδώ, σε ένα περιβάλλον που συνδύαζε αρχαία ερείπια με πλούσια φύση, καταπώς και στο κείμενο του «Δάφνις και Χλόη», ο Συμεών διηγήθηκε την ιστορία της Θεοκτίστης στον Νικήτα, όπως την είχε ακούσει ο ίδιος λίγα χρόνια νωρίτερα από τα χείλη ενός κυνηγού από την Εύβοια.[33] Ο Νικήτας εξηγεί ότι ο Συμεών τον παρότρυνε να κρατήσει σημειώσεις για την ιστορία, ώστε να μην χαθεί με το πέρασμα του χρόνου.[34]

Σε μια ιστορία που μοιάζει με ρωσική κούκλα, η Θεοκτίστη εμφανίζεται ως αφηγήτρια, μέσα στην ιστορία ενός άλλου αφηγητή, και μας λέει:

Η πατρίδα μου είναι η Λέσβος, η πόλη της Μήθυμνας. Το όνομά μου είναι Θεοκτίστη και είμαι μοναχή. Έχοντας μείνει ορφανή σε πολύ μικρή ηλικία, οι συγγενείς μου με παρέδωσαν σε ένα γυναικείο μοναστήρι και πήρα τα μοναχικά ρούχα. Όταν ήμουν σχεδόν δεκαοκτώ ετών, πήγα σε ένα χωριό κοντά στην πόλη της Μήθυμνας για να επισκεφτώ την αδελφή μου κατά τη διάρκεια του Πάσχα, καθώς ζούσε κοντά σε αυτό το χωριό με τον σύζυγό της. Αλλά μια νύχτα, Άραβες από την Κρήτη υπό την ηγεσία του διαβόητου Νίσιρη, έπεσαν πάνω στο χωριό και αιχμαλώτισαν τους πάντες.[35]

Υπάρχουν μερικά στοιχεία που μας ενδιαφέρουν εδώ. Η Μήθυμνα καταγράφεται ως πόλη που διατηρεί το διοικητικό της καθεστώς στο κείμενο του Νικήτα (ο οποίος φέρων τον τίτλο Μάγιστρος στο παλάτι όλο και κάτι θα ήξερε για το θέμα αυτό). Η συζήτηση των ερευνητών για το διοικητικό καθεστώς των πόλεων στο Μεσαίωνα δεν είχε κοπάσει, αλλά αξίζει να σημειώσουμε ότι η Θεοκτίστη πέφτει θύμα αραβικής επιδρομής μόλις ταξιδέψει έξω από την κατά τεκμήριο οχυρωμένη και καλύτερα φρουρημένη Μήθυμνα, για να επισκεφθεί την αδελφή της σε ένα γειτονικό χωριό.[36] Παρά την παρακμή τους ως αστικά κέντρα, λοιπόν, κάποιες πόλεις της Ρωμανίας ξεχώριζαν από τα γειτονικά χωριά τόσο λόγω των οχυρώσεων τους, όσο και λόγω του ρόλου τους στην κρατική διοίκηση, αλλά και των υπηρεσιών που στεγάζονταν σε αυτές.

Μήπως ο στόλος του Νίσιρι προσάραξε εδώ, στον κόλπο της Πέτρας, λίγα χιλιόμετρα μόλις από τον οχυρωμένο και καλύτερα προστατευμένο οικισμό της Μήθυμνας;

Μπορούμε να αναρωτηθούμε ποιο χωριό να επισκέφτηκε η Θεοκτίστη και ποια ήταν η έκταση της ενδοχώρας της Μήθυμνας κατά τον Μεσαίωνα. Ήταν έδρα επισκοπής, της δεύτερης στο νησί μετά τη Μυτιλήνη, αλλά δεν είναι σαφές ποιο ήταν το territorium της πόλης τον 9ο αιώνα. Μήπως το γειτονικό χωριό που ήταν τόσο εκτεθειμένο στους κουρσάρους ήταν η Πέτρα με την αμμώδη παραλία της, όπου μια πολεμική γαλέρα μπορούσε να ξεμπαρκάρει τους επιδρομείς της; Μήπως η Θεοκτίστη περπάτησε προς την Εφταλού, όπου θα μπορούσε επίσης να προσεγγίσει μια πειρατική γαλέρα σε ασφαλή απόσταση από το κάστρο της Μήθυμνας; Σε κάθε περίπτωση, ορισμένες πραγματικότητες της ζωής στον Μεσαίωνα αναδύονται από την λιτή περιγραφή του Νικήτα. Οι ορφανές κόρες στέλνονται σε μοναστήρια ή, εναλλακτικά, παντρεύονται, όπως στην περίπτωση της αδελφής της Θεοκτίστης, με κάποιον έξω από τον τόπο καταγωγής της, τη Μήθυμνα. Όπως αποδεικνύεται από τους βίους άλλων αγίων, τα χωριά δεν ήταν κλειστές κοινωνίες.[37] Οι κάτοικοί τους επικοινωνούσαν με γειτονικές κοινότητες και τα οικογενειακά δίκτυα εκτείνονταν από χωριό σε χωριό, όπως συμβαίνει και σήμερα.

Αφού λοιπόν αιχμαλωτίστηκε, η Θεοκτίστη μεταφέρθηκε από το νησί και βρέθηκε σε ένα διαφορετικό μέρος του Αιγαίου. Ο Νίσιρης, ο κουρσάρος από την Κρήτη, οδήγησε τον στόλο του στο λιμάνι της Πάρου, σκοπεύοντας να πουλήσει τους αιχμαλώτους του στο τοπικό σκλαβοπάζαρο – ναι η Ρωμανία ήταν δουλοκτητική κοινωνία. Μπορεί να φαίνεται παράξενο ότι ένας μουσουλμάνος κουρσάρος ελλιμενίζεται σε νησί ρωμαϊκό για να πουλήσει Ρωμαίους αιχμαλώτους ως σκλάβους, αυτό μας δίνει όμως μια ένδειξη για τον πορώδη χαρακτήρα των ορίων της εξουσίας σε έναν θαλάσσιο χώρο υπό διαρκή αμφισβήτηση.[38] Στην Πάρο πια, η Θεοκτίστη καταφέρνει να ξεφύγει από το πλήθος των αιχμαλώτων και να τρέξει προς το δάσος στο εσωτερικό του νησιού. Εκεί, στις ερημιές του νησιού, ζούσε μόνη στην άγρια φύση, σε μια πραγματική «έρημο», κατά μία έννοια. Όσο για την Πάρο, το νησί παρουσιάζεται από τον συγγραφέα ως χώρος λίγο πολύ έρημος. Μπορεί να είχε λιμάνι που προσέφερε μια κάποια ασφάλεια αλλά και υποδομές για να φιλοξενήσει έναν αυτοκρατορικό ή και έναν κουρσάρικο στόλο, καθώς και μια αγορά για την πώληση σκλάβων, αλλά στον βίο αυτό περιγράφεται κατά τα άλλα ως μια έρημη περιοχή όπου οι κατσίκες μεγαλώνουν σε σχεδόν αφύσικο μέγεθος και οι κυνηγοί συγκεντρώνονται από μακριά, πηδώντας από νησί σε νησί για να κυνηγήσουν την πολύτιμη πανίδα του.

Ο βυζαντινός δρόμος στην Πάρο. Η Θεοκτίστη μπορεί να έζησε την ασκητική απομόνωση στο νησί, η Πάρος όμως, όπως και μεγάλο μέρος του Αιγαίου, δεν εγκαταλείφθηκε κατά τον Μεσαίωνα. Επιπλέον, η «έρημος» που αναζητούσαν οι ασκητές ήταν συχνά πιο κοντά στον πολιτισμό από ό,τι θα μπορούσε να υποδηλώνει η αγιογραφική εικόνα της απομάκρυνσης από την κοινωνία. Φωτογραφία του Redonnets δημόσια διαθέσιμη.

Η ιστορία της Θεοκτίστης είναι μάλλον λιτή. Ο αφηγητής της ιστορίας, ο ερημίτης Συμεών, απολογείται για την έλλειψη γενεαλογικών και άλλων πληροφοριών σχετικών με τα αγιολογικά κατορθώματα της Θεοκτίστης, αποδίδοντας τη συντομία της ιστορίας στην αμορφωσιά του κυνηγού (που του διηγήθηκε την ιστορία), ο οποίος απαίδευτος ων δεν μπορούσε φυσικά να αξιολογήσει τι ήταν το σημαντικό.[39] Ωστόσο, η ζωή στο νησί, όπως προκύπτει από αυτό το κείμενο, είναι ένα ενδιαφέρον μείγμα επικοινωνίας και απομόνωσης. Σαν τη Λέσβο, με τους ισχυρούς δεσμούς της με την ασιατική περαία πέρα από τις ακτές της, έτσι και η Πάρος φαίνεται να διατηρεί επαφές με πολλές περιοχές. Είναι ο τελικός προορισμός του ταξιδιού ενός κουρσάρου που εμπορεύεται σκλάβους, είναι συνεπώς συνδεδεμένη με δεσμούς δουλείας με το Βόρειο Αιγαίο, τον χώρο δράσης του Νίσιρη. Βρίσκεται επίσης στη θαλάσσια διαδρομή προς την Κρήτη, τον τελικό προορισμό του Νίσιρη, αλλά και προορισμό του Ημέριου και του Νικηφόρου. Επιπλέον, διατηρεί δεσμούς με την ηπειρωτική Ελλάδα. Κυνηγοί ταξιδεύουν προς αυτήν μέσω της νησιωτικής αλυσίδας που συνδέει την άκρη της Εύβοιας με την Πάρο μέσω της Άνδρου, της Τήνου και της Δήλου. Εναλλακτικά, η δυτική διαδρομή μέσω των ακτών της Αττικής, της Κέας, της Κύθνου, της Σερίφου, της Σίφνου και της Αντιπάρου, οδηγούσε επίσης στην Πάρο. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε πως η Πάρος ήταν απομονωμένη.

Μέχρι στιγμής αν και εστιάζουμε στην Θεοκτίστη, δεν έχουμε εμβαθύνει στα της Λέσβου. Η θέση της Πάρου όμως μας βοηθά να εξετάσουμε θέματα που ισχύουν σε όλο το Αιγαίο.[40] Αν η Πάρος λοιπόν βρισκόταν στο τέλος μιας σειράς νησιωτικών σκαλοπατιών νότια και ανατολικά της Εύβοιας, η Λέσβος, σύμφωνα με τον Στράβωνα – του οποίου το έργο αντιγράφηκε εκτενώς στη βυζαντινή εποχή – θεωρούνταν ότι είχε αποκοπεί από το όρος Ίδη της Τρωάδας.[41] Επιπλέον, η γειτνίασή της με τη Μικρά Ασία συνέδεε τη μοίρα της με αυτή την ηπειρωτική μάζα και της έδινε ένα αποφασιστικό στρατηγικό πλεονέκτημα ως ελεγκτή του Κόλπου του Αδραμυττίου, αλλά και όλων των κινήσεων από την Αφρική προς την Κύπρο και από το Νότιο Αιγαίο προς τον Ελλήσποντο και τη Θράκη. Στην εποχή της Θεοκτίστης λοιπόν, η γεωγραφία και η γεωπολιτική υπαγόρευαν ότι η Λέσβος έπρεπε να βρίσκεται υπό τον έλεγχο των αρχών που μεριμνούσαν για την ασφάλεια της Κωνσταντινούπολης. Η επιδρομή του Νίσιρι, αν και καταστροφική, δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να οδηγήσει στην παραχώρηση του νησιού σε ξένη δύναμη. 

Αυτή η γεωγραφική μοίρα εκφράστηκε από νωρίς στην διοικητική οργάνωση της ύστερης αρχαιότητας που ξεκίνησε με τον Διοκλητιανό. Σύμφωνα με τις αποφάσεις του αυτοκράτορα εκείνου το νησί εντάχθηκε στην Υπαρχία της Ανατολής. Κατά τον Ζώσιμο, η υποδιοίκηση αυτή περιλάμβανε την Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία, τη Μικρά Ασία, τη Θράκη, καθώς και τα νησιά της Κύπρου και των Κυκλάδων. Ο Ζώσιμος σημειώνει ρητά ότι η Λήμνος, η Ίμβρος και η Σαμοθράκη εξαιρούνται από αυτή την Υπαρχία, υποδηλώνοντας πιθανώς την ένταξη της Λέσβου στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Κυκλάδων.[42] Σύμφωνα με τη Notitia Dignitatum, ένα έγγραφο που αντικατοπτρίζει τις ρωμαϊκές διοικητικές υποδιαιρέσεις και ρυθμίσεις στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 5ου αιώνα, η provincia insularum (επαρχία των νήσων) ήταν μέρος της Υπαρχίας της Ανατολής και περιλάμβανε τη Λέσβο.[43] Αξίζει να σημειωθεί ότι η έδρα του επαρχιακού κυβερνήτη ήταν η Ρόδος, αν και ο κυβερνήτης διαχείμαζε εναλλάξ στις πέντε μεγαλύτερες πόλεις της επαρχίας, τη Ρόδο, τη Μυτιλήνη, τη Χίο, τη Σάμο και την Κω. Συμπτωματικά, η Ρόδος παρέμεινε έδρα του Βιλαέτιου του Αρχιπελάγους υπό την οθωμανική κυριαρχία μέχρι τον 19ο αιώνα, με τα ίδια νησιά να συγκροτούν τούτη την διοικητική περιφέρεια.

Σφραγίδα του Γεωργίου απουπάτων και γενικού κομερκιάριου της αποθήκης της Καρίας και της Λυκίας (απροσδιόριστο έτος μεταξύ 691/92 και 695/96). Άδεια από τα Μουσεία του Χάρβαρντ

Κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού, η provincia insularum αποσπάστηκε από τη Διοίκηση της Ανατολής και τέθηκε υπό την καιστούρα της Σκυθίας, όπως μας πληροφορεί ο Ιωάννης Λύδος. Εδώ βλέπουμε μια αναδιαμόρφωση της γεωγραφίας, η οποία ένωσε την Κάτω Σκυθία και τη Μυσία, την Καρία, τις Κυκλάδες και την Κύπρο.[44] Στα τέλη του 6ου αιώνα, ο quaestor sacri palatii στην Κωνσταντινούπολη ανέλαβε τη νομική εποπτεία των υποθέσεων των νησιών. Φαίνεται ότι οι αρχές της Κωνσταντινούπολης συστηματικά ενοποιούσαν σε μία επαρχία τα εδάφη κατά μήκος των βασικών θαλάσσιων οδών από την Αίγυπτο στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να εξασφαλίσουν τις προμήθειες σιτηρών προς τα πεινασμένα στόματα του λαού της βασιλεύουσας. Ταυτόχρονα, φαίνεται ότι η δημογραφική κατάρρευση στα εδάφη των βαλκανικών επαρχιών και η ανάγκη για εξεύρεση πόρων για τη συντήρηση των στρατευμάτων στον Δούναβη οδήγησε στη σύνδεση του Αιγαίου με την παραποτάμια αυτή οικονομία και περιοχή, όπως αποδεικνύεται από τα ισχυρά στοιχεία για την παρουσία κεραμικών του Αιγαίου στην περιοχή. Κάπως έτσι η Λέσβος έγινε ένας σημαντικός κρίκος σε μια κρίσιμη αλυσίδα εφοδιασμού και επικοινωνίας. Απέκτησε άμεσες επαφές με κεντρικά πρόσωπα της αυτοκρατορικής διοίκησης στην Κωνσταντινούπολη, ενώ παράλληλα εντάχθηκε στις ευρύτερες προσπάθειες των Ρωμαίων να συνδέσουν αποτελεσματικά και να καταστήσουν αλληλεξαρτώμενες τις διάφορες περιοχές της αυτοκρατορίας.

Αυτές οι αλλαγές επιταχύνθηκαν με την άνοδο του Ισλάμ και την εμφάνιση σοβαρών απειλών από τις ναυτικές δυνάμεις του Χαλιφάτου. Σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται ο Στρατηγός των Καραβισιανών, ως ναυτικός ηγέτης με αποστολή την υπεράσπιση του Αιγαίου.[45] Αν και υπάρχει πλέον ένας διοικητής υπεύθυνος για τον πελαγικό χώρο μεταξύ Ελλάδας και Μικράς Ασίας, δεν υπάρχει ακόμη μια σαφώς καθορισμένη γεωγραφική περιοχή που να συνδέεται με αυτή τη διοίκηση. Χρειάστηκε περισσότερο από ένας αιώνας και δύο πολιορκίες της βασιλεύουσας από ναυτικές δυνάμεις του Χαλιφάτου, για να αναδυθεί το Θέμα των Κιβυρραιωτών, μια επίσημα καθορισμένη γεωγραφική και διοικητική υποδιοίκηση αφοσιωμένη στην άμυνα αυτού του πελαγικού κόσμου. Με τους δρούγκους (στολίσκους) του Κόλπου (της Αττάλειας) και του Αιγαίου, οι ναυτικές μονάδες του Θέματος των Κιβυρραιωτών ήταν πλέον υπεύθυνες για την άμυνα των νησιών, αλλά και των παράκτιων περιοχών έναντί τους, οι οποίες αντιμετωπίζονταν πλέον ως στρατηγικά ενοποιημένος χώρος. Επιπλέον, την ίδια περίοδο, οι διοικητικές και οικονομικές εξελίξεις οδήγησαν στη δημιουργία της Αποθήκης του Αιγαίου, μια ακόμη απόδειξη της αναδυόμενης ξεχωριστής διοικητικής ταυτότητας των νησιών.[46] Η Αποθήκη ήταν μέρος ενός νέου συστήματος εφοδιασμού του στρατού που θέσπισε η ρωμαϊκή κυβέρνηση, για το οποίο οι σφραγίδες των κομερκιαρίων, των αντιπροσώπων της Αποθήκης, αποτελούν κρίσιμη απόδειξη. Τα νησιά ήταν μέρος αυτής της νέας οργάνωσης και δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ένα νησί μεγάλο και πλούσιο όσο η Λέσβος θα εντασσόταν στο νέο σύστημα.[47]

Θέα προς βορρά και βορειοδυτικά προς τη Λήμνο και την Τένεδο από τον Μόλυβο. Στα δεξιά, η άκρη της Τρωάδας. Οι Βάνδαλοι του Βελισσαρίου θα είχαν πλεύσει νότια από το ακρωτήριο Μπαμπάς προς τα δεξιά, νότια/νοτιοδυτικά προς τα αριστερά.

Ένα απόσπασμα του Προκόπιου, ο οποίος έγραψε τον 6ο αιώνα, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού μας δίνει μια ιδέα της θέσης της Λέσβου στα αυτοκρατορικά σχέδια και τις υλικοτεχνικές ανάγκες της Ρωμαϊκής πολιτείας. Εδώ διαβάζουμε ότι, μετά την νικηφόρα εκστρατεία του στη Βόρεια Αφρική, ο Βελισάριος έφερε στην πρωτεύουσα αιχμαλώτους Βανδάλους, τους οποίους ενέταξε σε νέες στρατιωτικές μονάδες. Μερικοί από αυτούς τους αιχμαλώτους επιβιβάστηκαν σε πλοία με προορισμό το ανατολικό μέτωπο και, ενώ έπλεαν κοντά στη Λέσβο, «με τα πανιά πλήρως φουσκωμένα και πιάνοντας τον άνεμο», εξουδετέρωσαν τους ναύτες και έβαλαν πλώρη για την Πελοπόννησο, από όπου επέστρεψαν στην Αφρική.[48] Αυτό το σύντομο απόσπασμα σηματοδοτεί, έμμεσα, τη θέση της Λέσβου στις ρωμαϊκές θαλάσσιες οδούς κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Το νησί ήταν καίριος κόμβος στις θαλάσσιες διαδρομές από Βορρά σε Νότο και τανάπαλι. Κατά καιρούς το επισκέπτονταν πλοία που έπλεαν στο εσωτερικό πέρασμα από τη Μήθυμνα, ανατολικά προς το Αδραμύττιο, πριν στρίψουν νότια προς τη Μυτιλήνη και πιθανόν αγκυροβολήσουν όπου ήταν απαραίτητο στα προστατευμένα νερά μεταξύ της Λέσβου και της Μικράς Ασίας. Εναλλακτικά, όπως στην περίπτωση των επαναστατημένων Βανδάλων, μπορούσε κανείς να πάρει την Δυτική διαδρομή, πλέοντας στα ανοιχτά του Σιγρίου και εκμεταλλευόμενος τους σταθερούς βορειοδυτικούς ανέμους του Αιγαίου που τον ωθούσαν προς τα νότια. Η σημασία του Σιγρίου ως σταθμού στα ταξίδια του Αιγαίου επιβεβαιώνεται και από τον Θεοφάνη τον Ομολογητή, ο οποίος, γράφοντας στις αρχές του 9ου αιώνα, σημειώνει, καθώς περιγράφει τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού, ότι ο επίσκοπος της Αλεξάνδρειας Ελπίδιος διατάχθηκε να μεταφερθεί στην πρωτεύουσα με αλυσίδες, αλλά πέθανε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, καθώς το πλοίο του έδεσε στο Σίγρι.[49]

Η θέση της Λέσβου στον αυτοκρατορικό σχεδιασμό είναι επίσης εμφανής στο Περί Βασιλείου Τάξεως του 10ου αιώνα, στο οποίο σώζεται ένα σταδιοδρομικόν (ένα δρομολόγιο θαλάσσιου ταξιδιού σε μίλια) για την εκστρατεία που ηγήθηκε ο κουβικούλαριος Κωνσταντίνος Γογγύλιος κατά του Εμιράτου της Κρήτης το 949 μ.Χ. Το έγγραφο αυτό παρέχει μια λεπτομερή θαλάσσια διαδρομή μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Κρήτης, στην οποία η Λέσβος αποτελεί σταθμό. Βλέπουμε εδώ ότι ο στόλος ξεκινά από την Κωνσταντινούπολη, προχωρά προς την Ηράκλεια και από εκεί προς την Προκόννησο. Από την Προκόννησο ο στόλος βάζει πλώρη προς την Άβυδο και στη συνέχεια προς Τα Πεύκια, την Τένεδο, τη Μυτιλήνη, τη Χίο, από όπου συνεχίζει προς Σάμο, Φούρνους, Νάξο, Ίο, Θήρα και Θηρασιά. Από τη Θηρασία ο στόλος διασχίζει προς Τα Χριστιανά, από όπου πηγαίνει στη Δία και τελικά στην Κρήτη, καλύπτωντας συνολικά 792 ρωμαϊκά μίλια. [50] Οι συχνές στάσεις σε τόσα διαφορετικά λιμάνια πιθανόν οφείλονταν στην τεράστια κατανάλωση νερού από τα πληρώματα οποιουδήποτε κωπήλατου στόλου.[51] Μια εναλλακτική διαδρομή, η οποία οδήγησε τον προσκυνητή Άντομναν από την Κρήτη στην Κωνσταντινούπολη τον 7ο αιώνα, αποφεύγει τις περισσότερες στάσεις, με τη Νάξο και την Τένεδο να καταγράφονται ως τα μόνα λιμάνια μεταξύ Κρήτης και Κωνσταντινούπολης. Σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, πιθανότατα έχουμε να κάνουμε με ένα ιστιοφόρο εμπορικό πλοίο σε θερινό δρομολόγιο. [52] Όπως και οι στασιαστές Βάνδαλοι στην περιγραφή του Προκόπιου, ο Άντομναν πιθανότατα έπλευσε δυτικά της Λέσβου, αφήνοντας το Σίγρι και τη Μήθυμνα στα ανατολικά του με προορισμό την Τένεδο. Συνολικά, όταν σκεφτόμαστε τη θέση της Λέσβου στα δίκτυα επικοινωνιών του Αιγαίου, πρέπει να σημειώσουμε ότι από την Ύστερη Αρχαιότητα και μετά παρατηρήθηκε δραματική μείωση της κυκλοφορίας σε σημαντικά εμπορικά κέντρα της Μικράς Ασίας, όπως η Μίλητος και η Έφεσος, ως αποτέλεσμα της προσάμμωσης των λιμανιών τους. Αυτό, με τη σειρά του, οδήγησε σε αναδιάταξη των εμπορικών ατραπών, με τους ναυτικούς να επιλέγουν λιμάνια στα μεγάλα νησιά του Αιγαίου, όπως η Λέσβος, η Χίος και η Σάμος. [53]

Η Καλντέρα της Θήρας. Αεροφωτογραφία από τον kallerna, στο δημόσιο τομέα.

Καθώς η συζήτηση για τα ταξιδιωτικά δρομολόγια στο Αιγαίο εντάσσει τη Λέσβο σε μια ευρύτερη θαλάσσια γεωγραφία, είναι χρήσιμο να επιστρέψουμε στις πηγές μας και να διαβάσουμε ξανά τον Θεοφάνη, στο έργο του οποίου η Λέσβος συνδέεται με το υπόλοιπο Αιγαίο μέσω μιας φυσικής καταστροφής. Το 726 μ.Χ. η Θηρασία, ανοιχτά της Θήρας, έδωσε την μεγαλύτερη ηφαιστειακή έκρηξη των ιστορικών της χρόνων. Ο Θεοφάνης σημειώνει για αυτό το γεγονός:

ένας ατμός σαν από καμίνι έβραζε για μερικές ημέρες από τα βάθη της θάλασσας μεταξύ των νησιών Θήρας και Θηρασίας. Καθώς σταδιακά γινόταν πιο πυκνός και γέμιζε με πέτρες λόγω της θερμότητας της φλόγας, όλος ο καπνός πήρε μια φλογερή όψη. Στη συνέχεια, λόγω της πυκνότητας της γήινης ουσίας, κομμάτια ελαφρόπετρας μεγάλα όσο λόφοι ολάκεροι εκτοξεύτηκαν σε όλη τη Μικρά Ασία, τη Λέσβο, την Άβυδο και την παράκτια Μακεδονία, με αποτέλεσμα ολόκληρη η επιφάνεια της θάλασσας να γεμίσει με επιπλέουσες ελαφρόπετρες. Στη μέση μιας τόσο μεγάλης φωτιάς σχηματίστηκε ένα νησί που δεν υπήρχε προηγουμένως και ενώθηκε με το Ιερό Νησί, όπως ονομάζεται· γιατί, όπως τα προαναφερθέντα νησιά Θήρα και Θηρασιά είχαν κάποτε αναδυθεί, έτσι και αυτό, στις μέρες του εχθρού του Θεού Λέοντα.[54]

Τι να συμπεράνουμε από αυτή την πλάγια αναφορά στη Λέσβο; Ο Θεοφάνης περιγράφει εδώ μία από τις πιο σημαντικές γεωλογικές στιγμές του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, ένα γεγονός που άφησε σαφώς το σημάδι του στη συνείδηση των Ρωμαίων μέχρι και την ίδια την πρωτεύουσα. Το ρωμαϊκό κράτος, μετά από αυτή την έκρηξη, χρειάστηκε να διαχειριστεί τις συνέπειες της σε ακτές, νησιά, αλλά και στην ηπειρωτική χώρα. Ο Θεοφάνης υποστήριξε μάλιστα ότι η έκρηξη τόσο τρόμαξε τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄, ώστε τον ώθησε με ταχύ βήμα προς την εικονομαχία. Για τον ηγέτη των Ρωμαίων το γεγονός ήταν σαφής έκφραση της οργής του Θεού. [55] Οι γεωγραφικές αναφορές σε αυτή τη σύντομη παράγραφο δεν είναι επομένως ασήμαντες. Αποτελούν μια προσπάθεια εκ μέρους ενός πρωτευουσιάνου συγγραφέα να περιγράψει το συμβάν και να το καταστήσει κατανοητό στους αναγνώστες του. Εδώ αναφέρονται τρία νησιά, εκ των οποίων η Θήρα και η Θηρασιά είναι τα επίκεντρα του δράματος. Ο υπόλοιπος νησιωτικός κόσμος του Αιγαίου εκπροσωπείται μόνο από τη Λέσβο, ενώ η ηπειρωτική χώρα χαρακτηρίζεται από αναφορές στη Μικρά Ασία και τη Μακεδονία. Μια πόλη, η Άβυδος στον Ελλήσποντο, σηματοδοτεί πιθανώς το εξωτερικό όριο του φαινομένου που περιγράφεται, δηλαδή την κάλυψη ολόκληρης της περιοχής από ηφαιστειακή τέφρα. Πολλά νησιά ιστορικής σημασίας θα μπορούσαν να αναφερθούν εδώ, αλλά ο Θεοφάνης αναφέρει μόνο τη Λέσβο, ίσως λόγω της οικονομικής και πολιτιστικής της σημασίας, ή πιθανώς εκφράζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι κύκλοι της Κωνσταντινούπολης έβλεπαν το Αιγαίο, ένα χώρο που κατά καιρούς στο φαντασιακό τους ταυτιζόταν με τη Λέσβο.

Ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή στην Έφεσο, η λατρεία του οποίου εξαπλώθηκε ευρύτερα στην περιοχή, φτάνοντας μέχρι τη Μυτιλήνη. Φωτογραφία του José Luiz Bernardes Ribeiro δημόσια διαθέσιμη.

Μια άλλη πτυχή αυτής της περιγραφής της Λέσβου είναι η συγκεκριμένη, παρατακτική αναφορά δίπλα στη Μικρά Ασία. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει, η σχέση με την Ασία ήταν ένα χαρακτηριστικό της ζωής στη Λέσβο, το οποίο καταγράφεται και σε άλλες βυζαντινές πηγές της εποχής. Στην πραγματικότητα, μία από τις πρώτες συναντήσεις του Αγίου Δαβίδ της Λέσβου, όπως καταγράφεται στον Βίο των Αγίων Δαβίδ, Συμεών και Γεωργίου της Λέσβου, ήταν με τον «Αντώνιο, δούλο του Χριστού», ο οποίος, όταν ρωτήθηκε εν μέσω καταρρακτώδους βροχής από πού ήταν, έδειξε προς την απέναντι ακτή του όρους Ίδη στην Τρωάδα.[56] Στην πραγματικότητα, λίγο μετά από αυτή τη συνάντηση, ο Δαβίδ άφησε την οικογένειά του και κατευθύνθηκε και εκείνος προς την Ίδη.[57] Ενώ βρισκόταν σε εκείνη την περιοχή, πέρασε χρόνο στην περιοχή της Γάργαρας, μιας πόλης απέναντι από τη Λέσβο, ενισχύοντας την ιδέα της σύνδεσης του νησιού με την Περαία του. Πάνω από μια δεκαετία μετά την εγκατάστασή του στην περιοχή και την ίδρυση ενός μοναστηριού, η μητέρα του Δαυίδ θέλησε να τον δει και ταξίδεψε από τη Λέσβο στην Ασία, ενισχύοντας για άλλη μια φορά την ιδέα ότι αυτό το πέρασμα ήταν συνηθισμένο για τον πληθυσμό του νησιού.[58]

Μετά το θάνατο του Δαβίδ, οι αδελφοί του Γεώργιος και Συμεών, που είχαν επίσης καρεί μοναχοί, καταλήγουν στη Λέσβο, αν και ο Βίος τους μετατοπίζει την αφήγηση από την Ασία στο νησί χωρίς προειδοποίηση, σαν το πέρασμα αυτό να μην ενείχε κάποια ιδιαίτερη δυσκολία. [59] Έτσι, χωρίς καμία προειδοποίηση, βρισκόμαστε στη Μυτιλήνη, για άλλη μια φορά σε νησιωτικό χώρο. Μόλις επέστρεψαν στο νησί, οι δύο αδελφοί αναζήτησαν την αδελφή τους Ιλαρία, η οποία ήταν μοναχή στον κατά τα άλλα μη πιστοποιημένο Ναό του Θεολόγου και Ευαγγελιστή Ιωάννη. Όπως σημειώνουν οι μεταφραστές του Βίου, το σχετικά σύντομο από θαλάσσης ταξίδι από το νησί στον περιώνυμο Ναό του Θεολόγου στην Έφεσο, πιθανόν έκανε τη λατρεία του Ευαγγελιστή δημοφιλή στη Λέσβο.[60] Αυτές οι συνδέσεις με την απέναντι ακτή επιβεβαιώνονται όταν ένα πλοίο φτάνει στη Λέσβο από τη Σμύρνη μετά από πενθήμερο ταξίδι, το οποίο πιθανότατα περιλάμβανε στάσεις στη Χίο ή σε άλλα γειτονικά λιμάνια.[61] Σε αυτή την περίπτωση, το πλοίο ξεφόρτωσε 500 μόδιους σιτηρών ως δωρεά του Σμυρναίου καραβοκύρη στο μοναστήρι του Γεωργίου και του Συμεών, αποδεικνύοντας τη μεγάλη οικονομική και πνευματική διασύνδεση και αλληλεξάρτηση της περιοχής.

Ο Δανιήλ ο Στυλίτης από το Μηνόλογιο του Βασιλείου Β΄. Ο Συμεών της Λέσβου διαμόρφωσε την ασκητική του ζωή με πρότυπο τον Δανιήλ. Εικόνα στο δημόσιο χώρο.

Ο Βίος των Αγίων Δαβίδ, Συμεών και Γεωργίου της Λέσβου μας δίνει επίσης μια εικόνα του πνευματικού τοπίου του νησιού. Από αυτήν είναι σαφές ότι υπάρχουν ασκητές που περιπλανώνται στα ρουμάνια και τις πλαγιές και ζουν έξω από τις πόλεις. Αυτοί όμως οι ασκητές διασταυρώνονται τακτικά με τις επίσημες εκκλησιαστικές αρχές που έχουν εγκατασταθεί στις πόλεις των νησιών. Όταν επιστρέφει στη Λέσβο, ο Συμεών μετακομίζει στη Μυτιλήνη και στήνει τον στύλο του στην εκκλησία της Παναγίας στο Μόλο, κοντά στο νότιο λιμάνι. [62] Εδώ ασκεί μια μορφή ασκητισμού με συριακές ρίζες, που έκανε την εμφάνιση της αιώνες πριν με τον ομώνυμό του, Συμεών τον Στυλίτη (περ. 390-459 μ.Χ.). Οι στυλίτες δεν παρέμειναν ένα συριακό φαινόμενο. Τον 5ο αιώνα, ο Άγιος Δανιήλ (409-490 μ.Χ.) είχε φέρει πια την πρακτική αυτή στην βασιλεύουσα, κερδίζοντας τόσο αυτοκρατορική προστασία όσο και αστική φήμη. Ο Συμεών μιμήθηκε τον Δανιήλ τοποθετώντας τον στύλο του στα περίχωρα ενός αστικού κέντρου (Μυτιλήνη). Σε εκείνη την τοποθεσία ο Συμεών υιοθέτησε μια ενδιαφέρουσα στάση. Απομακρυσμένος από τους περαστικούς λόγω του ύψους του στύλου του, μπορούσε να συλλογιστεί τον Θεό, ενώ ταυτόχρονα ήταν περίοπτος και προσέλκυε πλήθη που ενδιαφέρονταν να μάθουν περισσότερα για την ευσέβεια και τη φημισμένη αγιότητά του.[63] Στην πραγματικότητα διαβάζουμε στο αγιολογικό κείμενο ότι:

Γιατί πριν περάσουν δύο χρόνια, όλοι όσοι κατείχαν εξουσία και θέσεις τιμής άρχισαν να έρχονται στον μεγάλο Συμεών για να λάβουν την ευλογία του και να εξομολογηθούν τις προσωπικές τους αμαρτίες, όχι μόνο όσοι ζούσαν κοντά και σε λογική απόσταση, αλλά και όσοι ζούσαν μακριά. Ως αποτέλεσμα, ορισμένοι άνθρωποι από την εκκλησία των Σμυρναίων του έφεραν πολύτιμα αντικείμενα για την κατασκευή μοναστηριών για τις ψυχές [των ανθρώπων], τα οποία δημιουργήθηκαν με τη βοήθεια του Θεού και στέκονται ακόμα και σήμερα.[64]

Σαν ζωντανό άγαλμα, ο Συμεών έγινε ένα νέο είδος ορόσημου, που συναγωνιζόταν τον καθεδρικό ναό του επισκόπου για την προσοχή των χριστιανών. Όπως υποδηλώνει το παραπάνω απόσπασμα, το χάρισμα του στυλίτη και η περίοπτη του θέση πάνω στον στύλο τον έκαναν το επίκεντρο της προσοχής επιφανών προσώπων, τα οποία διαφορετικά θα συγκεντρώνονταν γύρω από τον επίσκοπο. Η κατάσταση δημιούργησε εντάσεις, οι οποίες έφεραν στη Μυτιλήνη μια από τις κεντρικές δυναμικές της χριστιανικής ιστορίας, την αντιπαράθεση μεταξύ του επίσημου και του ανεπίσημου χριστιανισμού, όπως τούτη εκφράζεται μέσα από τον ανταγωνισμό μεταξύ της επίσημης Εκκλησίας και του ασκητικού κινήματος.

Η πρωτοβυζαντινή βασιλική στο Χαλινάδο βρίσκεται στη μέση των χωραφιών, πιθανώς αντιπροσωπεύοντας μια προσπάθεια της ελίτ να αποτυπώσει τη σφραγίδα του Χριστιανισμού στο τοπίο της Λέσβου.

Παρά την εστίαση των αγιολογικών κειμένων σε Λέσβιους ήρωες της πίστης, οι μελέτες υποδηλώνουν ότι η Λέσβος άργησε να υιοθετήσει τον χριστιανισμό και ότι, όταν αυτό συνέβη, ο εκχριστιανισμός προωθήθηκε από την κορυφή προς τα κάτω, με την ώθηση των τοπικών ελίτ που επιδίωκαν να προσαρμοστούν σε εξωγενείς πολιτικές και πολιτισμικές πραγματικότητες. Αν και ξεκίνησε αργά, ο εκχριστιανισμός προχώρησε με γοργούς ρυθμούς, αφήνοντας το σημάδι του στο νησί με τις πολυάριθμες παλαιοχριστιανικές βασιλικές που βρίσκονται διάσπαρτες σε όλη την έκταση του.[65] Ορισμένες από αυτές τις εκκλησίες, όπως η βασιλική στο Χαλινάδο, βρίσκονται στη μέση των αγρών. Εδώ ο τοπικός ευεργετισμός βρίσκει την έκφρασή του σε ποιμενικά τοπία που ήταν χαρακτηριστικά της ζωής των ελίτ της Λέσβου ήδη από την εποχή του Λόγγου.

Δεν γνωρίζουμε σε ποιο βαθμό η μετάβαση στους λεγόμενους «Σκοτεινούς Χρόνους» σήμανε το τέλος της προηγούμενης αγροτικής ευημερίας. Σίγουρα πάντως άλλαξε δραματικά την ζωή των πόλεων του νησιού, καθώς αναδιαμόρφωσε τους αστικούς χώρους σε ολόκληρο τον ρωμαϊκό κόσμο της Ανατολής. Οικισμοί όπως η Μήθυμνα, που είχαν επεκταθεί μέχρι τα βράχια βόρεια του κάστρου, με θέα στη θάλασσα, τώρα υποχωρούν προς το ύψωμα, που μέχρι και σήμερα στέφεται από ένα φρούριο της βυζαντινής εποχής (με σημαντικές γενουατικές και οθωμανικές προσθήκες).[66] Ο τρόπος ζωής που εκφραζόταν από τα ρωμαϊκά οικήματα και τα λουτρά της κάτω Μήθυμνας δεν μπορούσε πλέον να υποστηριχθεί υλικά στην πολύ φτωχότερη ρωμαϊκή πραγματικότητα του 7ου, 8ου και 9ου αιώνα και, επιπλέον, δεν ήταν ασφαλής δίπλα στη θάλασσα που έκρυβε πλέον κάθε είδους απειλές. Αυτές οι απειλές αποτυπώνονται εύγλωττα στην ακόλουθη επιστολή του 8ου αιώνα του Ιγνάτιου του Διακόνου προς τον Διάκονο Νικηφόρο:

Δεν είστε πια, Κρήτη και Κύπρος, Εύβοια, Λέσβος, Σαρδηνία και η Σικελία, πλούσια σε κτήσεις, τα πρώτα φρούτα, για να το πούμε έτσι, της θάλασσας. <Δεν υπάρχουν πια,>… επειδή κινδυνεύουν να μην ανήκουν πια στους Χριστιανούς και να απομονωθούν λόγω των αμαρτιών μας, θύματα του εχθρού».[67]

Το απόσπασμα του Ιγνάτιου είναι συναρπαστικό. Από τη μία πλευρά, η προφανής έμφαση στην ανασφάλεια εξηγεί την προαναφερθείσα «μετανάστευση» των κατοίκων της Μήθυμνας προς υψηλότερα υψόμετρα. Από την άλλη, βρίσκουμε τη Λέσβο να αναφέρεται μεταξύ των μεγαλύτερων νησιών της Ανατολικής Μεσογείου, μια ακόμη σαφής επιβεβαίωση της σημασίας της.

Η Ειρήνη της Αθήνας, αυτοκράτειρα των Ρωμαίων, εξορίστηκε στη Λέσβο από τον Νικηφόρο Α΄ το 802 μ.Χ. Φωτογραφία δημόσια προσβάσιμη.
Στέφανος Λεκαπηνός
Λέων Φωκάς
Ιωάννης Ορφανοτρόφος
Κωνσταντίνος Μονομάχος

Διάσημοι εξόριστοι που έζησαν στη Λέσβο. Οι περισσότεροι από αυτούς πέρασαν χρόνια είτε στη Μυτιλήνη ή στη Μήθυμνα.

Με την έλευση του Χριστιανισμού, πολύ πριν από την εμφάνιση των προβλημάτων και κινδύνων που αναφέρονται στην επιστολή του Ιγνάτιου, αυτό το σημαντικό νησί του Αιγαίου βίωσε τον θρησκευτικό σεκταρισμό. Ο ρωμαϊκός κόσμος διαταράχθηκε από νωρίς επανειλημμένα από δογματικές διαμάχες και η Λέσβος δεν έμεινε αμέτοχη σε αυτές. Φαίνεται ότι αρχικά οι επισκοπικές αρχές έκλειναν προς τον Αρειανισμό. Αυτό εξηγεί ίσως και την απουσία επισκόπου από τη Λέσβο από τη Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ. Λίγο αργότερα, στη Σύνοδο της Σελεύκειας, ο επίσκοπος της Λέσβου, ένας άνδρας με το όνομα Ευάγριος, καθαιρέθηκε λόγω των συμπαθειών του προς τους οπαδούς του Ακακίου της Καισαρείας. Τον 6οαιώνα, δύο επισκοπές είναι πλέον παρούσες στο νησί, μετά την ανάδειξη της Μήθυμνας ως εναλλακτικού κέντρου της Μυτιλήνης. Σε αυτό το σημείο, ο επίσκοπος Ζαχαρίας της Μυτιλήνης απέχει από την καταδίκη των μονοφυσιτών πατριαρχών Άνθιμου και Σεβήρου, υποδηλώνοντας ότι πιθανόν μοιραζόταν τις πεποιθήσεις τους. Μια πιο «ορθόδοξη» εκκλησιαστική ιστορία φαίνεται να αναδύεται τον 8ο αιώνα, όταν αγιολογικά κείμενα μαρτυρούν την παρουσία του Αγίου Ανδρέα της Κρήτης ως εικονόφιλου εξόριστου στην Ερεσό.[68] Με τον Ανδρέα η Λέσβος επανασυνδέεται με το κλασικό ρωμαϊκό της παρελθόν με έναν μάλλον διαφορετικό τρόπο. Αναδύεται για άλλη μια φορά ως τόπος εξορίας. Στις αρχές του 9ου αιώνα, η εκθρονισμένη αυτοκράτειρα Ειρήνη εκτοπίστηκε στη Λέσβο, για να απομακρυνθεί από τους υποστηρικτές της στην πρωτεύουσα. Η Ειρήνη πιθανότατα πέθανε στο νησί, από όπου η σορός της μεταφέρθηκε στο μοναστήρι που είχε ιδρύσει στην Πρίγκηπο της Προποντίδας.[69]

Η ιστορία της εξορίας της Ειρήνης στη Λέσβο αξίζει την προσοχή μας. Καταγράφοντας αυτό το γεγονός, ο Θεοφάνης σημειώνει συγκεκριμένα:

Γνωρίζοντας ότι όλοι οι άνδρες ήταν ενοχλημένοι μαζί του και φοβούμενος ότι, έχοντας κατά νου τις γενναιόδωρες τάσεις της ευσεβούς Ειρήνης, θα την προσκαλούσαν ξανά να αναλάβει την εξουσία, τον μήνα Νοέμβριο, ενώ ένας σκληρός χειμώνας είχε έρθει στη χώρα, ο ανελέητος αυτός άνδρας, αντί να τη λυπηθεί, την εξόρισε στο νησί της Λέσβου και διέταξε να φυλάσσεται καλά και να μην δέχεται κανέναν επισκέπτη.[70]

Για άλλη μια φορά, λίγα λέγονται για το νησί, αλλά πολλά υπονοούνται. Η Ειρήνη εξορίστηκε αρχικά στο ιδιωτικό μοναστήρι της στην Πρίγκηπο στην Θάλασσα του Μαρμαρά. Ωστόσο, είναι σαφές ότι η Πρίγκηπος ήταν πολύ κοντά στους υποστηρικτές της. Πολλοί άνθρωποι που ήταν πολιτικά συνδεδεμένοι μαζί της βρισκόταν κοντά της και αυτό την έκανε επικίνδυνη ακόμη για τον αυτοκράτορα. Η Λέσβος, από την άλλη πλευρά, ήταν αρκετά μακριά, ώστε η αποστολή της εκεί να λύνει ίσως αυτό το πρόβλημα μειώνοντας την επιρροή της. Όπως είδαμε ήδη, η Λέσβος αν και σε απόσταση από την πρωτεύουσα, παρέμενε σταθερά στο μυαλό των Κωνσταντινουπολιτών, ώστε να φαίνεται ως μια ασφαλής επιλογή. Αυτή η ενδιάμεση θέση – όχι πολύ κοντά, ούτε πολύ μακριά – ήταν που την έκανε κατάλληλη ως τόπο εξορίας. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι ο Πατριάρχης Ιγνάτιος, ο Στέφανος Λεκαπηνός, ο Λέων Φωκάς, ο Ιωάννης Ορφανοτρόφος και ο Κωνσταντίνος Μονομάχος εξορίστηκαν όλοι στη Λέσβο, για να αναφέρουμε μερικούς από τους πιο διάσημους Ρωμαίους που πάτησαν το πόδι τους στο νησί μετά την εξορία της Ειρήνης. Οι πέντε αυτοί άνδρες αντιπροσωπεύουν ένα ενδιαφέρον μείγμα εξόριστων αξιωματούχων. Ο Ιγνάτιος είναι ένας από τους πρωταγωνιστές της εκκλησιαστικής πολιτικής του 9ου αιώνα, ένας συντηρητικός κληρικός, ο οποίος ήρθε σε σύγκρουση με τον Φώτιο και βρέθηκε εξόριστος, έχοντας κάνει εχθρούς στο αυτοκρατορικό παλάτι. Τελικά, το νησί κρίθηκε πολύ απομακρυσμένο για να μπορεί να ασκηθεί αποτελεσματικός έλεγχος σε αυτή την εξέχουσα εκκλησιαστική προσωπικότητα, και ο Ιγνάτιος μεταφέρθηκε πίσω στον Τερέβινθο της Προποντίδας. [71] Περίπου ογδόντα χρόνια αργότερα, ο Στέφανος Λεκαπηνός, γιος του αυτοκράτορα Ρωμανού Α΄, καθαίρεσε τον πατέρα του σε μια προσπάθεια να διεκδικήσει τον θρόνο για τον εαυτό του. Το μόνο που κατάφερε ήταν να βάλει στο παιχνίδι τον ως τότε παραγκωνισμένο Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητος – τον υιό του Λέοντα του ΣΤ΄ που είχε γεννηθεί στο παλάτι πριν τελικά ποδηγετηθεί από τον Ρωμανό. Ο Κωνσταντίνος λοιπόν εξόρισε τον συνωμότη Στέφανο πρώτα στην Προκόνησο της Προποντίδας, μετά στη Ρόδο και τελικά στη Λέσβο. Εκεί εκείνος πέρασε τα πρώτα χρόνια στη Μυτιλήνη, για να μεταφερθεί αργότερα στη Μήθυμνα. Ενώ βρισκόταν στη Λέσβο, μακριά από το αυτοκρατορικό παλάτι, ο Στέφανος παρέμεινε σημείο αναφοράς για τους φίλους των Λεκαπηνών και συμμετείχε σε μια απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του Κωνσταντίνου, η οποία όμως απετράπη. Φαίνεται λοιπόν ότι, παρά την απόσταση που έκανε το νησί ασφαλή τόπο εξορίας για την Ειρήνη, η Λέσβος παρέμενε εντούτοις εντός του ορίζοντα της πρωτεύουσας, σε τέτοιο βαθμό που ο πρωθυπουργός του Ρωμανού Β΄(γιου του Κωνσταντίνου), ο Ιωσήφ Βρίγγας, έθεσε τον Στέφανο υπό στενή φύλαξη.

Όπως και να ‘χει οι αρχές παρέμειναν ικανοποιημένες με τη Μήθυμνα ως τόπο εξορίας για τους ισχυρούς και λίγα μόνο χρόνια αργότερα ο Λέων Φωκάς, αδελφός του διάσημου πολεμιστή αυτοκράτορα Νικηφόρου, όντας ο ίδιος διακεκριμένος στρατηγός, στάλθηκε εκεί μαζί με τον γιο του Νικηφόρο. Για άλλη μια φορά, όμως, η Μήθυμνα αποδείχθηκε πολύ καλά συνδεδεμένη με την πρωτεύουσα και ο Λέων συνέχισε να συνωμοτεί εναντίον του Τσιμισκή. Οι πηγές που αναφέρονται στην εξορία του Λέοντος τοποθετούν ρητά την Άβυδο, μια πόλη στο στόμιο του Ελλήσποντου, σε άμεση επαφή με τη Μήθυμνα, παρέχοντας έτσι μια πιθανή οδό επικοινωνίας μεταξύ της πρωτεύουσας και του νησιού. Σε αυτή την περίπτωση, ήταν ο επίσκοπος της Αβύδου που παρέμεινε σε επαφή με τον εξόριστο πολεμιστή. [72] Το 1042 μ.Χ, η Λέσβος φιλοξένησε έναν άλλο διακεκριμένο εξόριστο, τον ικανότατο και ραδιούργο Ιωάννη Ορφανοτρόφο, ο οποίος εκτοπίστηκε από την πρωτεύουσα από τον ίδιο του τον συγγενή και αυτοκράτορα, Μιχαήλ Ε΄. Δεν είναι σαφές αν ο Ιωάννης συνάντησε εκεί τον Κωνσταντίνο Μονομάχο, έναν αστό αριστοκράτη με πολλές διασυνδέσεις στην αυλή, ο οποίος τελικά έγινε αυτοκράτορας στα μέσα του αιώνα και βασίλεψε για δεκατρία χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Ο Μονομάχος έζησε στη Λέσβο με την Σκλήραινα, την αριστοκράτισσα ερωμένη του, από το 1035 έως το 1042, πριν μετακομίσουν και οι δύο στην Κωνσταντινούπολη, όταν η χήρα αυτοκράτειρα Ζωή τους κάλεσε στην πρωτεύουσα. Ο μεν Μονομάχος έγινε σύζυγός της Ζωής, η δε Σκλήραινα μπήκε στην αυλή ως επίσημη αυτοκρατορική ερωμένη με απόφαση της Συγκλήτου.[73]

Καθώς κλείνουμε την παρέκβαση για τη Λέσβο ως τόπο εξορίας, ας επιστρέψουμε στο Βίο των Αγίων Δαβίδ, Συμεών και Γεωργίου της Λέσβου, σύμφωνα με τον οποίο ο λαός της Λέσβου παρέμεινε σταθερά προσηλωμένος στη λατρεία των εικόνων. Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα αν αυτό είναι αληθεύει ή όχι. Το αγιολογικό αυτό κείμενο είναι, όπως και να το κάνουμε, ένα μεροληπτικό έγγραφο. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν ο «αιρετικός» επίσκοπος Λέων, τον οποίο ο συγγραφέας της βιογραφίας περιγράφει ως «χοίρο» που εισέρχεται και μολύνει ένα εκκλησιαστικό κτίριο, δεν ήταν στην πραγματικότητα δημοφιλής μεταξύ των νησιωτών.[74] Τα ζητήματα της αίρεσης και της ορθοδοξίας βρίσκονται στο επίκεντρο της αφήγησης αυτής της βιογραφίας, αλλά πέρα από την προσπάθεια να παρουσιάσει το νησί και τους κατοίκους του ως αφοσιωμένους ορθόδοξους χριστιανούς, η πλοκή ενισχύει επίσης την ιδέα ότι το νησί και η πρωτεύουσα ήταν σε τακτική επικοινωνία. Ο αιρετικός κυβερνήτης του νησιού ταξιδεύει στην πρωτεύουσα όταν προσβάλλεται από ασθένεια. Στη συνέχεια, φοβούμενος για τη ζωή του, ζητά τη μεσολάβηση του Ορθόδοξου Αγίου Συμεών, ο οποίος επιβιβάζεται σε πλοίο με προορισμό την βασιλεύουσα, σαν να επρόκειτο για ένα συνηθισμένο ταξίδι. Ιστορίες εξορίας και αγιότητας φαίνεται να συνδέουν λοιπόν το κέντρο της αυτοκρατορίας με τις επαρχίες και, σε αυτό το πλαίσιο, ο αιρετικός επίσκοπος Λέων ταξιδεύει ο ίδιος στην Κωνσταντινούπολη για να ζητήσει υποστήριξη εναντίον του Αγίου Συμεών, του οποίου η δημοτικότητα, όπως είδαμε ήδη, αποτελούσε πρόβλημα για την επισκοπική του εξουσία.[75]

Δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίζουμε αν οι ιστορίες που αναφέρονται στο Βιο των Αγίων Δαβίδ, Συμεών και Γεωργίου της Λέσβου έχουν κάποια σχέση με την πραγματικότητα. Είναι πιθανό οι νησιώτες να ήταν αρκετά πιο αδιάφοροι για τα ζητήματα της Ορθοδοξίας από ό,τι ο ευσεβής αγιολόγος θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε. Οι Haldon και Brubaker προτείνουν να θεωρήσουμε τη στάση του λαού απέναντι στην εικονομαχία ως ευέλικτη και ρευστή, καθώς οι άνθρωποι ήταν πιο πρόθυμοι να ακολουθήσουν την αυτοκρατορική βούληση από ό,τι υποδηλώνουν τα αγιολογικά κείμενα στην προσπάθειά τους να παρουσιάσουν τη σύγκρουση ως ηρωικό αγώνα του καλού ενάντια στο κακό. [76] Ωστόσο, οι περιγραφές των ταξιδιών των ηρώων της αγιολογίας στο χώρο μαρτυρούν μια γενική αντίληψη ότι η Λέσβος ήταν πράγματι ενσωματωμένη σε ευρύτερες γεωγραφίες. Η ιστορία των Αγίων Συμεών και Γεωργίου της Λέσβου γίνεται δε ακόμη πιο ενδιαφέρουσα καθώς στο τελευταίο στάδιο της ζωής τους εμπλέκονται στον λεγόμενο «Θρίαμβο της Ορθοδοξίας», την συνοδική δράση οποία βάζει τέλος στην εικονομαχία. Αν η βιογραφία τους είναι αξιόπιστη, τότε συμμετείχαν στη σύνοδο, η οποία υπό την καθοδήγηση του πατριάρχη Μεθοδίου έθεσε τέλος στη διαίρεση της Εκκλησίας και αποκατέστησε τη λατρεία των εικόνων. Επιπλέον, ο Συμεών διορίστηκε Σύγκελλος του πατριάρχη, ενώ στον Γεώργιο προσφέρθηκε η Επισκοπή της Εφέσου.[77] Για άλλη μια φορά, έχουμε ενδείξεις για τους δεσμούς του νησιού με τα τεκταινόμενα στην Κωνσταντινούπολη. Επιπλέον, βλέπουμε Λέσβιους να εμπλέκονται σε εκκλησιαστικές υποθέσεις στο Θρακήσιο Θέμα, όπου βρισκόταν η Έφεσος. Αν και ο Γεώργιος αρνήθηκε την Μητρόπολη της Εφέσου, τελικά πιέστηκε να αναλάβει την Μητρόπολη της Μυτιλήνης. Οι δύο αδελφοί επέστρεψαν στην πατρίδα τους πάνω σε αυτοκρατορικό πολεμικό πλοίο, αποδεικνύοντας περαιτέρω το ενδιαφέρον της αυτοκρατορικής εξουσίας και του παλατιού για τις υποθέσεις του νησιού.[78]

Η Βίος των Αγίων Δαβίδ, Συμεών και Γεωργίου της Λέσβου μας μεταφέρει στην μέση βυζαντινή περίοδο, όταν πια η ρωμαϊκή πολιτεία ανακάμπτει από  σειρά θρησκευτικών και στρατιωτικών κρίσεων που οδήγησαν στη δραματική συρρίκνωσή της τον 7ο και 8ο αιώνα. Η Ρωμανία αποκαθιστά πλέον την οικονομική της ευρωστία, την διοικητική της αποτελεσματικότητα και τη στρατιωτική της δύναμη. Σε αυτή την περίοδο, το Βυζάντιο εισέρχεται σε μια δραματική περίοδο επέκτασης και ακμής που διαρκεί ως τα μέσα του 11ου αιώνα. Η Λέσβος βρίσκεται πλέον σε ένα πρόσφατα ειρηνευμένο Αιγαίο, όπου οι αυτοκρατορικοί στόλοι καταστρέφουν το Εμιράτο της Κρήτης και εξουδετερώνουν την μουσουλμανική ναυτική απειλή για τα νησιά, φέρνοντας μια νέα εποχή σχετικά ασφαλούς θαλάσσιου εμπορίου και εμπορικής δραστηριότητας.[79]

Ο θρίαμβος της Ορθοδοξίας (843 μ.Χ.). Σύμφωνα με τη Βιογραφία των Αγίων Δαβίδ, Συμεών και Γεώργιος, ιερές μορφές από τη Λέσβο έπαιξαν ρόλο στις διαδικασίες. Φωτογραφία από το δημόσιο ιστοχώρο

Μέχρι τον 11ο αιώνα, πριν από την κρίση που προκάλεσαν οι συνδυασμένες εισβολές των Νορμανδών, των Σελτζούκων Τούρκων και των Πατζινάκων, η Ρωμαϊκή πολιτεία άνθιζε σε συνθήκες ειρήνης. Είναι πιθανό ότι αυτή η νέα ευημερία και η συνακόλουθη πληθυσμιακή έκρηξη αντικατοπτρίζονται στο γεγονός ότι η επισκοπή της Μήθυμνας αναβαθμίστηκε σε Μητρόπολη, που κατατάσσεται στην Notitia Episcopatum πάνω από εκείνη της Λακεδαίμονος.[80] Η ευημερία του νησιού πιθανώς αντικατοπτρίζεται και στην απόφαση του Μανουήλ Κομνηνού να ιδρύσει στα μέσα του 12ου αιώνα μια τρίτη επισκοπή στη Λέσβο, στην Ιέρα (πιθανώς τη σύγχρονη Γέρα). Αυτή η εκκλησιαστική έδρα θα παραμείνει μέχρι τον 14ο αιώνα, μετά τον οποίο χάνουμε τα ίχνη της. Πιθανότατα δεν επέζησε της μεταβίβασης του νησιού στη Γενουάτικη κυριαρχία. Ωστόσο, η ίδρυση αυτής της επισκοπής, σε μια τοποθεσία όπου μέχρι και σήμερα βρίσκουμε μερικές από τις πιο εύφορες και παραγωγικές εκτάσεις της Λέσβου, υποδηλώνει ότι η αύξηση του πληθυσμού και ο πλούτος μπορεί να ήταν παράγοντες πίσω από αυτή την απόφαση.[81]

Καθώς εξετάζουμε την ιστορία του νησιού τον 11ο και 12ο αιώνα, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η Λέσβος έγινε την περίοδο τούτη αντικείμενο διαπραγματεύσεων μεταξύ του ρωμαϊκού κράτους και της Βενετίας, καθώς η Κωνσταντινούπολη αναζήτησε τη βενετσιάνικη υποστήριξη στον πόλεμο της εναντίον των Νορμανδών κατά τη διάρκεια της ταραχώδους δεκαετίας του 1080. Η Λέσβος, ωστόσο, εξαιρέθηκε από τη συμφωνία που επιτεύχθηκε, η οποία άνοιξε ένα σημαντικό μέρος των λιμανιών της ρωμαϊκής πολιτείας στο αφορολόγητο βενετσιάνικο εμπόριο.[82] Λίγο αργότερα, το 1089, ο Άλωπος, κυβερνήτης του νησιού, το εγκατέλειψε ενόψει της επερχόμενης εισβολής του Τζαχά, του επικεφαλής εμιράτου με έδρα τη Σμύρνη. Όταν έπλευσε ο στόλος του Τζαχά στο νησί, μόνο η Μήθυμνα αντιστάθηκε, με τη φρουρά και τον πληθυσμό της να στηρίζονται στις ισχυρές οχυρώσεις του οικισμού.[83] Το 1091, έχοντας αντιμετωπίσει την απειλή των Πατζινάκων στα Βαλκάνια, ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός μπόρεσε να αφιερώσει πόρους για την ανακατάληψη του νησιού. Πιθανώς μετά από πρόταση της μητέρας του, της Άννας Δαλασσηνής, ο Αλέξιος διόρισε τον Κωνσταντίνο Δαλασσηνό διοικητή των ρωμαϊκών δυνάμεων που θα επιχειρούσαν εναντίον του Τζαχά στο Αιγαίο. Ο Δαλασσηνός συνεργάστηκε με τον αρχηγό του ρωμαϊκού στρατού, Κωνσταντίνο Ωπό, για την ανακατάληψη της Μυτιλήνης, γεγονός που σηματοδότησε την επιστροφή της Λέσβου υπό ρωμαϊκή κυριαρχία. Έχοντας χάσει τη Μυτιλήνη, ο Τζάχας υποχώρησε προς τη Σμύρνη, ωστόσο ο στόλος του Δαλασσηνού τον αναχαίτισε και κατέστρεψε τα περισσότερα από τα πλοία του. Μετά το πέρας των επιχειρήσεων, ο Κωνσταντίνος Δαλασσηνός επέστρεψε θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα γίνει γνωστός ως ο Θαλασσοκράτορας.

Παρά τις γεωπολιτικές αναταραχές, ο 11ος και ο 12ος αιώνας ήταν μια περίοδος οικονομικής ακμής. Σε αυτή την εποχή ευημερίας, μπορούμε να εντοπίσουμε την άνοδο της σημασίας της περιοχής της Γέρας, όπως αυτό αντικατοπτρίζεται στο Βιο του Γρηγορίου, Επισκόπου Άσσου.[84] Εδώ έχουμε ένα άτομο που γεννήθηκε από εύπορους γονείς στην Ακόρνη της Γέρας. Μια ενδιαφέρουσα πτυχή της ζωής του Γρηγορίου είναι ότι σε σχετικά νεαρή ηλικία μετακομίζει στην πρωτεύουσα στο πλαίσιο ενός αλλιώς μη πιστοποιημένου αυτοκρατορικού διατάγματος που έφερε στον αυτοκρατορικό κύκλο παιδιά από τις σημαίνουσες οικογένειες του νησιού. Αν και αυτή η πληροφορία αντανακλά πραγματικά άγνωστες σε εμάς αυτοκρατορικές πολιτικές, βλέπουμε εδώ την ελίτ της Λέσβου να συνδέεται στενότερα με το αυτοκρατορικό κέντρο μέσω της ενστάλαξης στα παιδιά της πρωτευουσιάνικων ιδανικών και παιδείας. Ο Γρηγόριος είχε θρησκευτική κλίση και βρέθηκε τελικά σε προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ, σε μια εποχή που οι Άγιοι Τόποι βρισκόταν υπό την κυριαρχία των Σταυροφόρων. Δεν μπορούμε βέβαια να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν οι πληροφορίες που αναφέρονται στη βιογραφία είναι πράγματι ακριβείς, ωστόσο, αξίζει να εξετάσουμε τις γεωπολιτικές διαστάσεις αυτής της ιστορίας. Η βασιλεία του Μανουήλ ήταν μια περίοδος κατά την οποία η Κωνσταντινούπολη παρέμβαινε άμεσα στις υποθέσεις του βασιλείου της Ιερουσαλήμ.[85] Το ταξίδι του Γρηγορίου στην Ιερουσαλήμ θα τον είχε φέρει στους Άγιους Τόπους σε μια εποχή που μια πριγκίπισσα των Κομνηνών, η Θεοδώρα, ανιψιά του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού, παντρεύτηκε τον Σταυροφόρο βασιλιά, φέρνοντας μαζί της μια προίκα που γέμισε τα ταμεία του Βασιλείου. Ήταν μήπως ο Γρηγόριος στην ακολουθία της; Ήταν το προσκύνημά του και η δεκαπενταετής παραμονή του στους Αγίους Τόπους μια πράξη αφοσίωσης ή μήπως τα τρία χρόνια σπουδών του στην πρωτεύουσα τον προετοίμασαν στην πραγματικότητα για ένα διαφορετικό είδος υπηρεσίας προς το πολίτευμα των Ρωμαίων;[86] Όπως ο Ιωάννης Κράλλης σχεδίασε στις αρχές του 20ου αιώνα έναν χάρτη της Αφρικής και της Νοτιοανατολικής Ασίας με μια λεπτομερή απεικόνιση των Αγίων Τόπων, υπογραμμίζοντας τους δεσμούς τους με την ύστερη οθωμανική Λέσβο, έτσι και η Βίος του Γρηγορίου Επισκόπου Άσσου φέρνει έναν Ρωμαίο από τη μεσαιωνική Λέσβο στα ίδια ακριβώς εδάφη. Επιστρέφοντας από την Ιερουσαλήμ, ο Γρηγόριος βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, όπου χειροτονείται επίσκοπος της Άσσου – της αδελφής πόλης της Μήθυμνας στις ακτές της Μικράς Ασίας στα βόρεια – από τον επίσκοπο της Εφέσου.[87]

Καθώς βρισκόμαστε πια στην εποχή των Κομνηνών, μπορούμε να εξετάσουμε ένα ακόμη παράδειγμα όπου γεγονότα που ξεκίνησαν στην Κωνσταντινούπολη φέρνουν τη Λέσβο στα ιστορικά αρχεία. Το 1148 μ.Χ, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μανουήλ Κομνηνού, ένας στόλος έπλευσε για την Κέρκυρα, η οποία τότε βρισκόταν υπό νορμανδική κατοχή. Όπως εξηγούν οι Σ. Ευθυμιάδης και Α. Καλδέλλης, η «Μεταφράση» του 14ου αιώνα της Ιστορίας του Νικήτα Χωνιάτη σημειώνει ότι ο Στέφανος Κοντοστέφανος, σύζυγος της Άννας, αδελφής του αυτοκράτορα ηγείτο της εκστρατείας. Μαθαίνουμε δε ότι ο στόλος έπλευσε προς το Μολίβον (που πρέπει να υποθέσουμε ότι ήταν η Μήθυμνα), όπου συνάντησε τον βενετσιάνικο στόλο με τον οποίο επρόκειτο να συνεργαστούν. Το κείμενο του 14ου αιώνα σημειώνει ότι οι δύο στόλοι αγκυροβόλησαν σε ξεχωριστά λιμάνια ενώ βρίσκονταν στο Μόλιβον, πιθανώς για να αποφευχθούν τυχόν συγκρούσεις μεταξύ των ναυτών και των πεζοναυτών τους. Αυτό που είναι αξιοσημείωτο σε αυτή την αναφορά του 14ου αιώνα είναι ότι πρόκειται για την πρώτη μαρτυρία στα ελληνικά του Μολύβος ως πιθανή ονομασία για τη Μήθυμνα.[88]

Ακόμη και πριν από αυτή τη σύντομη αναφορά, το 1281 μ.Χ., όταν ο Μιχαήλ Η΄, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας που κυβερνούσε τη λεγόμενη Αυτοκρατορία της Νίκαιας, υπέγραψε τη συνθήκη του Νυμφαίου με τους Γενουάτες, καθώς προετοιμαζόταν να ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη από τους Λατίνους, η Λέσβος έγινε μέρος των διαπραγματεύσεων. Σε αντάλλαγμα για τη ναυτική τους υποστήριξη, οι Γενουάτες αποκτούν το δικαίωμα να ιδρύσουν εμπορικές αποικίες στη γενική περιοχή της Λέσβου. Έτσι, αποκτούν πρόσβαση και οικισμούς στην Αναία, τη Σμύρνη, το Αδραμύττιο, τη Χίο και τη νήσο της Λέσβου, προσθέτοντας έτσι το νησί στα εμπορικά δίκτυα που εκτείνονται από το Αιγαίο μέχρι τη Γένοβα και πολύ πιο πέρα, μέχρι την Αγγλία και τη Φλάνδρα.[89] Με αυτή την αναφορά σε μακρυνές γεωγραφικές περιοχές, ολοκληρώνω αυτή τη σύντομη επισκόπηση της ιστορίας της βυζαντινής Λέσβου, αποφεύγοντας να αναφερθώ στην εποχή της Γενουατικής κυριαρχίας υπό τους άρχοντες Gattilusio και στα τελευταία χρόνια της Ρωμαϊκής κυριαρχίας. Κλείνοντας αυτή την περιγραφή, η οποία βασίζεται σε σχετικά λιγοστά στοιχεία, ζητώ από τον αναγνώστη να έχει ωστόσο κατά νου τη σταθερή επωδό της συνδεσιμότητας που διατρέχει αυτή την περιγραφή. Όπως βλέπουμε στις συζητήσεις για την οθωμανική και τη σύγχρονη Λέσβο, η ιστορία αυτού του νησιού στην ύστερη αρχαιότητα και τον ρωμαϊκό Μεσαίωνα είναι μια ιστορία συνδέσεων και γεγονότων που το δένουν πάντα με ευρύτερους διοικητικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς, θρησκευτικούς και πολιτιστικούς ορίζοντες. Είναι η ιστορία ενός νησιού που ξεπερνά την απομόνωση για να συνδεθεί με ευρύτερους κόσμους και να συμμετάσχει σε δυναμικά δίκτυα επικοινωνίας και κινητικότητας.

[1] İbrahim Oğuz, Midilli’de osmanli vakiflari (Διδακτορικη διατριβή, Πανεπιστήμιο Μερσίνας, 2014), 70-71

[2] A. Ellis-Evans, The Kingdom of Priam: Lesbos and the Troad Between Anatolia and the Aegean (Oxford: Oxford University Press, 2019) για τη θέση της Λέσβου μεταξύ του Αιγαίου στα δυτικά και της Τρωάδας στα ανατολικά

[3] A. Kaldellis, Romanland: Ethnicity and Empire in Byzantium (Boston: Belknap Press, 2019) για το περίγραμμα μιας ρωμαϊκής ιστορίας του Βυζαντίου; A. Kaldellis, The Byzantine Republic: People and Power in New Rome(Cambridge MA: Harvard University Press, 2015), για τον πολιτικό χαρακτήρα αυτού του ρωμαϊκού κράτους A. Kaldellis, Hellenism in Byzantium: The Transformations of Greek Identity and the Reception of the Classical Tradition(Cambridge: Cambridge University Press, 2007) για την εθνοτική διάσταση της ρωμαϊκότητας.

[4] Για μια επισκόπηση σημαντικών ζητημάτων που σχετίζονται με τη λειτουργία της γραφειοκρατίας του μεσαιωνικού ρωμαϊκού κράτους, βλ.: J. Haldon, “Bureaucracies, Elites and Clans: The Case of Byzantium, c.600–1100,” στο Empires and Bureaucracy in World History, επιμέλειας P. Crooks & T. H. Parsons , (Cambridge: Cambridge University Press, 2016),147-69; για την απρόσωπη φύση της γραφειοκρατίας στον ρωμαϊκό Μεσαίωνα, βλ.: D. Krallis, “Impersonal Governance in Byzantium: Bureaucracy, Friendship, and Psellos’ Letters,” Greek, Roman, and Byzantine Studies 65 (2025), 99–126; A. Kaldellis, The New Roman Empire: A History of Byzantium (Oxford, 2024), 418-22 για μια συνοπτική παρουσίαση των διοικητικών αλλαγών στη λεγόμενη «Σκοτεινή Εποχή» του Βυζαντίου.

[5] M. F. Köprülü, μετάφραση και επιμέλεια, με εισαγωγή του Gary Leiser, Some observations on the influence of Byzantine institutions on Ottoman institutions (Ankara: Türk Tarih Kurumu, 1999) για την ισχυρή επιχειρηματολογία που παρουσιάζεται στην αρχική μονογραφία του 1931 στα τουρκικά, σχετικά με τις βυζαντινές ρίζες της οθωμανικής διοίκησης, των τελετουργιών και των θεσμών γενικότερα. Για μια επισκόπηση και κριτική αυτής της μαξιμαλιστικής θέσης, βλ. C. Kafadar, Between Two Worlds: The Construction of the Ottoman State (Berkeley: University of California Press, 1995), 35-44

[6] Για τα αρχεία του ιπποδρόμου, αναφορά στο έργο του Ιωάννη Λύδου, De Magistratibus 3.19 in A. C. Bandy ed., Ioannes Lydus. On Powers or the Magistracies of the Roman State(Philadelphia: American Philosophical Society, 1983), p. 162, lines 2–5.; Σχετικά με το Κατάστοιχο της Θήβας, μια σπάνια περίπτωση όπου διαθέτουμε ένα σωζόμενο κρατικό έγγραφο φορολογικου χαρήακτρα, βλ.: N. Svoronos, “Recherches sur le cadastre byzantin et la fiscalité aux XI et XII siécles: Le cadastrede Thèbes,” BC 83 (1959), 1–145.

[7] Η κλασική μελέτη της αγροτικής κοινωνίας στη Μακεδονία από την A. Laiou, Peasant Society in the Late Byzantine Empire: A Social and Demographic Study(Princeton: Princeton University Press,1977) βασίστηκε σε τέτοια υλικά από το Άγιο Όρος. Για αυτές τις συλλογές από το Άγιο Όρος βασιζόμαστε στους 23 τόμους του Archives de l’Athos που εκδόθηκαν τα τελευταία πενήντα χρόνια στο Παρίσι. Για την Πάτμο, βλ. E. Branousi, Βυζαντινά έγγραφα της Μονής Πάτμου: Α΄ Αυτοκρατορικά: διπλωματική έκδοσις, Γενική εισαγωγή, Ευρετήρια, Πίνακες (Athens: National Hellenic Research Foundation, 1990).

[8] Ch. Constantinidis & M. Tsitimaki, «Αρχιτεκτονική και λατρευτική ιδιορρυθμία σε ναούς της Λέσβου: Η διαφύλαξη ιερής ανάμνησης από την Υστεροβυζαντινή περίοδο σε νεότερα προσκυνητάρια», στο Ήρως Κτίστης, μνήμη Χαράλαμπου Μπούρα, vol. Ι (Athens, 2018), 675-76 για την πιθανή χρονολόγηση του μοναστηριού του Ταξιαρχή στην εποχή των Γατελούζων.

[9] A. Spanos, « Ἡ συλλογὴ χειρογράφων τῆς Μονῆς Λειμῶνος », στο A. Spanos ed., Ιερά Μονὴ Λειμῶνος Ιστορία – Παλαιογραφία – Τέχνη: ΠρακτικὰΣυνεδρίου Μονὴ Λειμῶνος, 27-30 Σεπτεμβρίου 2001 (Athens, 2009), 40-45 και ειδικά p. 42-43 σχετικά με την προέλευση των εν λόγω χειρογράφων, για ένα πιθανό τοπικό scriptorium και τα ερειπωμένα μοναστήρια, πιθανώς της βυζαντινής εποχής.

[10] S. Efthymiadis & A. Kaldellis, The Prosopography of Byzantine Lesbos, 284-1355 A.D.: A Contribution to the Social History of the Byzantine Province(Vienna: Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften, 2010 = Denkschriften der philosophish-historischen Klasse v. 403 = Veröffentlichungen zur Byzanzforschung v. 22), 36-37 περί επιγραφικής στο νησί.

[11] M. Tsitimaki, «Ο ναoς τoυ αγίου Στεφάνου στον «Παλιό» Μανταμάδο Λέσβου, Μια Πρώτη Προσέγγιση» στο Αφιερωμα στον ακαδημαϊκοΠαναγιώτη Λ. Βοκοτόπουλο (Αθήνα, 2015), 47-55, 54 για χρονολόγηση στον 10ο αιώνα; A. Conze, Reise der Insel Lesbos (Hannover, 1865), ο πίνακας X.I προσφέρει ένα σχέδιο της ακόλουθης επιγραφής που βρέθηκε δίπλα στο βωμό της εκκλησίας του Αγίου Στεφάνου: ὀ δᾶμος/ Ἀ[δ]οβογιώναν Δηϊοτάρωεὐεργετήκοισαν/ τὰν πόλιν πόλλα καὶ μέγαλα ἀρέτας ἔννεκα/ [κ]αὶ εὐνοίας τᾶς εἰς ἐαύταν.

[12] Για μια επισκόπηση της ιστορίας της Λέσβου κατά τη ρωμαϊκή εποχή και τους πρώτους αιώνες της Κωνσταντινοπολιτικής κυριαρχίας, βλ.: A. Kaldellis, Λέσβος και ανατολική Μεσόγειος κατά τη ρωμαϊκή και π ρώιμη βυζαντινή περίοδο (100π.Χ – 600μ.Χ.): Μελέτη των κοινωνικών, πολιτικών και θρησκευτικών δομών (Thessaloniki: Herodotos, 2002).

[13] A. H. M Jones, The cities of the Eastern Roman Provinces (Oxford, 1971 – πρώτη έκδοση 1937) και η σχετική με το παραπάνω δημοσίευσή The Greek City from Alexander to Justinian (Oxford, 1940) αποτελούν μια χρήσιμη, αν και παλαιότερη, εισαγωγή στην αστική ιστορία της Ανατολικής Μεσογείου; C. Foss, “Archaeology and the “Twenty Cities” of Byzantine Asia,” American Journal of Archaeology 81.4 (1977), 469-86 για μια επισκόπηση του αστικού χώρου μετά το τέλος της Αρχαιότητας.

[14] G. L. Huxley, Anthemius of Tralles (Cambridge, Mass., 1959); G. Downey, “Byzantine Architects,” Byzantion 18 (1946-48), 112-14; The Oxford Dictionary of Byzantium, vol. 1, 109

[15] A. H. M Jones, The cities of the Eastern Roman Provinces (Oxford, 1971), xiv.

[16] Για τα εν λογω αγαθά βλ.: I. Touratsoglou & E. Chalkia, The Kratigos, Mytilene Treasure: Coins and valuables of the 7th century AD (Athens, 2008); C. W. Bowersock, Hellenism in Late Antiquity (Ann Arbor: University of Michigan Press, 1990), 1-13 f για την πολιτιστική συνέχεια στην Ύστερη Αρχαιότητα. Με αναφορά συγκεκριμένα στον Ιωάννη, επίσκοπο της Εφέσου, και τις μυριάδες ειδωλολάτρες που συνάντησε στην περιοχή γύρω από τις Τράλλεις, την γεννέτειρα του Ανθέμιου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Λέσβος υιοθέτησε τον Χριστιανισμό με καθυστέρηση.

[17] G. Dagron, “The Urban Economy, seventh to twelfth centuries,” in A. Laiou ed. The Economic History of Byzantium 2 (Washington DC: Dumbarton Oaks research Library and Collection, 2002), 393-461 για μια ολοκληρωμένη επισκόπηση των εξελίξεων στην αστική ζωή από το τέλος της Αρχαιότητας έως το τέλος της Μεσαιωνικής Βυζαντινής περιόδου, με εκτενείς βιβλιογραφικές αναφορές; M.Veikou, Byzantine Histories, Settlement Stories: Kastra, «Isles of Refuge», and «Unspecified Settlements» as In-between or Third Spaces. Preliminary Remarks on Aspects of Byzantine Settlement in Greece (6th-10th c.), στο: Οι βυζαντινές πόλεις (8ος-15ος αιώνας): Προοπτικές της έρευνας και νέες ερμηνευτικές προσεγγίσεις, επιμέλειας. Τ. Kioussopoulou (Rethymno 2012), 159-206 για τον μετασχηματισμένο αστικό κόσμο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μετά την ύστερη αρχαιότητα.

[18] W. Brandes & J. Haldon, “Revenues and Expenditure,” στο επιμέλειας E. Jeffreys, J. Haldon, R. Cormack, The Oxford Handbook of Byzantine Studies(Oxford: Oxford University Press, 2008), 562-69 για την εκτίμηση, το διαμοιρασμό και την είσπραξη φόρων; W. Brandes & J. Haldon, “Towns, Tax and Transformation: State, Cities and their Hinterlands in the East Roman World, C. 500–800,” στο Towns and their Territories Between Late Antiquity and the Early Middle Ages (Leiden: Brill, 2000), 141-72 για τον μετασχηματιστικό ρόλο της φορολογίας σε αυτές τις νέες συνθήκες; J. Haldon, “The Idea of the Town in the Byzantine Empire,” στο επιμέλειας G. P. Brogiolo and B. Ward-Perkins, The Idea and Ideal of the Town between Late Antiquity and the Early Middle Ages (1999) για τον κρατικό παρεμβατισμό στις υποθέσεις των επαρχιακών πόλεων.

[19] A.G. Alexakis κείμενο και σημειώσεις, με μεταφραση του S. Wessel, The Greek Life of St. Leo bishop of Catania (BHG 981b) (Bruxelles: Société des Bollandistes, 2011); D. Krallis, “Time, Space, and Physical Reality: Byzantine Authors and the Materiality of the Roman Imagined Community,” στο επιμέλειας V. N. Vlyssidou, Byzantine Authors and their Times (Athens: NHRF, 2021), 190-94 για την ιστορία του Λεόντα του επισκόπου της Κατάνης και την ερμηνεία αυτής της ιστορίας ως μιας ένδειξη μεσογειακής συνδεσιμότητας. Λόγγος 2.33 για τον Σικελό βοσκό.

[20] Attaleiates, History, 224, Kaldellis & Krallis 409-10

[21] Η κατάληψη της Κρήτης του Θεοδοσίου του Διάκονου, μπορεί να ενέπνευσε την περιγραφή του Ατταλειάτη.

[22] Σχετικά με το έργο του Θεοδοσίου του Διακόνου βλ.: L. Andriollo, “Il De Creta capta di Teodosio Diacono fra epos storico ed encomio imperial,” Rivista di Studi Bizantini e Neoellenici 47 (2011), 31–56; Για το προτότυπο H. Criscuolo, Theodosii Diaconi De Creta capta (Leipzig: Teubner, 1979)

[23] A.G. Alexakis κείμενο και σημειώσεις με μετάφραση του S. Wessel, The Greek Life of St. Leo bishop of Catania (BHG 981b) (Bruxelles: Société des Bollandistes, 2011)

[24] L. Zavagno, The Byzantine City from Heraclius to the Fourth Crusade, 610–1204 Urban Life after Antiquity (Cham: Palgrave, 2021), 127 σχετικά με τις κρατικές επενδύσεις σε αμυντικές υποδομές στο Αιγαίο.

[25] A. Moffatt & M. Tall tr., Constantine Porphyrogennetos: The Book of Ceremonies vol. 2 (Canberra, 2012), 657

[26] Για το ευρύτερο ζήτημα των επενδύσεων του ρωμαϊκού κράτους στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια της λεγόμενης «Σκοτεινής Εποχής», βλ.: N. Poulou-Papadimitriou, “The Aegean during the ‘Transitional’ period of Byzantium: the archaeological evidence,” στο επιμέλειας James Crow και D. Hill,  Naxos and the Byzantine Aegean: Insular Responses to Regional Change (Athens, Norwegian Institute in Athens, 2018), 29-50

[27] R. Van Dam, Rome and Constantinople: rewriting Roman History During Late Antiquity (Waco TX, Baylor University Press, 2010), 53-54 σχετικά με τη δημογραφία της Κωνσταντινούπολης και την ανάγκη των αρχών να «εισάγουν» κατοίκους από την επαρχία για να διατηρηθεί και να αυξηθεί ο πληθυσμός της; Efthymiadis & Kaldellis, The Prosopography of Byzantine Lesbos, 30

[28] M. Hendy, Studies in the Byzantine Monetary Economy c. 300-1450 (Cambridge: Cambridge University Press, 1985), 588-89 για τις σχετικες αναφορές στον Πρόδρομο.

[29] Συνεχιστής του Θεοφάνη, στο Bekker 1838: 55, 18-21

[30] A-M. Talbott, “Life of St. Theoktiste of Lesbos” στο Holy women of Byzantium: ten saints’ lives in English translation (Washington, D.C.: Dumbarton Oaks Research Library and Collection, 1996), 95-116

[31] P. Zerlentes, «Περί του αξιοπίστου του συναξαρίου Θεοκτίστης της οσίας», BZ 10 (1901), 159-65

[32] Talbott, “Life of St. Theoktiste of Lesbos,” 106

[33] Talbott, “Life of St. Theoktiste of Lesbos,” 108 για τον κυνηγό απο την Εύβοια

[34] Talbott, “Life of St. Theoktiste of Lesbos,” 108 για τον κίνδυνο να χαθεί η μνήμη.

[35] Talbott, “Life of St. Theoktiste of Lesbos,” 110-111

[36] Talbott, “Life of St. Theoktiste of Lesbos,” 110 [18]

[37] Για τον Βίο του Λάζαρου βλ.: R. P. H. Greenfield, The Life of Lazaros of Mt. Galesion: An Eleventh-Century Pillar Saint (Washington D.C. 2000); για τα διασυνδεδεμένα χωριά βλ:, D. Krallis, “Popular Political Agency in Byzantium’s Village and Towns” Byzantina Symmeikta 28 (2018), 21-3

[38] Y. Rotman, Byzantine Slavery and the Mediterranean World (Harvard University Press, 2009) για μια ανασκόπηση της δουλείας και του δουλεμπορίου στον βυζαντινό κόσμο.

[39] Talbott, “Life of St. Theoktiste of Lesbos,” 115

[40] Συνεχιστής του Θεοφάνη στο Bekker 1838: 299–300 για επιδρομές στο Βόρειο Αιγαίο μέχρι και την Προποντίδα

[41] Στράβων, Γεωγραφία, 1.3.19 στο H. L. Jones, Strabo, Geography, books 1-17 in 8 volumes (New York: Loeb Classical Library, 1917), 223

[42] Zosimos, 2.33.1 στο επιμέλειας και μετάφρασης F. Paschoud Zosime, Histoire nouvelle I (Paris : Les Belles Lettres, 1971), 105

[43] O. Seek, Notitia dignitatum accedunt notitia urbis Constantinopolitanae et letercula provinciarum (Berlin, 1876), 45, 5-8

[44] A. C. Bandy επιμέλεια και μετάφραση, Ioannes Lydus, On Powers or The Magistracies of the Roman State(Philadelphia, 1983), 127, (2.29.14-21).

[45] P. Lemerle, Les plus anciens Recueils des Miracles de saint Démétrius (Paris, 1979-81), I. σ. 231

[46] G. Zacos, A. Veglery, Byzantine Lead Seals, αρ.211

[47] S. Cosentino, “Pillars of Empire: The Economic Role of the Large Islands of the Mediterranean from Late Antiquity to the Early Middle Ages,” Dumbarton Oaks Papers 76 (2022), 277 για την Αποθήκη και τη Λέσβο.

[48] Προκόπιος, Υπέρ των Πολέμων Λόγοι, 4.14.18

[49] Mango & Scott, The Chronicle of Theophanes Confessor, 354x

[50] A. Moffatt & M. Tall tr., Constantine Porphyrogennetos: The Book of Ceremonies vol. 2 (Canberra, 2012), 678 βιβλίο 2.45; αναφορικά με το σταδιοδρομικό βλ.: J. H. Pryor, “The Stadiodromikon of the De Cerimoniis of Constantine VII, Byzantine Warships, and the Cretan Expedition of 949,” στο The Greek Islands and the Sea, επιμέλειας J. Chrysostomides, C. Dendrinos και J. Harris (London, 2004), 77–108.

[51] J. Pryor, “Water, water everywhere, Nor any drop to drink’. Water supplies for the fleets of the First Crusade,” στο επιμέλειας M. Balard και άλλοι, Dei gesta per Francos: études sur les croisades dédiées à Jean Richard (Aldershot, 2001), 21-8 για την κατανάλωση νερού σε κωπήλατους στόλους.

[52] E. Malamut, Les îles de l’empire byzantine: VIIIe–XIIe siècles (Paris, 1988), 539 για ένα πιο άμεσο ταξίδι από την Κρήτη στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο αποφεύγει πολλά από τα βήματα που περιγράφονται στο Έκθεσις περί βασιλείου τάξεως; J. Pryor, “Shipping and Seafaring,” στο επιμέλειας E. Jeffreys, J. Haldon, και R. Cormack, The Oxford Handbook of Byzantine Studies (Oxford: Oxford University Press, 2008), 484 για ταξίδια σε ανοιχτή θάλασσα που συνήθως αποφεύγονταν, με το παράδειγμα της Μυτιλήνης προς την Αθήνα ως ένα απευθείας ταξίδι που δεν συνηθιζόταν.

[53] M. Gerolymatou, Αγορές, έμποροι και εμπόριο στο Βυζάντιο (9ος – 12ος α.) (Athens, 2008), 129

[54] Mango & Scott, The Chronicle of Theophanes Confessor, 559

[55] Mango & Scott, The Chronicle of Theophanes Confessor, 559

[56] Douglas Domingo-Forasté, “Life of Sts. David, Symeon, and George of Lesbos.” στο Byzantine Defenders of Images: Eight Saint’s Lives in English Translation, επιμέλειας Alice-Mary Talbot, 142–241. Byzantine Saints’ Lives in Translation 2. (Washington, DC: Dumbarton Oaks Research Library and Collection, 1998), 155

[57] Domingo-Forasté, “Life of Sts. David, Symeon, and George of Lesbos,” 156

[58] Domingo-Forasté, “Life of Sts. David, Symeon, and George of Lesbos,” 160-1

[59] Domingo-Forasté, “Life of Sts. David, Symeon, and George of Lesbos,” 171

[60] Domingo-Forasté, “Life of Sts. David, Symeon, and George of Lesbos,” 172, σημείωση 151 για τη λατρεία του Αγίου Ιωάννη.

[61] Domingo-Forasté, “Life of Sts. David, Symeon, and George of Lesbos,” 175; H. Ahrweiler, “La région de Smyrne entre les deux occupations turques, 1081-1317,” TM 1 (1965), 1-204 σχετικά με τη σχέση της περιοχής της Σμύρνης με τα νησιά κοντά σε αυτήν.

[62] Domingo-Forasté, “Life of Sts. David, Symeon, and George of Lesbos,” 165 για την Εκκλησία της Παναγίας; 187 για τον στύλο των δέκα πήχεων και τους αριστοκρατικούς επισκέπτες στον στυλιτη· 191 για τον ανταγωνισμό με τον τοπικό επίσκοπο και τη δίωξή του από αυτόν.

[63] Domingo-Forasté, “Life of Sts. David, Symeon, and George of Lesbos,” 187 για τον στύλο των δέκα πήχεων και τους αριστοκρατικούς επισκέπτες στον στυλιτη· 191 για τον ανταγωνισμό με τον τοπικό επίσκοπο και τη δίωξή του από αυτόν.

[64] Domingo-Forasté, “Life of Sts. David, Symeon, and George of Lesbos,” 191 ο στυλίτης τραβά την προσοχή των τοπικών ευγενών.

[65] A. Kaldellis, “Lesbos in Late Antiquity: Live Evidence and New Models for Religious Change,” στο επιμέλέειας W. Caraher, L. J. Hall, και R. S. Moore, Archaeology and History in Medieval and Post-Medieval Greece: Studies on Method and Meaning in Honor of Timothy E. Gregory (Aldershot: Ashgate, 2008) 155-167.

[66] L. Acheilara, «Μήθυμνα», Αρχαιολογικό Δελτίο 56-59 2001- 2004, Χρονικά Β6 (Αθήνα, 2012), 4-5 με αναφορά στην κλασική και ελληνιστική κατοικία.

[67] C. Mango και S. Efthymiadis επιμέλεια και μετάφραση, The Correspondence of Ignatios the Deacon (Dumbarton Oaks Research Library and Collection: Washington DC, 1997), σ. 104 σειρές 35-41, σ. 105 για τη μετάφραση.

[68] I. Φουντούλης, «Ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης, η Ερεσός και ο Μέγας Κανών», Λεσβιακά αγιολογικά μελετήματα Α’, 59-64.

[69] C. Mango & R. Scott, The Chronicle of Theophanes Confessor: Byzantine and Near Eastern History AD 284-813 (Clarendon Press: Oxford, 1997), 658

[70] C. Mango & R. Scott, The Chronicle of Theophanes Confessor: Byzantine and Near Eastern History AD 284-813 (Clarendon Press: Oxford, 1997), 657

[71] Για μια σύνοψη των γεγονοτων αυτών βλ.: Efthymiadis & Kaldellis, The Prosopography of Byzantine Lesbos, 87; Για τον Ιγνάτιο στη Λέσβο βλ.: Andrew Smithies & John M. Duffy (eds.), Nicetas David: The Life of Patriarch Ignatius (Dumbarton Oaks Research Library and Collection: Washington DC, 2013), σ. 40 σειρα 20 για την εξορία στη Λέσβο, σ. 44 σειρά 1 για την επιστροφή από τη Λέσβο και το θάνατο στην Τερέβινθο.

[72] Για μια σύνοψη των γεγονοτων αυτών με τη σχετική βιβλιογραφία βλ. Efthymiadis & Kaldellis, The Prosopography of Byzantine Lesbos, 104-5

[73] Για μια σύνοψη των γεγονοτων αυτών βλ. Efthymiadis & Kaldellis, The Prosopography of Byzantine Lesbos, 92

[74] Domingo-Forasté, “Life of Sts. David, Symeon, and George of Lesbos,”178

[75] Domingo-Forasté, “Life of Sts. David, Symeon, and George of Lesbos,”185-7

[76] J. Haldon & L. Brubaker, Byzantium in the Iconoclast Era, c. 680-850: A History (Cambridge: Cambridge University Press, 2011), 197-247 για μια κριτική προσέγγιση στο εικονόφιλο αφήγημα που αμφισβητεί τις συνήθεις αφηγήσεις σχετικά με τη φύση της διαμάχης.

[77] Domingo-Forasté, “Life of Sts. David, Symeon, and George of Lesbos,”225-7

[78] Domingo-Forasté, “Life of Sts. David, Symeon, and George of Lesbos,” 226-32, specifically 231-2 για την επιστροφή πάνω σε δρόμονα.

[79] A. Laiou, Economic History of Byzantium (Washington: Dumbarton Oaks), 737

[80] Laurent, Le Corpus des sceaux de l’ empire Byzantin, vol. 1, l’église, σσ. 623-24, Notitia 11, σ. 344

[81] Laurent, Le Corpus des sceaux de l’ empire Byzantin, τομ. 1, l’église, σ. 573

[82] S. Borsari, «Il crisobullo du Alexio I per Venezia,» Annali dell’Istituto Italiano per gli Studi Storici 2 (1970), 112-31; T. F. Madden, “The Chrysobull of Alexius I Comnenus to the Venetians: The Date and the Debate,” Journal of Medieval History 28 (2002), 23-41 για μια βιβλιογραφική περιήγηση και μια σύνοψη της ακαδημαϊκής έρευνας.

[83] Anna Komnene, Alexiad, VII. 8. σ. 222

[84] Σοφιανός, Ο Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Άσσου (Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών, 2004)

[85] R.-J. Lilie, Byzantium and the Crusader States, 1096-1204 (Oxford: Clarendon Press, 1993), 175-76 για τη γαμήλια διπλωματία του Μανουήλ Κομνηνού.

[86] M. Angold, Church and Society in Byzantium under the Comneni, 1081–1261 (Cambridge: Cambridge University Press, 1995) για μια συζήτηση σχετικά με τις προσπάθειες της Κωνσταντινούπολης τον 12ο αιώνα να ελέγξει την Εκκλησία, συχνά μέσω της πρόσληψης επαρχιωτών, που εκπαιδεύονταν στην Κωνσταντινούπολη και αποστέλλονταν πίσω στις επαρχίες.

[87] Για μια συνοψη του Βίου βλ.: Efthymiadis & Kaldellis, The Prosopography of Byzantine Lesbos, 83-84

[88] Efthymiadis & Kaldellis, The Prosopography of Byzantine Lesbos, 94-5;

[89] Για αυτές τις πλατιές γεωγραφικές περιοχές, ανατρέξτε στο σύντομο άρθρο των Δημήτρη Κράλλη και A. Γιοβάνοβιτς.