Ιστορίες Βορείου Αιγαίου

Ο Μόλυβος και η Λέσβος από την οθωμανική κατάκτηση (1462) έως τις μέρες μας- Χώρος και άνθρωποι

Το παρόν άρθρο είναι προσφορά της Δρ. Μαρίας Μανδαμαδιώτου στο Αποθετήριο ιστοριών Αιγαίου/Λέσβου.

Οι άνθρωποι που είναι σκλάβοι του ρολογιού, του χρόνου και της μηχανής, ένα είδος αιχμάλωτοι της ζωής, […] θα έπρεπε κάποτε να έρχονται σε  μέρη σαν τον Μόλυβο, που λες κι ο χρόνος σταματά και η ζωή προχωρεί μ’ ένα ρυθμό πολύ σιγανό.

Μιχάλης Γούτος, ομιλία στη Λέσχη Μολύβου, 23.10.1959

Α. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ (1462-1912)

Στο βόρειο άκρο του νησιού της Λέσβου και σε απόσταση περίπου 60 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα πόλη, τη Μυτιλήνη, βρίσκεται η γραφική κωμόπολη του Μολύβου, μια «ζωγραφιά πόλης», όπως την αποκάλεσαν ξένοι περιηγητές που την επισκέφτηκαν τον 18ο αιώνα. Ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα χωρίζει τον Μόλυβο από την απέναντι μικρασιατική ακτή, από το ακρωτήρι της Τρωάδας και την Άσσο (Behramkale) στη δυτική πλευρά του Αδραμμυτηνού κόλπου, περιοχές με τις οποίες για αιώνες και έως το 1922 βρισκόταν σε συχνή επικοινωνία, αναπτύσσοντας ποικίλους δεσμούς, οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτισμικούς. Ο οικισμός, που βρίσκεται στην ίδια ακριβώς θέση με την αρχαία Μήθυμνα, διατηρεί μέχρι σήμερα τη μεσαιωνική ονομασία Μόλυβος. Παράλληλα, βρίσκεται σε χρήση και η αρχαία ονομασία Μήθυμνα, η οποία από τον 19ο αιώνα περιβλήθηκε με έντονη ιδεολογική φόρτιση, μέσα στο πλαίσιο της προσπάθειας σύνδεσης της ιστορίας του τόπου με το αρχαίο ελληνικό παρελθόν.[1]

Χτισμένος πάνω σε έναν πέτρινο λόφο (46 μ.), ο οικισμός απλώνεται αμφιθεατρικά γύρω από το επιβλητικό κάστρο, που δεσπόζει στην κορυφή του λόφου. Στη σημερινή του μορφή, το κάστρο είναι σε μεγάλο βαθμό έργο των Γατελούζων ηγεμόνων του 14ου και 15ου αιώνα με πολλές μεταγενέστερες προσθήκες και επισκευές που έγιναν κατά την οθωμανική περίοδο. Το φως και η αρμονία του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος γοητεύουν τον επισκέπτη και δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό του Μολύβου ως έναν από τους ωραιότερους ελληνικούς οικισμούς. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μόλυβος, γενέτειρα του δημοτικιστή λογοτέχνη Αργύρη Εφταλιώτη,[2] υπήρξε από παλιά πόλος έλξης για περιηγητές και πηγή έμπνευσης για καλλιτέχνες και ανθρώπους του πνεύματος.

Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική του Μολύβου, με κυρίαρχα δομικά υλικά την πέτρα και το ξύλο, από τα μεσαιωνικά χρόνια διατηρήθηκε σχεδόν ανέπαφη μέσα στον χρόνο και σε αυτό συνέβαλε το γεγονός ότι ο οικισμός από το 1965 κρίθηκε διατηρητέος.[3]

Ο κάμπος του Μολύβου

Τα λιθόστρωτα, δαιδαλώδη σοκάκια, τα πετρόχτιστα σπίτια, που από την πλευρά του λιμανιού ακουμπούν σχεδόν στη θάλασσα και από την άλλη πλευρά σκαρφαλώνουν ανηφορικά στις πλαγιές του λόφου μέχρι το κάστρο, τα επιβλητικά αρχοντικά του Αργύρη Εφταλιώτη, του Γιαννάκου και του Κομνηνάκη Κράλλη (όπου από το 1964 στεγάζεται παράρτημα της Σχολής Καλών Τεχνών), τα πολύχρωμα σπίτια στον «Γιόλοστο» (ηλιόλουστο) παραλιακό δρόμο, το Δημαρχείο, πρώην κατοικία ενός πλούσιου αγά, η Δημόσια Βιβλιοθήκη και τα γραφεία του Συλλόγου Κυριών και Δεσποινίδων Μήθυμνας «Η Αγάπη» (έτος ίδρυσης 1922), οι ενοριακές εκκλησίες του Ταξιάρχη (κτίσμα του 1795), του Αγίου Παντελεήμονα (1844) και της Αγίας Κυριακής (περ. 1850), ο μοναδικός μιναρές που σώζεται από το μεγάλο τζαμί (çarşi cami) στο κέντρο της αγοράς, το κτίριο του χαμάμ (λουτρό) και οι πέτρινες οθωμανικές βρύσες, αποτελούν εικόνες που μαρτυρούν τον τρόπο ζωής και την οικονομική ανάπτυξη μιας άλλης εποχής. Λιτά και επιβλητικά στον χώρο είναι τα κτίρια των ελαιοτριβείων και των σαπουνάδικων, που εμφανίζονται από τα μέσα του 19ου αιώνα στις παρυφές της κωμόπολης, κοντά στο λιμάνι. Στον μικρό κάμπο που περιβάλλει τον οικισμό υπάρχουν ελαιώνες και αγροτικές κατασκευές («ντάμια»), ενώ προς τα βόρεια, όχι μακριά από την κωμόπολη του Μολύβου, συναντάμε λίγα περιβόλια και αμπελώνες, την εξοχή και τις θερμές ιαματικές πηγές της Εφταλούς. Από εκεί, όταν οι καιρικές συνθήκες το επέτρεπαν, η επικοινωνία με την απέναντι στεριά της Ανατολής, που απέχει περίπου 10 ναυτικά μίλια (18,5 χλμ,),[4] ήταν για αιώνες συχνότερη και ευκολότερη απ’ ό,τι με την πρωτεύουσα πόλη της Λέσβου, τη Μυτιλήνη.

Την περίοδο της κυριαρχίας των Γατελούζων στη Λέσβο (1355-1462), το λιμάνι του Μολύβου είχε ιδιαίτερη εμπορική σημασία, λόγω της κοντινής του απόστασης από τις μικρασιατικές ακτές, αλλά και από τα Δαρδανέλια, από όπου συνδεόταν με τις αγορές της Κωνσταντινούπολης, της Θράκης και της Μαύρης Θάλασσας. Με την κατασκευή οχυρωματικών έργων οι Γατελούζοι κατάφεραν να εξασφαλίσουν την κυριαρχία τους στην περιοχή μέχρι τα μέσα του 15ου αιώνα και ήταν εκείνοι που ενθάρρυναν τη συστηματική ενασχόληση με την ελιά και το λάδι σε ολόκληρο το νησί.[5]

 Τον Σεπτέμβριο του 1462 ωστόσο, οι Οθωμανοί κατέλαβαν την πόλη της Μυτιλήνης μετά από σύντομη πολιορκία και αμέσως μετά παραδόθηκε ο Μόλυβος και τα άλλα σημαντικά οικιστικά κέντρα του νησιού, τα λιμάνια και οι οχυρές θέσεις του Σιγρίου και των Αγίων Θεοδώρων.

Η Κωνσταντινούπολη στο αρχοντικό Κωμνηνάκη Κράλλη - Παράρτημα της Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών στο Μόλυβο (Μήθυμνα)

Αμέσως μετά την οθωμανική κατάκτηση το νησί θα χάσει μεγάλο μέρος του χριστιανικού πληθυσμού του.[6] Βυζαντινοί χρονικογράφοι, σύγχρονοι της εποχής της κατάληψης, μαρτυρούν τον βίαιο εκτοπισμό σημαντικού αριθμού χριστιανών από την πόλη της Μυτιλήνης και την εγκατάστασή τους στην Κωνσταντινούπολη. Η επιλογή αυτή ασφαλώς εξέφραζε την προσπάθεια των Οθωμανών να διαλύσουν τα εμπορικά αστικά στρώματα που συνδέονταν με τη γενοβέζικη διοίκηση. Παράλληλα, θα προσπαθήσουν να κρατήσουν κλειστό τον αγροτικό χαρακτήρα της οικονομίας της Λέσβου, αποκόπτοντάς την από τις μεσογειακές εμπορικές διαδρομές, προκειμένου να αποτρέψουν κάθε ενδεχόμενο κατάληψης του νησιού από δυτικές χριστιανικές δυνάμεις.

Για την κατάσταση στον Μόλυβο, αλλά και σε ολόκληρο το νησί, τους πρώτους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας γνωρίζουμε ελάχιστα. Έως τον 17ο αιώνα η ζωή πρέπει να κυλούσε αργά, με οικονομικές συνθήκες δυσμενείς. Οι Ελληνορθόδοξοι πάντως θα αποτελούν πάντοτε την πλειοψηφία στο νησί και μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα προσαρμογής θα ενταχθούν στο οθωμανικό σύστημα, ακολουθώντας τα νέα πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα. Οι ίδιοι, από την αρχή της οθωμανικής κατάκτησης, διατήρησαν και κάποια μορφή ακίνητης ιδιοκτησίας (μούλκια/mülk) στη λεσβιακή ύπαιθρο, ενώ από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα θα αναπτύξουν, όπως θα δούμε στη συνέχεια, σημαντική εμπορική δραστηριότητα, κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και τη Ρωσία.[7] Σημαντική επίσης ήταν η παρουσία των μουσουλμάνων στη Λέσβο, με ποσοστό που δεν πρέπει να ξεπέρασε ποτέ το 20% του συνολικού πληθυσμού.[8] Σε αντίθεση μάλιστα με τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου, όπου οι μουσουλμάνοι εμφανίζονται εγκατεστημένοι μόνο στην πρωτεύουσα, ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Λέσβου ήταν εγκατεστημένος σε ολόκληρο σχεδόν το γεωγραφικό εύρος του νησιού, όπως ακριβώς και στην Κρήτη.

Το Yeni Camii στη Μυτιλήνη

Από διοικητική άποψη, την οθωμανική περίοδο (1462-1912) το νησί της Λέσβου αποτέλεσε σαντζάκι (sancak: διοικητική περιφέρεια) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και χωρίστηκε αρχικά σε τρεις επαρχίες/καζάδες (kaza), της Μυτιλήνης (Midilli), της Καλλονής (Kalonya) και του Μολύβου (Molova). Από το 1534, όταν δημιουργήθηκε το Μπεηλερμπεηλίκι των Νησιών (Cezayir beylerbelik) υπό τον λεσβιακής καταγωγής στόλαρχο (Καπουδάν-Πασά) Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, το νησί έγινε μέρος μιας θαλάσσιας οθωμανικής επικράτειας, η οποία ωστόσο αποτελούσε έναν ρευστό χώρο με συνεχείς διοικητικές μεταβολές.[9] Στην πρώιμη αυτή οθωμανική περίοδο οι δυτικές δυνάμεις επιχείρησαν, χωρίς επιτυχία, να καταλάβουν και πάλι την εξουσία στον νησιωτικό χώρο του ανατολικού Αιγαίου. Το 1544, ο παπικός στόλος αποβιβάστηκε στο νησί και έβαλε φωτιά στον Μόλυβο, αφήνοντας σημάδια καταστροφής στον οικισμό. Αναταραχές σημειώθηκαν και κατά τη διάρκεια του Κρητικού πολέμου (1645-1669), όταν στο λιμάνι του Μολύβου αγκυροβολούσαν τουρκικά πλοία και οι Γενίτσαροι επιδίδονταν σε επιδρομές στα γύρω χωριά.

Η Λέσβος παρέμεινε τεσσερισήμισι αιώνες υπό την κυριαρχία των Οθωμανών (έως το 1912), γεγονός που προσδιόρισε τις κοινωνικές σχέσεις, την οικονομία και τα πολιτιστικά της χαρακτηριστικά, τόσο κατά την οθωμανική όσο και την μετα-οθωμανική περίοδο. Ο οθωμανός διοικητής του νησιού αρχικά ήταν επιφορτισμένος όχι μόνο με διοικητικές, αλλά και με οικονομικές, φοροεισπρακτικές και εμπορικές αρμοδιότητες. Ειδικότερα, σύμφωνα με το φορολογικό σύστημα του ιλτιζάμ (iltizam), η εκμίσθωση των φορολογικών προσόδων του νησιού και η άσκηση του εξαγωγικού μονοπωλίου του ελαιολάδου, που ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα το βασικό αγροτικό προϊόν του νησιού, αποτελούσαν, έως το 1837, αποκλειστικό δικαίωμα του οθωμανού διοικητή.[10]

Σε οικονομικό επίπεδο, η ποικιλία των αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων στο νησί εξασφάλιζε σε σημαντικό βαθμό την επάρκεια των νοικοκυριών, ενώ ταυτόχρονα όριζε τις αρθρώσεις των εσωτερικών αγορών και των εμπορικών δρομολογίων. Η συστηματικότερη ενασχόληση με την ελιά και το λάδι πραγματοποιείται τον 17ο αιώνα στο εύφορο ανατολικό και κεντρικό τμήμα του νησιού, όπου παρατηρείται από τα αρχαία χρόνια και η μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού. Η περιοχή αυτή είναι κατάφυτη με συνεχείς ελαιώνες που αρχίζουν από τη θάλασσα και φτάνουν ως τις κορυφές των βουνών, ενώ εκεί που σταματά η ελιά συνεχίζει το πεύκο. Εκτός από το ελαιόλαδο, τα προϊόντα που παράγονταν στην κεντρική και ανατολική Λέσβο ήταν σιτηρά, όσπρια, λαχανικά, σταφύλια, κρασί, σύκα, καθώς και μετάξι, σουσάμι, ρετσίνι, κερί, αλάτι. Το γεγονός ότι το ανατολικό τμήμα του νησιού «βλέπει» προς τα μικρασιατικά παράλια καθιστούσε την επικοινωνία με αυτά, τουλάχιστον έως το 1922, ευκολότερη και συχνότερη με τα οφέλη αυτής της επικοινωνίας να είναι πολλαπλά κυρίως για τους νησιώτες. Αντίθετα, στο δυτικό τμήμα του νησιού οι πόροι ήταν πάντοτε λιγοστοί και οι περισσότεροι κάτοικοι φτωχοί, καθώς εκεί κυριαρχούν οι άγονες, ηφαιστειογενείς εκτάσεις και οι δυσπρόσιτες ακτές. Τα προϊόντα που παράγονταν στο δυτικό μέρος του νησιού ήταν τα κτηνοτροφικά, όπως επίσης τα βελανίδια για τη βυρσοδεψία και η γκρίζα πέτρα από λάβα για τις αγροτικές κατασκευές, τις περιφράξεις των βοσκοτόπων και τις αναβαθμίδες («σέτια» ή πεζούλες).

Ελαιώνας στον κάμπο του Μολύβου

O Μόλυβος διατήρησε κατά την οθωμανική περίοδο τη θέση του ως το δεύτερο σπουδαιότερο οικιστικό και οικονομικό κέντρο του νησιού μετά την πρωτεύουσα πόλη, τη Μυτιλήνη. Η γεωγραφική του θέση στο βόρειο άκρο της Λέσβου κοντά στα Δαρδανέλια, σε σημείο δηλαδή πλησιέστερο προς την Κωνσταντινούπολη, η ύπαρξη λιμανιού, που λειτουργούσε ως εμπορικό, διαμετακομιστικό κέντρο στη βόρεια Λέσβο και η συστηματική καλλιέργεια της ελιάς στη μικρή, αλλά εύφορη πεδιάδα του Μολύβου υπογραμμίζουν τη στρατηγική και οικονομική του σημασία. Από το λιμάνι του Μολύβου γίνονταν φορτώσεις ελαιόλαδου και βελανιδιών από τη βόρεια και δυτική Λέσβο, τα οποία διοχετεύονταν στην περιοχή του Αδραμμυτινού κόλπου, στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη και σε άλλες αγορές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Ευρώπης. Όπως χαρακτηριστικά σημείωνε το 1850 ο λόγιος και δάσκαλος της Λέσβου Σταυράκης Αναγνώστης, «διά τον λιμένα, και την θέσιν του την παραλίαν, ο Μόλιβος, καθώς και διά το Φρούριον, και διά την μικράν αγοράν του, φαίνεται ότι επέχει και σήμερον τα δευτερεία, μετά την Μιτυλήνην».[11]

Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, στην περιοχή του Μολύβου υπήρχε επίσης σημαντική παραγωγή σταφυλιών και κρασιού, το οποίο, όπως έγραφε ο Αναγνώστης, ήταν «εύοσμο και γλυκύ».[12] Η αναδιάρθρωση ωστόσο της αγροτικής παραγωγής στη Λέσβο, με τη συστηματικότερη ενασχόληση με την ελιά και το λάδι προκάλεσε σταδιακά τον περιορισμό της παραγωγής του κρασιού και άλλων βασικών προϊόντων, όπως των δημητριακών. Οι Μολυβιάτες, κυρίως οι μουσουλμάνοι, ασχολούνταν επίσης με την κτηνοτροφία, την αλιεία και τη ναυτιλία. Το 1863, ο λόγιος Γεώργιος Αριστείδης σημείωνε ότι ιδίως «οι Τούρκοι του Μολύβου ευδοκιμούσιν εις την θάλασσαν κεκτημένοι σήμερον 60 βομβάρδας».[13] Προξενική έκθεση του 1858 μας πληροφορεί ότι στον Μόλυβο υπήρχε ναυπηγείο για την κατασκευή ιστιοφόρων. Από τα ναυπηγεία της Μυτιλήνης, του Μολύβου και του Πλωμαρίου κατασκευάζονταν ετησίως 20 μικρά καράβια χωρητικότητας 10-20 τόνων, προορισμένα να μεταφέρουν εμπορεύματα και κατοίκους από και προς τα μικρασιατικά παράλια.[14]

Οι κάτοικοι του Μολύβου ωφελούνταν πολλαπλά από την επικοινωνία με την απέναντι Ανατολή, η οποία λειτουργούσε ως διέξοδος, αποδεσμεύοντας τις πιέσεις, οικονομικές και δημογραφικές, που περικλείει ο νησιωτικός χώρος. Ο θαλάσσιος χώρος μεταξύ Λέσβου και Μικράς Ασίας, ο λεγόμενος «Μυτιληναίων αιγιαλός», αποτελούσε για αιώνες και έως το 1922 γέφυρα επικοινωνίας και ποικίλων ανταλλαγών. Σε αυτόν τον χώρο και στην ευρύτερη περιοχή του Αδραμμυτινού κόλπου οι άνθρωποι εργάζονταν, ψάρευαν, μετανάστευαν εποχιακά ή μόνιμα, αντάλλασσαν ποικίλα οικονομικά και πολιτισμικά αγαθά, ανέπτυσσαν εμπορικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες, κοινωνικές σχέσεις και δεσμούς επιγαμίας. Όπως χαρακτηριστικά έγραφε το 1863 ο Αριστείδης, οι «μάλλον ανεπτυγμένοι των Λεσβίων» είναι οι Μυτιληνιοί, οι Πλωμαρίτες, οι Μολυβιάτες και γενικά όσοι κατοικούν στα παράλια και ασχολούνται με το εμπόριο του ελαιολάδου, το οποίο εξάγουν σε μεγάλες ποσότητες «πανταχού της Τουρκίας και εις την Ευρώπην ακόμη». Ο ίδιος συμπλήρωνε ότι όσοι από τον Μόλυβο, την Πέτρα και το Υψηλομέτωπο αναγκάζονται να μεταναστεύσουν, «λόγω της έλλειψης πόρων από τη γη», εργάζονται «ως έμποροι και παντοπώλες εις την περί το Αδραμύττιον χώραν, ένθα και αξιολόγους περιουσίας συγκροτούσι και κτηματίαι καθίστανται ουχί μικροί».[15] Στον ίδιο τόνο, ο Γιώργος Βαλέτας αναφέρει χαρακτηριστικά ότι τον 19ο αιώνα «το Αδραμύτι, το Καραγάτς, το Φρένελι, το Μπιχράμι, όλη η περιοχή του Ακ-Τσάι, όλα τα χωριά της απέναντι Τρωάδας είναι πολίσματα και αποικίες των επιχειρηματικώτατων Μηθυμναίων».[16]

Η κωμόπολη του Μολύβου, ως διοικητικό και οικονομικό κέντρο του ομώνυμου καζά, ήταν έδρα υποδιοικητή (καϊμακάμη/kaŷmâkam), ο οποίος διοριζόταν από τον οθωμανό Διοικητή του νησιού (μουτεσαρίφη/mutassarrif ή ναζίρη/nazir), μουδίρη (müdür) και ιεροδικαστή (καδή/kadi). Εκεί λειτουργούσε επίσης το Συμβούλιο (Μετζλήσι/Meclis) του καζά, ένα όργανο με πολλαπλές αρμοδιότητες, που ήταν επιφορτισμένο να αποδίδει δικαιοσύνη, σύμφωνα με το Κοράνι, να εισπράττει τους τελωνειακούς και αγροτικούς φόρους και να ρυθμίζει τα τοπικά ζητήματα.[17] Σε βρετανική προξενική έκθεση των ετών 1854-1858 σημειώνεται ότι σε κάθε καζά υπάρχει επίσης «ένας μεχκεμές (mehkeme: δικαστήριο), όπου καταχωρούνταν οι τίτλοι κυριότητας των ακινήτων και οι διαθήκες». Για το μεχκεμέ υπεύθυνος ήταν ο καδής του κάθε καζά, ο οποίος δίκαζε πρωτοδίκως, με βάση το Κοράνι, τις αστικές υποθέσεις των μουσουλμάνων.[18]

Επίσης, οι δημογεροντίες των χριστιανικών κοινοτήτων, θεσμοθετημένες ήδη από τον 17ο αιώνα από το οθωμανικό δημοσιονομικό σύστημα, λειτουργούσαν παράλληλα με τις αντίστοιχες μουσουλμανικές και είχαν την ευθύνη για την κατανομή των φορολογικών βαρών σε κάθε νοικοκυριό (χανέ/hane), αλλά και για την είσπραξή τους, γεγονός που δημιουργούσε οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις εξουσίας σε τοπικό επίπεδο. Σύμφωνα με καταγραφές του Κώδικα του ναού του Αγίου Παντελεήμονος Μολύβου που χρονολογούνται από τα μέσα του 17ου αιώνα, η δημογεροντία Μολύβου καθόριζε το ύψος των φόρων που έπρεπε να καταβάλουν οι χριστιανικές κοινότητες/χωριά του καζά Μολύβου, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που αναλάμβανε να εξοφλήσει φορολογικές οφειλές των ασθενέστερων οικονομικά χωριών.[19]

Μέσω αυτής της διαδικασίας, στα τέλη του 18ου αιώνα αναδείχτηκε μια τοπική ελίτ χριστιανών προκρίτων-γαιοκτημόνων, οι οποίοι προέρχονταν από το κοινωνικό στρώμα των γαιοκτημόνων και συχνά ταύτιζαν τα συμφέροντά τους με εκείνα της οθωμανικής διοίκησης και της τοπικής μουσουλμανικής ελίτ. Ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα με τη σταδιακή εφαρμογή των Διομολογήσεων, που σηματοδοτούν το πέρασμα της οθωμανικής οικονομίας στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, οι συνθήκες για τους νησιώτες γίνονται πιο ευνοϊκές. Η γεωγραφική θέση της Λέσβου, στο κέντρο σχεδόν του ανατολικού Αιγαίου και πολύ κοντά στα μικρασιατικά παράλια, αλλά και στην έξοδο των Δαρδανελίων, ευνοούσε τις οικονομικές δραστηριότητες, καθώς υπήρξε το σημείο όπου διασταυρώνονταν τα εμπορικά δρομολόγια της ανατολικής Μεσογείου με τη Μαύρη Θάλασσα.

Μια νέα εποχή ακμής για τη Λέσβο άρχισε μετά το τέλος του Ρωσοτουρκικού πολέμου των ετών 1768-1774 και τους Ναπολεόντειους πολέμους (1803-1815), όταν το λάδι της Μυτιλήνης θα βρει διέξοδο κυρίως στις λαδόσκαλες της Κωνσταντινούπολης, ενώ παράλληλα θα αναπτυχθεί ο εμπορικός άξονας Αλεξάνδρειας – Σμύρνης – Μυτιλήνης – Κωνσταντινούπολης – Νότιας Ρωσίας. Στις μεταβολές αυτές πρέπει να τονιστεί η σημασία που είχε για την οικονομία της Λέσβου η Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774), που έδινε τη δυνατότητα ελεύθερης ναυσιπλοΐας στον ορθόδοξο έμπορο και ναυτικό και δικαιώματα που οδηγούσαν στη συσσώρευση κεφαλαίου. Με τον τρόπο αυτό βελτιώθηκε σε τοπικό επίπεδο η οικονομική κατάσταση των χριστιανών προκρίτων-γαιοκτημόνων και ενισχύθηκε το κύρος τους. Παράλληλα, στην ανάδειξη και την ενίσχυση της εξουσίας των προκρίτων στην τοπική κοινωνία, συνέβαλαν η διατήρηση κάποιας μορφής ακίνητης ιδιοκτησίας την περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης και η παράνομη διεξαγωγή εμπορίου λαδιού. Έτσι, την περίοδο αυτή ενισχύονται οι χριστιανοί πρόκριτοι του Μολύβου με το εμπόριο και τη ναυτιλία, απλώνοντας τις εμπορικές τους δραστηριότητες στα απέναντι μικρασιατικά παράλια, στη Σμύρνη και στην Κωνσταντινούπολη.

Εκτός από τους προκρίτους, ένας ακόμη σημαντικός πόλος εξουσίας στη Λέσβο ήταν η Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως δείχνει και η ύπαρξη δύο επισκοπικών περιφερειών, της Μυτιλήνης και της Μήθυμνας, καθώς και ισχυρών μοναστικών ιδρυμάτων. Οι εκκλησίες, κυρίως οι ενοριακές, αλλά και οι μονές, μέσω δωρεών, απέκτησαν κατά την οθωμανική περίοδο μεγάλη έγγεια ιδιοκτησία (τα λεγόμενα «δεσποτικά»), την οποία νοίκιαζαν με τον όρο καταβολής του μισθώματος σε είδος (αγροτικά προϊόντα) ή σε χρήμα, προσλαμβάνοντας έτσι τα χαρακτηριστικά ενός οικονομικού διαχειριστικού οργανισμού.[20] Στις αρχές του 20ού αιώνα, στην κωμόπολη του Μολύβου υπήρχαν τρεις ενοριακοί ναοί, του Αγίου Παντελεήμονα, της Αγίας Κυριακής και του Ταξιάρχη, καθώς και δύο μουσουλμανικά τεμένη. Από τις καταγραφές του Κώδικα του Αγίου Παντελεήμονα Μολύβου φαίνεται ότι ο συγκεκριμένος ενοριακός ναός είχε οικονομικό πλεόνασμα, το οποίο διέθετε συχνά για τον έντοκο δανεισμό ιδιωτών.

Από εκκλησιαστική άποψη, έως την δεύτερη περίπου δεκαετία του 16ου αιώνα, ο Μόλυβος υπήρξε έδρα της δεύτερης μητροπόλεως του νησιού, της Μητροπόλεως Μηθύμνης (η άλλη, μεγαλύτερη μητρόπολη ήταν της Μυτιλήνης), ενώ συνέχισε να υπάγεται σε αυτήν και στη συνέχεια, όταν η έδρα μεταφέρθηκε στην Καλλονή (Αχυρώνα), όπου και παραμένει μέχρι τις μέρες μας. Η μεταφορά της έδρας της μητρόπολης από τον Μόλυβο στην Καλλονή, στα χρόνια του αγίου Ιγνατίου Αγαλλιανού, πιθανότατα οφείλεται στη δράση του αγίου στην περιοχή της Καλλονής και στην ίδρυση εκεί δύο σημαντικών μοναστηριών, του Λειμώνος και της Μυρσινιώτισσας.[21] Το γεγονός αυτό, σε συμβολικό επίπεδο, οπωσδήποτε σήμαινε υποβάθμιση του Μολύβου έναντι της Καλλονής, ενισχύοντας έτσι τον ανταγωνισμό που υπήρχε από τα αρχαία χρόνια μεταξύ των δύο πόλεων για την εκμετάλλευση της εύφορης πεδιάδας της Καλλονής και τη διεκδίκηση της δεύτερης θέσης στο νησί μετά τη Μυτιλήνη.[22]

Στα μέσα του 19ου αιώνα, σημαντική τομή στην ιστορία της Λέσβου αποτέλεσαν οι οθωμανικές μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ (1839-1876), οι οποίες ώθησαν την οικονομία και την κοινωνία του νησιού σε μια διαδικασία ανάπτυξης και αστικού εκσυγχρονισμού. Συγκεκριμένα, το 1837 καταργήθηκε το σύστημα του ιλτιζάμ και έτσι το διοικητικό αξίωμα διαχωρίστηκε από τις φορολογικές αρμοδιότητες και τις φοροεισπρακτικές αυθαιρεσίες με τις οποίες είχε συνδεθεί στο παρελθόν, ενώ από το 1858 οι χριστιανοί απέκτησαν δικαίωμα ιδιοκτησίας. Η οικονομική ανάπτυξη και η άνοδος μιας εμπορικής, χριστιανικής αστικής τάξης σε ολόκληρο το νησί, που ελέγχει την τοπική οικονομία, ιδιοποιείται μεγάλο μέρος της λεσβιακής γης και συμμετέχει στην τοπική διοίκηση, δημιουργεί σημαντικές μεταβολές στην κοινωνία και στις σχέσεις εξουσίας σε τοπικό επίπεδο. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Αριστείδης το 1863 «μετά το 1840 και πολλά κτήματα ηγόρασαν παρά των Τούρκων και πλέον έπαυσαν ή ωλιγόστευσαν αι επί των Χριστιανών καταπιέσεις και αυθαιρεσίαι».[23]

Στον Μόλυβο, η χριστιανική αστική τάξη την περίοδο αυτή ευημερεί και διαφοροποιεί την κοινωνική της θέση στον χώρο, με την οικοδόμηση πολυτελών, νεοκλασικών κατοικιών εκτός του μεσαιωνικού πυρήνα της κωμόπολης και κατά μήκος του δρόμου που οδηγεί στο λιμάνι. Επίσης, στο λιμάνι, στην «κάτω» αγορά, είναι ο χώρος, όπου διεξάγεται το εμπόριο του λαδιού κυρίως από χριστιανούς, οι οποίοι είναι και ιδιοκτήτες των περισσότερων ελαιοτριβείων και σαπουνοποιΐων. Αντίθετα, η «απάνω» αγορά, στο κέντρο του οικισμού, ελέγχεται κυρίως από μουσουλμάνους. Με αυτό τον τρόπο, στον δημόσιο χώρο του Μολύβου, αποτυπώνονται όχι μόνο οι οικονομικές σχέσεις, αλλά και οι κοινωνικές, θρησκευτικές και εθνοτικές διαφοροποιήσεις.

Μέσα στο πλαίσιο του ενθουσιασμού των τοπικών λογίων για τις ευνοϊκές για τους χριστιανούς μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ, εντάσσεται η μετάφραση στα ελληνικά του διατάγματος Χάττ-ι Χουμαγιούν (Hatt-i Humayun, 1856) από τον μολυβιάτη νομικό και πολιτικό Ζαφειράκη Υπανδρευμένο (1831-1896).[24] Μάλιστα, ο Υπανδρευμένος έγινε βουλευτής Αιγαίου πελάγους στην πρώτη οθωμανική Βουλή το 1877, ενώ στη συνέχεια ανέλαβε και άλλες υψηλές θέσεις στην κρατική διοίκηση. Ο ίδιος υπήρξε επίσης στενός φίλος του διοικητή Λέσβου Ναμίκ Κεμάλ (1879-1884), γνωστού διανοούμενου και βασικού εκπροσώπου των Νέων Οθωμανών, ενός κινήματος που αντιτάχθηκε στην αυταρχική πολιτική του Σουλτάνου Αμπντούλ Αζίζ (Abdulaziz), επιδιώκοντας τον δυτικό εκσυγχρονισμό της Αυτοκρατορίας την περίοδο που είχαν τεθεί σε εφαρμογή οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ.[25] Ο Υπανδρευμένος ανήκε στη μερίδα των Ελληνορθόδοξων της Αυτοκρατορίας που υποστήριξαν έμπρακτα την ελληνική εκδοχή του Οθωμανισμού (Ελληνοθωμανισμό), την προοπτική δηλαδή της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της ιδιαίτερής τους πατρίδας μέσα στο πολιτικό πλαίσιο μιας εκσυγχρονισμένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η προοπτική αυτή παρέμεινε ζωντανή στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη και στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου τουλάχιστον έως το 1908, όσο δηλαδή συντηρούνταν οι προσδοκίες μεταρρυθμίσεων από το οθωμανικό καθεστώς.[26]

Ο Ναμίκ Κεμάλ (δεξιά) με τον Κανιπάσαζάντε Ριφάτ Μπέι - Φωτογραφία ελεύθερη δικαιωμάτων

Επίσης, τόσο ο Υπανδρευμένος όσο και ο Ναμίκ Κεμάλ έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στο λεγόμενο Λειμωνιακό ζήτημα, το οποίο διήρκεσε περίπου δύο δεκαετίες (από το 1866 έως το τέλος της δεκαετίας του 1880) και αφορούσε τη νομική, και στη συνέχεια επαναστατική διεκδίκηση από τις δημογεροντίες της εκκλησιαστικής επαρχίας Μηθύμνης των πόρων της μονής Λειμώνος, με σκοπό την κάλυψη εκπαιδευτικών αναγκών.[27] Και οι δύο υποστήριξαν ενεργά τα αιτήματα των κοινοτήτων, γεγονός που τους έφερε σε έντονη αντιπαράθεση με τον μητροπολίτη Μηθύμνης Νικηφόρο Γλυκά και τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄. Επομένως, το Λειμωνιακό ζήτημα συνδέεται άμεσα με τη χειραφέτηση των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων και την αμφισβήτηση της εκκλησιαστικής εξουσίας, φαινόμενα που αντανακλούν τον ευρύτερο αστικό μετασχηματισμό της τοπικής κοινωνίας.

Στις 11 Δεκεμβρίου 1882, ο Πατριάρχης επέβαλε στον Υπανδρευμένο το επιτίμιο του αφορισμού, ως τιμωρία για τη στάση του στο Λειμωνιακό ζήτημα. Όσο για τον Κεμάλ, ο οποίος κατά τη διάρκεια της θητείας του επιδίωξε γενικότερα να εφαρμόσει αλλαγές στο νησί που έθιγαν κατεστημένα συμφέροντα των τοπικών ελίτ, το 1884 απομακρύνθηκε από το διοικητικό του αξίωμα, ύστερα από συντονισμένες καταγγελίες χριστιανών και μουσουλμάνων προκρίτων προς την κεντρική διοίκηση, με αφορμή «ατασθαλίες» και «κακή συμπεριφορά». Επομένως, μπορεί να υποστηριχθεί ότι έως τα τέλη του 19ου αιώνα, οι διαμάχες και οι αναστατώσεις στη Λέσβο συνδέονταν κυρίως με ανταγωνισμούς μεταξύ των φορέων εξουσίας και δεν είχαν εθνοθρησκευτικό και ιδεολογικό, αλλά οικονομικό και κοινωνικό υπόβαθρο.

Η σημαντική οικονομική ανάπτυξη που σημειώθηκε στη Λέσβο στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα συνοδεύτηκε από έντονες κοινωνικές ανισότητες και ασύμμετρη κατανομή του πλούτου. Παρόλα αυτά, τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα, οι αγρότες και οι εργάτες, δεν φαίνεται να εγείρουν διεκδικήσεις πριν από το καλοκαίρι του 1908, όταν οι Νεότουρκοι αναλαμβάνουν την πολιτική εξουσία στην οθωμανική Αυτοκρατορία.[28] Σε μια ανταπόκριση από τον Μόλυβο, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αμάλθεια της Σμύρνης τον Μάρτιο του 1871, σκιαγραφείται η άθλια κατάσταση των χαμηλότερων οικονομικά στρωμάτων της επαρχίας Μολύβου και η εκμετάλλευσή τους κυρίως από χριστιανούς γαιοκτήμονες-εμπόρους. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο συντάκτης του άρθρου: «Πώς μπορούμε να πληρώσουμε τους φόρους μας; Η μόνη λύση είναι να δανειστούμε από τον έμπορο· αλλά ο έμπορος δεν δανείζει – προαγοράζει [τη σοδειά]. Έτσι δεν μας μένει παρά να πουλήσουμε τα χωράφια μας».[29]

Είναι εμφανές ότι η αγροτική τάξη βρισκόταν συχνά σε δύσκολη θέση και αναγκαζόταν να δανειστεί από τους εύπορους εμπόρους ή να προπωλήσει τη μελλοντική ελαιοσυγκομιδή (σελέμι), για να μπορέσει να επιβιώσει. Το φαινόμενο της τοκογλυφίας ήταν βέβαια διαδεδομένο στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες. Το έντοκο δάνειο όμως αποτελούσε πράξη ανόσια για τους μουσουλμάνους, καθώς δεν συμφωνούσε με τις εντολές του Κορανίου. Έτσι, η απαγόρευση του έντοκου δανεισμού στους μουσουλμάνους είχε ως συνέπεια το εμπόριο του χρήματος να μονοπωλείται από τους χριστιανούς. Στον Μόλυβο γνωρίζουμε ότι λειτουργούσε υποκατάστημα της Γεωργικής Τραπέζης αρκετά αργά, στις αρχές δηλαδή του 20ού αιώνα (1903). Αλλά και στο υπόλοιπο νησί, έως τα τέλη του 19ου αιώνα, δεν είχε αναπτυχθεί ο χρηματοπιστωτικός τομέας, με αποτέλεσμα οι τοκογλύφοι και οι πρωτοτραπεζίτες της πόλης, αλλά και της υπαίθρου, να δρουν ανεξέλεγκτοι και να πλουτίζουν σε βάρος των φτωχών αγροτών, χριστιανών και μουσουλμάνων.

Η τεχνολογική επανάσταση που χαρακτηρίζει την παγκόσμια οικονομία την περίοδο 1875-1914 θα εξακοντίσει την οικονομική ανάπτυξη στη Λέσβο, που στα μέσα του 19ου αιώνα υπήρξε απόρροια κυρίως των εσωτερικών οθωμανικών μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ. Καθοριστικός ήταν ο ρόλος της εισαγωγής του ατμού στις μετακινήσεις, αλλά και στον τρόπο επεξεργασίας του λαδιού, που σηματοδοτεί το οριστικό πέρασμα στο κατώφλι του καπιταλισμού και σε μια ανεπανάληπτη για την ιστορία του νησιού συσσώρευση πλούτου και εξουσίας. Ο Μόλυβος, στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, εξακολουθεί να είναι μία από τις πιο ανεπτυγμένες πόλεις-λιμάνια της Λέσβου. Παρόλα αυτά, η πόλη της Μυτιλήνης και το Πλωμάρι παρουσιάζουν τη συγκεκριμένη περίοδο έναν πιο προχωρημένο βαθμό αστικοποίησης και ανάπτυξης της αγοράς τους. Σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτουμε για τα έσοδα από το φόρο επιτηδεύματος του έτους 1911, το 58,7% των εσόδων προέρχονταν από τη Μυτιλήνη, το 24,8% από το Πλωμάρι και το 16,3% από τον Μόλυβο. Επίσης, από τα 403.205 γρόσια που εισπράχτηκαν από όλο το νησί το ίδιο έτος, 236.905 γρόσια προέρχονταν από την πόλη της Μυτιλήνης, 100.316 γρόσια από το Πλωμάρι και 65.984 γρόσια από τον Μόλυβο.[30]

Ανώνυμος ανταποκριτής της εφημερίδας Ταχυδρόμος της Κωνσταντινούπολης, το 1903, μας μεταφέρει μια εικόνα οικονομικής κάμψης του Μολύβου, διαπιστώνοντας σημάδια μαρασμού και πτώσης της εμπορικής του κίνησης.[31] Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, στο λιμάνι «βασιλεύει νάρκη και μαρασμός», ενώ έχουν εκλείψει, χωρίς δυστυχώς να υπάρχουν αντικαταστάτες, «οι αείμνηστοι εκείνοι άνδρες Κράλλης και Κυριαζής, οίτινες διά του επιχειρηματικού αυτών πνεύματος […] εις επίζηλον εμπορικήν και οικονομικήν θέσιν είχον προαγάγει τον Μόλυβον». Εκφράζει βέβαια την άποψη ότι υπάρχει ελπίδα να ανακάμψει και να αναγεννηθεί ο τόπος οικονομικά και εμπορικά, εφόσον υπάρχουν ακόμη κάποια στοιχεία ικανά να δράσουν ευεργετικά. Παράλληλα, επισημαίνει ότι από την άποψη της «κοινωνικής μορφώσεως η ομογενής κοινότης Μολύβου» και μάλιστα η «πρωτεύουσα των πολιτών τάξις», μπορεί να θεωρηθεί «προηγμένη». Όπως σημειώνει, «οι τελευταίοι ούτοι είναι προσηνείς, ευπροσήγοροι, ομιλητικοί και προς τους ξένους περιποιητικοί», ενώ αναφέρει ότι στον Μόλυβο δραστηριοποιούνταν ο «ικανώτατος και αρτιωτάτης μορφώσεως» δικηγόρος Δημήτριος Σάββας και τρεις «έξοχοι» γιατροί, ο Σωκράτης Φωτιάδης, ο οποίος διατηρούσε και φαρμακείο στην αγορά, ο Αριστείδης Κέπετζης και ο «επιφανής γυναικολόγος» Δημήτριος Υπανδρευμένος, γιος του Ζαφειράκη Υπανδρευμένου.

Καθιστοί από αριστερά: δεύτερος, ο οθωμανός καϊμακάμης του Μολύβου, τρίτος, ο ιμάμης του Μολύβου. Όρθιοι: πρώτος, Αντώνιος Κράλλης, τέταρτος, Σοφοκλής Χατζηκωνσταντίνου και έκτος, Δημήτριος Σάββας (μέλος του οθωμανικού και, αργότερα, του ελληνικού κοινοβουλίου). Φωτογραφία του Φριτς Μραζ, Μόλυβος, περίπου 1911 (αρχείο Μαρίας Σάββα). Πηγή: Αναμνηστικό Άλμπουμ του Συλλόγου Γυναικών Μυθυμνής «Αγάπη», «Ένας αιώνας Αγάπης», Εκδόσεις Τοπίο, 2017.

Σε επίπεδο νοοτροπιών και αντίθετα με όσα έχουν υποστηριχθεί μέχρι και σήμερα από την ελληνική και τουρκική ιστοριογραφία,[32] η πορεία προς τον αστικό εκσυγχρονισμό και η χειραφέτηση του ελληνικού στοιχείου της Λέσβου δεν συνδέθηκαν με την υποστήριξη μιας μεγαλοϊδεατικής, αλυτρωτικής ιδεολογίας, αντίστοιχης με αυτήν που επικράτησε στο ελληνικό κράτος στα μέσα του 19ου αιώνα. Η προοπτική της αξιοποίησης των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων από τους Ελληνορθόδοξους (Ελληνοθωμανισμός) προϋπέθετε, εκ των πραγμάτων, τη στήριξη της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ειρηνική συνύπαρξη με τους μουσουλμάνους. Ωστόσο, η αρχική επιδίωξη των Ελληνορθόδοξων για την εφαρμογή ευνοϊκών για εκείνους μεταρρυθμίσεων σταδιακά εξελίχθηκε σε προσδοκία για επικράτηση του ελληνικού στοιχείου μέσα σε ένα μετασχηματισμένο οθωμανικό κράτος.

Η προοπτική του Ελληνοθωμανισμού στη Λέσβο ήρθε εντέλει σε σύγκρουση, έστω και υπόγεια, με τον νεοτουρκικό εθνικισμό. Το αίσθημα υπεροχής που καλλιεργούσαν στους Ελληνορθόδοξους η απόκτηση εξουσίας και ο έλεγχος των οικονομικών μηχανισμών κλόνιζε την παραδοσιακή ιεραρχική σχέση μεταξύ κατακτητών και κατακτημένων και ενίσχυε τον εθνικό ανταγωνισμό με τους Τούρκους. Οι Νεότουρκοι, οι οποίοι ανέλαβαν την πολιτική εξουσία το καλοκαίρι του 1908, σύντομα έδειξαν ότι δεν ήταν διατεθειμένοι να ανεχτούν την παρουσία μιας οικονομικά εύρωστης χριστιανικής αστικής τάξης, η οποία ταυτόχρονα διεκδικούσε μερίδιο στην πολιτική εξουσία. Έτσι, υπερίσχυσε τελικά η δυναμική της πόλωσης που ενίσχυσε τους δύο αλληλοτροφοδοτούμενους εθνικισμούς, τον ελληνικό και τον νεοτουρκικό, την τελευταία τετραετία της οθωμανικής κυριαρχίας στη Λέσβο (1908-1912).

Αξιοπρόσεκτο είναι πάντως, ότι παρά τα προβλήματα που τους προκαλούσε, ήδη από το 1909, η εχθρική πολιτική των Νεότουρκων, οι Ελληνορθόδοξοι της Λέσβου, συμπεριλαμβανομένων και αυτών του Μολύβου, δεν φαίνεται να επιδιώκουν τη ριζική ανατροπή του οθωμανικού καθεστώτος ή την ένταξη του νησιού στο ελληνικό κράτος μέχρι και τις παραμονές της κατάληψης της Μυτιλήνης από τον ελληνικό στόλο (Νοέμβριος 1912).[33] Αντιθέτως, όπως μαρτυρούν οι πηγές της περιόδου και ιδιαίτερα τα δημοσιεύματα του τοπικού Τύπου, που εμφανίζεται για πρώτη φορά στις αρχές του 1909, εξακολουθούν να συνδέουν την οικονομική και κοινωνική ευημερία της Λέσβου με την επιβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό, βέβαια, υπό την προϋπόθεση ότι θα άλλαζε η πολιτική κατάσταση και θα αναδεικνύονταν νέοι ηγέτες, ικανοί να εφαρμόσουν την ισονομία και την ισότητα μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων.

Μέσα στο πλαίσιο των προσδοκιών των Ελληνορθόδοξων για μεταρρυθμίσεις εντός του οθωμανικού κράτους, μπορεί να ερμηνευθεί και η εκλογή του Μολυβιάτη νομικού Δημητρίου Σάββα στις βουλευτικές εκλογές της άνοιξης του 1912. Αν και δεν ήταν το φαβορί των εκλογών, ούτε ο εκλεκτός της ελληνορθόδοξης ελίτ της Λέσβου, ο Σάββας κατάφερε να εξασφαλίσει τη βουλευτική έδρα του νησιού. Καθοριστικό ρόλο στην εκλογή του είχε η ψήφος των χριστιανών και μουσουλμάνων εκλεκτόρων του καζά Μολύβου, οι οποίοι φαίνεται ότι επένδυσαν στις ενοποιητικές και μετριοπαθείς του πολιτικές θέσεις.[34]

ΤΑ ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ: ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΟΜΗ

Όσον αφορά τη δημογραφία, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της κωμόπολης του Μολύβου, όπως και ολόκληρου του ομώνυμου καζά, είναι η έντονη παρουσία μουσουλμανικού πληθυσμού, ιδίως στους όψιμους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας. Όπως δείχνουν οι επίσημες οθωμανικές απογραφές, αλλά και οι μαρτυρίες των τοπικών λογίων, ο Μόλυβος ήταν η περιοχή όπου το χριστιανικό στοιχείο ήρθε σε στενότερη επαφή με το μουσουλμανικό-τουρκικό στοιχείο.

Μάλιστα, η δημογραφική εξέλιξη της κωμόπολης του Μολύβου στάθηκε εντελώς διαφορετική από την πρωτεύουσα του νησιού, τη Μυτιλήνη, όπου το μουσουλμανικό στοιχείο υπερτερούσε στα πρώτα χρόνια της κατάκτησης, ενώ στα χρόνια που ακολούθησαν σημείωσε σημαντική μείωση.[35] Από αρχειακές πηγές της περίοδου 1548-1581, γνωρίζουμε ότι στον Μόλυβο υπήρχαν συνολικά 476 εστίες/νοικοκυριά (hane). Το μη στρατιωτικό τμήμα του μουσουλμανικού πληθυσμού αριθμούσε τότε μόνο 25 εστίες, από τις οποίες το 36% αντιστοιχούσε σε πρόσφατα εξισλαμισμένους κατοίκους. Στο πρώτο μισό όμως του 17ου αιώνα η παρουσία των μουσουλμάνων μεγαλώνει, καθώς σύμφωνα με τον μητροπολίτη Μηθύμνης Γαβριήλ Σουμαρούπα στον Μόλυβο υπήρχαν τότε περίπου 220 εστίες χριστιανών, ενώ οι μουσουλμάνοι ήταν «δις τοσούτοι, φοβεροί και με μασγίδιον [τζαμί] μέγα».[36] Το 1708-1709 το ποσοστό των μουσουλμάνων του Μολύβου ήταν περίπου 45%. Ο Άγγλος περιηγητής Richard Poccoke, το 1739, σημείωνε ότι το κάστρο του Μολύβου κατοικούνταν από Τούρκους, ήταν ανθηρό και φυλασσόταν από στρατιωτικές δυνάμεις. Αλλά και στα χρόνια που ακολούθησαν έως το 1912, οι οθωμανικές απογραφές και οι μαρτυρίες των τοπικών λογίων δείχνουν ότι ο μισός περίπου πληθυσμός του οικισμού ήταν μουσουλμανικός.[37]

Μια περήφανη μουσουλμανική ελίτ επιδεικνύει την πίστη της - Τοιχογραφία από την κεντρική αίθουσα του αρχοντικού Γιαννάκου στο Μόλυβο (κατοικία ενός μουσουλμάνου ευγενούς πριν από το 1922)

Στην πρώτη επίσημη οθωμανική απογραφή των ετών 1830-1842, στην οποία καταγράφηκαν μόνο όσοι είχαν φορολογική υποχρέωση (οι άνδρες δηλαδή ηλικίας 13 ετών και άνω), οι χριστιανοί του Μολύβου ήταν 599 και οι μουσουλμάνοι 562.[38] Με βάση την ίδια απογραφή, ο συνολικός πληθυσμός της κωμόπολης υπολογίζεται σε 2.322 και ήταν κατανεμημένος σε επτά συνοικίες (μαχαλάδες), τρεις χριστιανικές και τέσσερις μουσουλμανικές.

Η δημιουργία ξεχωριστών συνοικιών-μαχαλάδων για τους χριστιανούς και τους μουσουλμάνους αποτυπώνει τις θρησκευτικές και εθνοτικές διαφοροποιήσεις στον χώρο. Οι χριστιανοί του Μολύβου διέμεναν στις συνοικίες της Αγίας Κυριακής (Aya Kiryazi), του Ταξιάρχη (Taksiyar) και του Αγίου Παντελεήμονα (Aya Pandelimon), ενώ οι μουσουλμάνοι στις συνοικίες Hasan Reis, Pars-zade, Şükufe και Muhyiddin. Από τους χριστιανούς άνδρες οι 244 διέμεναν στη συνοικία της Αγίας Κυριακής (Aya Kiryazi), οι 147 στη συνοικία του Ταξιάρχη (Taksiyar) και οι 208 στη συνοικία του Αγίου Παντελεήμονα (Aya Pandelimon). Στην ίδια απογραφή καταγράφηκαν 145 μουσουλμάνοι άνδρες στη συνοικία Hasan Reis, 217 στη συνοικία Pars-zade, 121 στη Şükufe και 79 στη Muhyiddin. Οι μουσουλμανικές συνοικίες αναπτύσσονταν γύρω από το κάστρο, κοντά στο διοικητήριο (σημερινό δημαρχείο) και στην είσοδο του οικισμού, ενώ οι χριστιανικές σχημάτιζαν ένα ημικύκλιο ως προς το κάστρο, συνέχιζαν κατά μήκος του δρόμου που κατεβαίνει προς το λιμάνι και απλώνονταν στον χώρο γύρω από το λιμάνι. Από αρχιτεκτονική πάντως άποψη, η οθωμανική κατάκτηση δεν αλλοίωσε τον μεσαιωνικό χαρακτήρα της κωμόπολης του Μολύβου. Η κατοικία της οθωμανικής περιόδου, συνήθως διώροφη με ξύλινο σαχνισί, συνυπάρχει με τις προγενέστερες μεσαιωνικές, πέτρινες κατασκευές, συνθέτοντας ένα αρμονικό σύνολο.

Ο διαχωρισμός των συνοικιών του Μολύβου με βάση την οικονομική και κοινωνική ιεραρχία στα πλαίσια των δύο κοινοτήτων δεν είναι εύκολος, καθώς τα στοιχεία που διαθέτουμε είναι αποσπασματικά. Πάντως, ευρύχωρες και πλούσιες κατοικίες Τούρκων συναντάμε κοντά στο διοικητήριο, όπως επίσης κοντά στην πεδιάδα, όπου οι πλούσιοι αγάδες διατηρούσαν τις ιδιοκτησίες τους. Αντίθετα, στις μουσουλμανικές συνοικίες γύρω από το κάστρο φαίνεται ότι διέμεναν κυρίως μεσαία και χαμηλά οικονομικά στρώματα. Επίσης, σύμφωνα με την οθωμανική απογραφή των ετών 1830-1842, γνωρίζουμε ότι στις χριστιανικές συνοικίες του Μολύβου, ο αριθμός των υψηλά φορολογούμενων ανδρών ήταν 17 (11 διέμεναν στη συνοικία της Αγίας Κυριακής και 6 στη συνοικία του Αγίου Παντελεήμονα). Οι «μεσαίου» οικονομικού επιπέδου άνδρες φορολογούμενοι ήταν 137 και από αυτούς 60 διέμεναν στη συνοικία της Αγίας Κυριακής, 30 στη συνοικία του Ταξιάρχη και 47 στη συνοικία του Αγίου Παντελεήμονα. Οι «χαμηλά» φορολογούμενοι ήταν 190 και από αυτούς 67 διέμεναν στη συνοικία της Αγίας Κυριακής, 52 στη συνοικία του Ταξιάρχη και 71 στη συνοικία του Αγίου Παντελεήμονα. Σε σύνολο δηλαδή 344 φορολογούμενων χριστιανών, το ποσοστό των υψηλά φορολογούμενων, της οικονομικής δηλαδή ελίτ, ήταν μόλις 4,9%, ενώ οι μεσαίοι φορολογούμενοι έφταναν το 40% και οι χαμηλά φορολογούμενοι το 55,1%.

Μία εικόνα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης του Μολύβου στα τελευταία χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, μας δίνουν τα στοιχεία που παραθέτει η Ευρυδίκη Σιφναίου σχετικά με την ιδιοκτησία γης και τον έγγειο φόρο (βεργί) που πλήρωναν οι χριστιανοί το 1911. Στον Μόλυβο, οι μικροκτηματίες, όσοι δηλαδή διέθεταν μικρούς κλήρους γης και πλήρωναν έγγειο φόρο από 0 έως 100 γρόσια, έφταναν σε ποσοστό 61,1%, οι ιδιοκτήτες γης με μέτρια εισοδήματα, που πλήρωναν φόρο από 101 έως 500 γρόσια, αποτελούσαν το 30% και οι μεγαλοκτηματίες που πλήρωναν φόρο από 501 έως 2.000 γρόσια αποτελούσαν το 8,9%. Είναι εμφανές ότι χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, άρα και μικρούς κλήρους γης, είχε η πλειοψηφία των αγροτών του Μολύβου. Ωστόσο, δεν ήταν μικρό και το ποσοστό εκείνων που διέθεταν μεσαίες και μεγάλες ιδιοκτησίες γης. Στη διατήρηση της μεσαίας και μεγάλης ιδιοκτησίας στη Λέσβο πιθανότατα είχε συντελέσει και το ιδιόμορφο σύστημα προικοδότησης που ίσχυε παλαιότερα, σύμφωνα με το οποίο η πρωτότοκη κόρη κληρονομούσε το σύνολο της πατρικής περιουσίας.[39] Πάντως, σε αντίθεση με τον Μόλυβο, στη Μυτιλήνη και στο Πλωμάρι, στις περιοχές δηλαδή που δέχτηκαν πιο έντονα τις επιδράσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, οι μεγάλες και μεσαίες κτηματικές περιουσίες, συγκεντρώνονταν σε πολύ λιγότερες οικογένειες. Συγκεκριμένα, το ποσοστό των μεγαλοκτηματιών στη Μυτιλήνη έφτανε στο 1,3% και στο Πλωμάρι μόλις στο 0,14%, ενώ την πλειοψηφία αποτελούσαν οι μικροί ιδιοκτήτες γης με ποσοστά που έφταναν στο 91,5 και 97,03 αντίστοιχα.[40]

Το αρχοντικό της Βαρελτζιδάινας στην Πέτρα - σημειώστε ότι το σπίτι φέρει το όνομα της γυναίκας που το κληρονόμησε σύμφωνα με την τοπική παράδοση.

Εξετάζοντας τα πληθυσμιακά δεδομένα σε ολόκληρη τη διοικητική περιφέρεια του καζά Μολύβου, διαπιστώνουμε ότι εκεί ήταν επίσης συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο ποσοστό του μουσουλμανικού πληθυσμού του νησιού, ένα ποσοστό που αυξάνεται ραγδαία στο πέρασμα των αιώνων της οθωμανικής κυριαρχίας. Είναι ενδεικτικό ότι, το 1548, το ποσοστό των μουσουλμάνων στον καζά Μολύβου ήταν μόλις 2%. Το 1581 το ποσοστό αυτό αυξάνεται σε 4,5% και το 1708/09 φτάνει στο 27%, ενώ την ίδια περίοδο παρατηρείται σταθερή μείωση του ποσοστού του χριστιανικού πληθυσμού. Στην οθωμανική απογραφή των ετών 1830-1842, στον καζά Μολύβου οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν το 27,5%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στον καζά Μυτιλήνης ήταν 18,5% και στον καζά Καλλονής μόλις 9,3%. Το 1890, σε συνολικό πληθυσμό 13.712 μουσουλμάνων που κατοικούσαν στο νησί, το 62,9% βρίσκεται στον καζά Μολύβου, το 33,3% στον καζά Μυτιλήνης και μόλις το 3,9% στον καζά Πλωμαρίου. Τρεις οικισμοί του καζά Μολύβου, η (Α)χιλ(λε)ιοπηγάδα, ο Κλαπάδος και το Σίγρι, κατοικούνταν αποκλειστικά από μουσουλμάνους, επτά οικισμοί μόνο από χριστιανούς (Στύψη, Λαφιώνα, Σκουτάρος, Βατούσα, Ρέμα, Τζήθρα, Τελώνια), ενώ οι υπόλοιποι οικισμοί του καζά είχαν μεικτό πληθυσμό. Μεγάλο ποσοστό μουσουλμανικού πληθυσμού συναντάμε στα χωριά Τσουκαλοχώρι, Φίλια, Ανεμώτια και Φτερούντα.

Το αυξημένο ποσοστό μουσουλμανικού πληθυσμού στον καζά Μολύβου, δηλαδή στις κωμοπόλεις και στα χωριά της βόρειας και δυτικής Λέσβου, ήταν αποτέλεσμα πληθυσμιακών μετακινήσεων κυρίως από τη Μικρά Ασία και άλλες περιοχές. Επίσης, προήλθε από εξισλαμισμούς μέρους του γηγενούς πληθυσμού, ιδίως στα φτωχά χωριά της δυτικής Λέσβου, κατά τους πρώτους αιώνες της οθωμανικής κατάκτησης και μέχρι τον 17ο αιώνα, κάποιες φορές και σε επίπεδο ολόκληρων χωριών, με σκοπό την αποφυγή του κεφαλικού φόρου, λόγω της καταχρέωσης των νοικοκυριών. Μπορεί δηλαδή να υποστηριχθεί ότι στη Λέσβο, όπως και σε άλλες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι εξισλαμισμοί είχαν κυρίως οικονομικά και κοινωνικά κίνητρα και δεν ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού και σωματικής βίας. Επομένως, η θεώρηση του οθωμανικού στοιχείου ως του στερεοτυπικά «άλλου» και ξένου προς καθετί ελληνικό, ιδίως στο τμήμα της δυτικής Λέσβου, συχνά δεν διευκολύνει την κατανόηση των κοινωνικών σχέσεων της περιόδου.

Ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό της δημογραφίας του καζά Μολύβου είναι οι βραδείς ρυθμοί αύξησης του πληθυσμού σε αντίθεση με την αλματώδη αύξηση που παρατηρείται, ιδιαίτερα τον 19ο αιώνα, στη Μυτιλήνη. Ενδεικτικά, η κωμόπολη του Μολύβου, στα μέσα του 16ου αιώνα, είχε περίπου 2.200 κατοίκους (476 εστίες), έναντι 3.500 που είχε η πόλη της Μυτιλήνης. Ανάμεσα στο 1521 και το 1900 ο Μόλυβος ούτε καν διπλασιάστηκε σε μέγεθος, ενώ την ίδια περίοδο ο πληθυσμός της Μυτιλήνης τετραπλασιάστηκε, φτάνοντας από 3.500 σε 16.500 κατοίκους. Όπως επισημαίνουν οι Δ. Καρύδης και M. Kiel, οι βραδείς ρυθμοί αύξησης του πληθυσμού στον Μόλυβο οφείλονται στις περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες της περιοχής, αλλά και στο γεγονός ότι εκεί πλειοψηφούσε ο μουσουλμανικός πληθυσμός, ο οποίος στα τελευταία χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας είχε πολύ πιο αργούς ρυθμούς αύξησης σε σχέση με τον χριστιανικό πληθυσμό. Η εμφανής επιβράδυνση των ρυθμών αύξησης του μουσουλμανικού πληθυσμού συνδέεται με την αδυναμία του να ακολουθήσει την πορεία αστικοποίησης και καπιταλιστικής ανάπτυξης, στην οποία εισήλθε η οικονομία και η κοινωνία της Λέσβου τον 19ο αιώνα. Στην περίπτωση της Λέσβου, αν και οι μουσουλμάνοι ήταν πολιτικά κυρίαρχοι, οι περισσότεροι από αυτούς ήταν φτωχοί αγρότες και κτηνοτρόφοι.

Οι υδρόμυλοι στη Λίγωνα

Μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο Μόλυβος, κατά την οθωμανική περίοδο αλλά και μεταγενέστερα, παρουσιάζει περισσότερες συνδέσεις και ομοιότητες με τους οικισμούς του βόρειου και δυτικού τμήματος του νησιού, καθώς και με την Καλλονή, ενώ διαφοροποιείται σε αρκετά σημεία από τη Μυτιλήνη.[41] Πιο συγκεκριμένα, ανάμεσα στα δύο τμήματα του νησιού, στο τμήμα της βόρειας και δυτικής Λέσβου από τη μία πλευρά και στο τμήμα της κεντρικής και ανατολικής Λέσβου από την άλλη, παρατηρούνται στη μακρά χρονική διάρκεια αρκετές διαφορές, που οφείλονται κατά βάση στη γεωγραφία, στο περιβάλλον, στη γεωλογική κατασκευή του νησιού, αλλά και στην απόσταση που τα χωρίζει από τα απέναντι μικρασιατικά παράλια. Οι παράγοντες αυτοί καθόρισαν και τους διαφορετικούς ρυθμούς ανάπτυξης στο νησί, τη δημογραφία, την οικονομία, τις κοινωνικές σχέσεις, τις σχέσεις μεταξύ κατακτητών και κατακτημένων, τη νοοτροπία των κατοίκων. Ακόμη και τα φυσικά φαινόμενα δεν φαίνεται να επηρέασαν πάντοτε με τον ίδιο τρόπο ολόκληρο το νησί. Ο μεγάλος σεισμός του 1867, για παράδειγμα, έπληξε κυρίως το κεντρικό και ανατολικό τμήμα του νησιού, ενώ ο σεισμός του 1889 ήταν καταστροφικός μόνο για τη δυτική Λέσβο. Επομένως, η συστηματικότερη μελέτη του βόρειου και δυτικού τμήματος του νησιού μπορεί να φωτίσει άγνωστες μέχρι στιγμής πλευρές της οθωμανικής και μετα-οθωμανικής ιστορίας της Λέσβου. Ταυτόχρονα, μπορεί να καταστήσει ορατές διαφοροποιήσεις που υπάρχουν εντός του ίδιου του νησιού της Λέσβου, με την αξιοποίηση ιστορικών προσεγγίσεων που συνδέονται με τη χωρική ιστορία και την έννοια της μικρο-νησιωτικότητας.[42] Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είναι χρήσιμο να μελετηθεί πιο συστηματικά το πυκνό δίκτυο των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτισμικών σχέσεων που αναπτύχθηκαν ανάμεσα στον Μόλυβο και τους οικισμούς του ομώνυμου καζά στη βόρεια και δυτική πλευρά της Λέσβου, από τη στιγμή μάλιστα που οι περισσότερες πηγές και ιστοριογραφικές μελέτες που διαθέτουμε μέχρι σήμερα αφορούν κυρίως την πρωτεύουσα του νησιού, τη Μυτιλήνη.[43]  

Ας σημειωθεί ότι ο καζάς Μολύβου διατηρήθηκε σε ολόκληρη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, παρόλο που η αρχική διοικητική διαίρεση του νησιού σε τρεις καζάδες, της Μυτιλήνης, της Καλλονής και του Μολύβου, γνώρισε αρκετές μεταβολές.[44] Μεταβολές ωστόσο παρατηρήθηκαν ως προς τον αριθμό των οικισμών που κατά καιρούς περιλάμβανε. Ενώ δηλαδή το 1548 ο καζάς Μολύβου περιλάμβανε την κωμόπολη του Μολύβου και δεκαεπτά ακόμη οικισμούς, το 1840 διευρύνει την επικράτειά του, για να συμπεριλάβει είκοσι οκτώ οικισμούς. Η διαφορά ανάμεσα στον αριθμό των οικισμών εξηγείται κυρίως από τις αλλαγές που παρατηρούνται στα όρια των καζάδων.

Στα μέσα του 19ου αιώνα, στον καζά Μολύβου υπάγονταν τα χωριά που βρίσκονται πλησίον της κωμόπολης του Μολύβου και περιβάλλουν κυκλικά το όρος Λεπέτυμνος (968 μ.), δηλαδή η Πέτρα, το Πετριτζίκι (σημ. Πετρί), η Χιλιοπηγάδα (ή Αχιλλειοπηγάδα), η Λαφιώνα (ή Λαθιώνα), ο Κλαπάδος, ο Βαφειός, η Άργενος, η Συκαμιά, ο Χάλικας (σημ. Λεπέτυμνος), η Κάπη, τα Γέλια, η Στύψη και το Υψηλομέτωπο. Επίσης, στον συγκεκριμένο καζά υπάγονταν τα κεφαλοχώρια του δυτικού, άγονου τμήματος του νησιού, η Βατούσα, η Φίλια, το Τσουκαλοχώρι (ή Σκαλοχώρι), η Ανεμώτια, τα Χύδηρα, η Άγρα, ο Μεσότοπος, η Φτερούντα, ο Σκουτάρος (Kitado), τα Τελώνια (σημ. Άντισσα), το Σίγρι και η Ερεσός, καθώς και οι οικισμοί Τζίθρα και Ρέμα. Το 1909, που το νησί διαιρείται στους καζάδες Μυτιλήνης, Μολύβου και Πλωμαρίου, αλλάζει και πάλι η τοπογραφία και ο αριθμός των οικισμών που ανήκουν στον καζά Μολύβου. Έτσι, τον καζά Μολύβου αποτελούσαν οι ναχιγιέδες (δήμοι/nahiye) του Μολύβου με 20 χωριά και της Καλλονής με 9 χωριά, στον καζά της Μυτιλήνης υπάγονταν οι ναχιγιέδες της Μυτιλήνης με 30 χωριά, της Αγιάσου με 8 χωριά, της Γέρας με 6 χωριά και του Μανταμάδου επίσης με 6 χωριά, ενώ τον καζά Πλωμαρίου οι ναχιγιέδες του Πλωμαρίου με 16 χωριά και του Πολιχνίτου ή Βασιλικών με 8 χωριά.

Στην ανάπτυξη πυκνών δεσμών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών, μεταξύ των οικισμών του καζά Μολύβου συνέβαλε ασφαλώς η γειτνίασή τους, καθώς και η δύσκολη επικοινωνία με την πρωτεύουσα, τη Μυτιλήνη, λόγω της απουσίας οδικού δικτύου στο νησί μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Όπως γνωρίζουμε, η κατασκευή οδικού δικτύου ξεκίνησε το 1883, με πρωτοβουλία του τότε οθωμανού Διοικητή Ναμίκ Κεμάλ και ολοκληρώθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Έως τότε η συγκοινωνία στο νησί, αλλά και η επικοινωνία με τα απέναντι μικρασιατικά παράλια, γινόταν κυρίως από τη θάλασσα με μικρά πλοιάρια, καθώς ήταν ταχύτερη και ευκολότερη από τη χερσαία μετακίνηση. Επίσης, η εξαγωγή των προϊόντων, ιδίως του λαδιού, γινόταν κατευθείαν από τους τόπους παραγωγής. Έτσι, η πόλη της Μυτιλήνης, παρόλο που συγκέντρωνε το μεγαλύτερο μέρος των διοικητικών και στρατιωτικών αρχών, δεν ήταν το οικονομικό κέντρο ολόκληρου του νησιού. Το γεγονός αυτό οπωσδήποτε άφησε περιθώρια και σε άλλα επαρχιακά κέντρα και λιμάνια, όπως στο Πέραμα της Γέρας και την Πέτρα, αλλά κυρίως στις έδρες των καζάδων, στον Μόλυβο, στην Καλλονή και αργότερα στο Πλωμάρι, να αναπτυχθούν εμπορικά και οικονομικά.

Τα Εργοστάσεια Ισιγόνη, με έδρα τη Σμύρνη, εξοπλίζουν το συνεταιριστικό ελαιοτριβείο στην Αγία Παρασκευή.

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Οι πρώτοι αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας στη Λέσβο παραμένουν αρκετά σκοτεινοί, με τις διαθέσιμες πληροφορίες να είναι περιορισμένες, ιδιαίτερα ως προς την κατάσταση της εκπαίδευσης, η οποία φαίνεται ότι ήταν υποτυπώδης. Από τον Κώδικα του Αγίου Παντελεήμονα Μολύβου (1653-1813) αντλούμε μία από τις πιο πρώιμες, αν και ασαφείς, πληροφορίες για εκπαιδευτική δραστηριότητα στη Λέσβο και μάλιστα από γυναίκα. Συγκεκριμένα, στην καταγραφή της 3ης Ιουνίου 1667 αναφέρεται οφειλή της χριστιανικής κοινότητας Μολύβου στη «Δικινέτα τη δασκάλισα».[45]

Εκείνο πάντως που με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε είναι ότι οι πρώτες εστίες γραμμάτων στη Λέσβο ήταν οι μονές της εκκλησιαστικής επαρχίας Μηθύμνης. Η μητρόπολη Μηθύμνης εμφανίζεται ήδη ως οργανωμένη εκκλησιαστική περιφέρεια από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους με σχεδόν ανύπαρκτες μεταβολές στο εδαφικό της ανάπτυγμα. Έχοντας από τον 16ο αιώνα ως κέντρο την Καλλονή, περιλαμβάνει μέχρι σήμερα κωμοπόλεις, χωριά και μικρότερους οικισμούς που βρίσκονται στο βορειοανατολικό και δυτικό μέρος του νησιού, στις περιοχές δηλαδή του Μολύβου, του Μανταμάδου, της Πέτρας, της Αγίας Παρασκευής, της Άντισας και της Βατούσας. Στην Καλλονή, την τρίτη δεκαετία του 16ου αιώνα ιδρύθηκε, όπως προαναφέρθηκε, η μονή Λειμώνος από τον Ιγνάτιο Αγαλλιανό, ενώ λίγα χρόνια αργότερα γνωρίζουμε ότι εκεί λειτούργησε σχολή, πιθανότατα για τους μοναχούς.

Σημαντική εκπαιδευτική δραστηριότητα αναπτύχθηκε στο νησί στις αρχές του 19ου αιώνα, στο πλαίσιο του κινήματος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, με επίκεντρο και πάλι την εκκλησιαστική επαρχία της Μήθυμνας. Την περίοδο αυτή ιδρύεται Ελληνικό σχολείο στην Καλλονή και αλληλοδιδακτικά σχολεία στις κωμοπόλεις και στα περισσότερα χωριά της επαρχίας, με σημαντικούς δασκάλους, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν αποφοιτήσει από την Ακαδημία των Κυδωνιών και προέρχονταν από τον κύκλο μαθητών του Βενιαμίν του Λέσβιου (1759-1824). Έτσι, ενώ στην πρωτεύουσα του νησιού επικρατεί ένα ισχυρό συντηρητικό κλίμα, που επέβαλλαν στην πολιτική, κοινωνική και πνευματική ζωή του νησιού οι ηγετικές του ομάδες, οι πρόκριτοι και η Εκκλησία, οι οποίες κράτησαν εχθρική στάση απέναντι στις ιδέες του Διαφωτισμού και στον ίδιο τον Βενιαμίν, οι συνθήκες στην εκκλησιαστική επαρχία της Μήθυμνας ήταν, όπως φαίνεται, αρκετά διαφορετικές. Εκεί στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα αναπτύχθηκε ένα δίκτυο λογίων-δασκάλων, οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά στη διάδοση των νεωτερικών ιδεών στο νησί μέσω της εκπαίδευσης.

Συγκεκριμένα, χάρη στην προσπάθεια του Βενιαμίν και με τη συνδρομή του Πανάρετου, μητροπολίτη Μηθύμνης την περίοδο 1801-1817, με τον οποίο ο Βενιαμίν διατηρούσε φιλικές σχέσεις, ιδρύθηκαν σχολεία, στα οποία εργάστηκαν νεωτεριστές δάσκαλοι που είχαν μαθητεύσει κοντά του, γνώριζαν το έργο του και ακολουθούσαν τα δικά του πρότυπα διδασκαλίας. Στο σχολείο της Καλλονής, ο Βενιαμίν έστειλε τους μαθητές του Ιγνάτιο Σαρδέλλη και Νικήτα Ηρακλείδη, στον Μόλυβο τον Ιάκωβο Παλαιολόγο, μετέπειτα μητροπολίτη Μήθυμνας, ενώ στο σχολείο του Μανταμάδου (εκεί όπου μαθήτευσε και στη συνέχεια δίδαξε ο σημαντικός δάσκαλος και λόγιος Σταυράκης Αναγνώστης) τον Αναστάσιο Παμβώ και τον Γρηγόριο Σκοπελίτη. Με ενέργειες του Βενιαμίν στάλθηκαν επίσης στη Μυτιλήνη ο Θεοφάνης Γρημάνης και στο Πλωμάρι ο Φιλόθεος Ραϊσόπουλος από την Άνδρο και ο Φιλόθεος Σκύριος.[46]

Μέσω όλων αυτών των δασκάλων και λογίων, που μαθήτευσαν στη σχολή των Κυδωνιών κοντά στον Βενιαμίν και στη συνέχεια, την περίοδο 1812-1821, κοντά στον Θεόφιλο Καΐρη, οι νέες ιδέες πέρασαν στην Καλλονή και τον Μόλυβο και από εκεί διαδόθηκαν αρκετά όψιμα και με βραδύ ρυθμό σε ολόκληρη τη Λέσβο.[47] Όπως μάλιστα σημειώνει ο Γ. Αριστείδης, ο Βενιαμίν ερχόταν συχνά από τις Κυδωνίες και επισκεπτόταν τον μητροπολίτη Πανάρετο στην Καλλονή και τότε αυτομάτως το αρχιερατικό μέγαρο μετατρεπόταν σε σχολείο. Ο σοφός Βενιαμίν, εν μέσω πυκνής ομήγυρης προεστών και πάντοτε με παρουσία του μητροπολίτη, εξηγούσε της επιστήμης τα μετεωρολογικά και φυσικά φαινόμενα, τους υπενθύμιζε την καταγωγή τους από τους αρχαίους Έλληνες και δεν παρέλειπε να στιγματίσει τα κακώς κείμενα της εποχής του. Συνέβαλε έτσι στην εκρίζωση προλήψεων και δεισιδαιμονιών, στην ενίσχυση του ζήλου για τα γράμματα και στην αγάπη για την πατρίδα.[48]

Τις προσπάθειες του Βενιαμίν και του Παναρέτου συνέχισε την περίοδο 1831-1842 ο μητροπολίτης Μηθύμνης Ιάκωβος, με καταγωγή από το Πετρί (οικισμός κοντά στον Μόλυβο), ο οποίος ήταν μαθητής του Βενιαμίν στην Ακαδημία των Κυδωνιών, είχε διδάξει στο σχολείο του Μολύβου και ως ιεράρχης «κατώρθωσεν εντός μιας δεκαετίας να αποκτήσουν σχολεία όλαι αι κωμοπόλεις και όλα σχεδόν τα μικρά χωρία της επαρχίας του».[49] Ο Σταυράκης Αναγνώστης αφιερώνει ποιήματά του στον «ευμενή και μουσοτραφή» ιεράρχη, τον μητροπολίτη Μηθύμνης Ιάκωβο, που, όπως σημειώνει, είναι «δικός της γόνος, ελληνικός» και με την ενθρόνισή του, τον Απρίλιο του 1832, εκτιμά ότι θα έρθει ο «χρυσούς αιών», θα «αναλάμψει νέα εποχή» και θα «εκλείψει ο ζόφος της αμαθείας» από την επαρχία του.[50]

Η Μονή Λειμώνος έγινε το επίκεντρο αντιπαραθέσεων σχετικά με την εκπαίδευση και την ιδιοκτησία γης από μοναστήρια κατά την περίοδο 1860-1880 - Φωτογραφία: Lesvosreisen GmbH

Η εκπαίδευση υπήρξε πάντοτε πρωταρχικό μέλημα της χριστιανικής κοινότητας του Μολύβου, ενώ γνωρίζουμε ότι ιδιαίτερα αναπτυγμένη ήταν και η εκπαίδευση των μουσουλμάνων. Κάποια πρώτα στοιχεία για διδασκαλία μαθητών στον νάρθηκα και στο ψαλτήρι των ναών του Ταξιάρχη και του Αγίου Παντελεήμονα προέρχονται από τα τέλη του 18ου αιώνα. Πάντως, το πρώτο σχολείο φαίνεται ότι ιδρύθηκε γύρω στα 1805, με δάσκαλο τον Ιάκωβο Παλαιολόγο. Η λειτουργία του σχολείου πρέπει να διακόπηκε προσωρινά με την αναστάτωση που προκάλεσε το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, επαναλειτούργησε όμως την περίοδο 1824-1827 με δάσκαλο και πάλι τον Ιάκωβο Παλαιολόγο. Στη συνέχεια, το 1828, συναντάμε ως δάσκαλο στον Μόλυβο τον Νικήτα Ηρακλείδη, ο οποίος ήταν επίσης απόφοιτος της Ακαδημίας των Κυδωνιών και αργότερα ανέπτυξε πολύπλευρη δράση «ως αρχιερατικός επίτροπος, δημογέρων, επόπτης των σχολών και αυτοδίδακτος ιατρός».[51] Το 1840 γνωρίζουμε ότι υπήρχαν στον Μόλυβο δύο αλληλοδιδακτικά σχολεία, ένα αρρένων και ένα θηλέων.[52] Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, δίδαξαν στα σχολεία αυτά σημαντικοί δάσκαλοι, όπως ο Κωνσταντίνος Πατσελής ή Υάκινθος, που ήταν μαθητής του Σταυράκη Αναγνώστη, ο Αναστάσιος Ελευθεριάδης, ο Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης, που είχε αποφοιτήσει από το Γυμνάσιο της Σύρας και ήταν πατέρας του Αργύρη Εφταλιώτη και ο Μιχαήλ Ιατρίδης.[53]

Η χρηματοδότηση των σχολείων της εκκλησιαστικής επαρχίας Μηθύμνης αποτελούσε πάντοτε σοβαρό πρόβλημα, το οποίο επιδεινώθηκε ιδιαίτερα μετά τη μεγάλη παγωνιά του 1850 και την εκτεταμένη οικονομική καταστροφή που προκάλεσε, λόγω της καταστροφής των ελαιόδεντρων («κάψιμο»). Η επιτακτική ανάγκη εξεύρεσης νέων πόρων για την κάλυψη των εκπαιδευτικών αναγκών υπήρξε, όπως έχει ήδη επισημανθεί, η βασική αιτία του Λειμωνιακού ζητήματος, μιας σύγκρουσης στην οποία ενεπλάκησαν γνωστά μέλη της κοινότητας του Μολύβου, όπως ο Ζαφειράκης Υπανδρευμένος, υποστηρίζοντας σθεναρά την παραχώρηση μέρους των εσόδων της μονής Λειμώνος για την κάλυψη των αναγκών της εκπαίδευσης.

Οι παραπάνω δυσκολίες αντικατοπτρίζονται στα εκπαιδευτήρια του Μολύβου, όπου παρατηρείται ελλιπής φοίτηση των μαθητών, αδυναμία συντήρησης των σχολικών κτιρίων, ενώ για ορισμένο χρονικό διάστημα το Ελληνικό σχολείο διέκοψε τη λειτουργία του. Όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο δάσκαλος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης στην εφημερίδα Αμάλθεια της Σμύρνης στις 2 Αυγούστου 1857, η κακοκαιρία του 1850 αποξήρανε «πάσαν ευημερίας και κοινωνικής ευεξίας πηγήν και επέφερε και την κατάργησιν της Ελληνικής Σχολής του υπέρ παν άλλο μέρος παθόντος Μολύβου». Ο ίδιος, μη μπορώντας να βλέπει την πατρίδα του «κατά μεν την προγονικήν εύκλειαν φέρουσαν τα ίσα με τας επισημοτέρας της Λέσβου πόλεις, κατά δε την παιδείαν πολύ ελασσουμένην σήμερον», αποφάσισε να ιδρύσει και να διευθύνει ένα μεικτό ιδιωτικό σχολείο με οικοτροφείο, προκειμένου να προετοιμάσει τους νέους «διά τον εμπορικόν βίον» και για τα «ανώτερα εκπαιδευτήρια». Στο σχολείο αυτό, που ήταν το πρώτο ιδιωτικό σχολείο που ιδρύθηκε στη Λέσβο και λειτούργησε από το 1857 έως το 1866 (έτος θανάτου του Μιχαηλίδη) δινόταν για πρώτη φορά προτεραιότητα στα πρακτικά μαθήματα, στα μαθηματικά, στη φυσική, όπως και στη διδασκαλία της γαλλικής γλώσσας και κυρίως στη διπλογραφία που ήταν απαραίτητη για τη σταδιοδρομία στον εμπορικό κλάδο.[54] Ήταν δηλαδή ένα καινοτόμο σχολείο, το οποίο, σε επίπεδο προγράμματος σπουδών, ανταποκρινόταν πλήρως στις ανάγκες της εποχής, προσφέροντας στοιχειώδη επαγγελματική κατάρτιση σε μαθητές που σκόπευαν να σταδιοδρομήσουν στο εμπόριο. Ο γιος του Μιχαηλίδη Αργύρης Εφταλιώτης, που φοίτησε στο συγκεκριμένο σχολείο, στο διήγημά του «Πρώτη Αγάπη» (1949) μας μεταφέρει τις αναμνήσεις του: «Είμαστε οχτώ-δέκα αγόρια της προκοπής, αποφασισμένα να μάθουμε τι θα πει παρέμφατο και να φέρουμε τον πολιτισμό στο χωριό. Και πεντέξη κορίτσια, που ερχότανε δυο ώρες τη μέρα και κάθιζαν από τάλλο πλάγι του γέρου δασκάλου και τεχνολογούσανε με μια χάρη, που σ’ έκανε ήθελες δεν ήθελες να την αγαπάς τη γραμματική».

Σχολικό τετράδιο του Κομνηνάκη Κράλλη, γιου του Κράλλη Χατζη-Αγνώστη, με μετάφραση του έργου «Περί παίδων αγωγής» του Ψευδο-Πλουτάρχου, 1870. Αρχείο Μαρίζας και Ιωάννη Ν. Κράλλη

Την ίδια περίοδο, λειτουργούσε στον Μόλυβο αλληλοδιδακτικό σχολείο αρρένων και παρθεναγωγείο, με την οικονομική στήριξη της χριστιανικής κοινότητας. Μάλιστα, το παρθεναγωγείο Μολύβου, μαζί με εκείνο της Μυτιλήνης, ήταν τα πρώτα που λειτούργησαν στο νησί, γεγονός που δείχνει το ενδιαφέρον της κοινότητας για τη γυναικεία εκπαίδευση. Μετά τον θάνατο του Μιχαηλίδη και το κλείσιμο της σχολής του, λειτούργησε και πάλι το Ελληνικό σχολείο με χρηματοδότηση της κοινότητας.[55] Ο Ζαφειράκης Υπανδρευμένος σε ανταπόκρισή του στην εφημερίδα Αμάλθεια της Σμύρνης, στις 18 Ιουλίου 1873, περιγράφει με θερμά λόγια τις εξετάσεις των σχολείων του Μολύβου, ενώ δεν παραλείπει να τονίσει ότι όλοι σχεδόν οι μαθητές ανταποκρίθηκαν με άριστα παρά το γεγονός ότι στην πλειονότητά τους πρόκειται για «ημίγυμνα, ανυπόδητα και ασθενή παιδάρια» που το μόνο κόσμημα που διαθέτουν είναι η συναίσθηση της μεγάλης καταγωγής τους από τους αρχαίους Έλληνες.

Μία ακόμη σημαντική πρωτοβουλία του Μιχαηλίδη ήταν η ίδρυση, στις 26 Ιουλίου 1859, της «Αδελφότητος των Μουσών Μηθύμνης», σε συνεργασία με τον φυσικομαθηματικό Μιχαήλ Σάββα (πατέρα του νομικού και μετέπειτα βουλευτή Δημητρίου Σάββα) και τον γιατρό Σωκράτη Φωτιάδη. Η «Αδελφότης των Μουσών» ήταν ένας από τους πρώτους συλλόγους-αδελφότητες που ιδρύθηκαν στη Λέσβο (είχε προηγηθεί η ίδρυση του συλλόγου «Πρόοδος» το 1852 στη Μυτιλήνη), με κύριο μέλημα τη δημιουργία δημόσιας βιβλιοθήκης και αναγνωστηρίου. Απώτερος στόχος της αδελφότητας ήταν η «επιστροφή των Μουσών» στη σύγχρονη Μήθυμνα, δηλαδή η πνευματική καλλιέργεια και πρόοδος της χριστιανικής κοινότητας.[56] Εκτός από την οικονομική τους συνεισφορά, τα εγγεγραμμένα μέλη της αδελφότητας όφειλαν να συμμετέχουν τακτικά σε συναντήσεις αφιερωμένες στην ανάγνωση βιβλίων, κυρίως έργων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, καθώς και στη διοργάνωση διαλέξεων και συζητήσεων με θεματολογία που αναδείκνυε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, υπενθυμίζοντας με αυτόν τον τρόπο την καταγωγή τους από ένδοξους προγόνους, τους αρχαίους Έλληνες.

Οι προγραμματικοί στόχοι και η δράση της «Αδελφότητας των Μουσών» δείχνουν ότι, στα μέσα του 19ου αιώνα, η αρχαιολατρία, η οποία αποτέλεσε μηχανισμό της δυτικής νεωτερικότητας για τη φαντασιακή συγκρότηση του έθνους, στην περίπτωση του Μολύβου, όπως σε ολόκληρη τη Λέσβο, συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας εθνοτικής ταυτότητας, που βασίστηκε στην πολιτισμική τεκμηρίωση, χωρίς να ταυτίζεται με τα αλυτρωτικά οράματα του ελληνικού κράτους.[57] Οι Μολυβιάτες πίστευαν ότι η παιδεία θα αποτελέσει το μέσο ώστε η κοινότητά τους να οδηγηθεί σε ευημερία ανάλογη με εκείνη του παρελθόντος. Και βέβαια δεν είναι τυχαίο ότι οι πρωτοβουλίες αυτές, η ίδρυση ιδιωτικού σχολείου και συλλόγου-αδελφότητας, αναπτύχθηκαν αμέσως μετά την εξαγγελία του δεύτερου και πιο ρηξικέλευθου διατάγματος του Τανζιμάτ (Χάττ-ι Χουμαγιούν, 1856), το οποίο καλλιέργησε στους Ελληνορθόδοξους την προσδοκία για βελτίωση της θέσης τους μέσα στο οθωμανικό πολιτικό πλαίσιο. Σε αυτή τη συνάφεια, αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Σταυράκης Αναγνώστης, το 1850, εξιστορώντας την πορεία της Λέσβου ανά τους αιώνες, στέκεται σε δύο σημαντικότερες «στιγμές»: στην αρχαία εποχή, όταν το νησί γνώρισε εξαιρετική ανάπτυξη και ανέδειξε σημαντικές προσωπικότητες, όπως τον Αλκαίο και τη Σαπφώ, και στη δική του εποχή, την εποχή των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ, κατά την οποία, σύμφωνα με τις υπάρχουσες ενδείξεις, η ιδιαίτερή τους πατρίδα θα λάμψει και πάλι.[58]

Η χριστιανική κοινότητα του Μολύβου φρόντιζε πάντοτε μέσω των δωρεών από εύπορα κυρίως μέλη της, να προωθεί τους σκοπούς της αδελφότητας και να καλύπτει τις ανάγκες λειτουργίας των σχολείων της. Σύμφωνα με το Καταστατικό της αδελφότητας, το χρηματικό κεφάλαιο που θα συγκεντρωνόταν από τις εισφορές των μελών, θα παραχωρούνταν σε αξιόπιστους εγγυητές και με την είσπραξη των τόκων θα αγόραζαν εξοπλισμό για πειράματα φυσικής και για άλλες ανάγκες της εκπαίδευσης. Στο αρχείο του δημοτικού σχολείου Μολύβου σώζεται το «Βιβλίο συνεισφορών υπέρ των Σχολείων Μολύβου», όπου είναι καταγεγραμμένα τα ονόματα των δωρητών και τα ποσά που συνεισέφεραν από το 1860 μέχρι το 1906. Δεν είναι τυχαίο ότι ο επιθεωρητής Νείλος Σακελλαρίου στην έκθεση που συνέταξε το 1913, προκειμένου να ενημερώσει το ελληνικό κράτος για την κατάσταση της εκπαίδευσης στη Λέσβο, διαπίστωνε ότι «ολίγα είναι τα χωρία εν οις τα σχολεία έχουσιν ιδίαν περιουσίαν και τοσαύτην, ώστε να επαρκή διά την σημερινήν συντήρησίν των». Ανάμεσα σε αυτά τα χωριά ήταν ο Μόλυβος, όπως και η Φίλια, η Συκαμιά, η Βατούσα, τα Τελώνια, η Πτερούντα, το Λισβόρι, ο Πολιχνίτος, ο Παπάδος, ο Σκόπελος. «Τα άλλα σχολεία», όπως σημείωνε, «συντηρούνται ή τη συνδρομή της Εκκλησίας ή εκ της εισπράξεως του δημοτικού φόρου, τον οποίον αι δημογεροντίαι επέβαλλον εις τους πολίτας, η δε Τουρκική Κυβέρνησις σιωπηρώς ανεγνώριζεν».[59]

Το 1909, ο λόγιος αρχιμανδρίτης Σταύρος Τάξης έγραφε ότι στον Μόλυβο λειτουργούσε Ελληνικό σχολείο και δύο «προκαταρκτικά σχολεία αρρένων και θηλέων». Επίσης, ο ίδιος μας πληροφορεί ότι λειτουργούσε μουσουλμανικό σχολείο αρρένων (δημοτικό), σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ρουσντιέ) και ότι πρόσφατα είχε συσταθεί και παρθεναγωγείο.[60] Όπως γνωρίζουμε, ο Μόλυβος, η Μυτιλήνη και ο Σκόπελος της Γέρας ήταν οι μόνες περιοχές στο νησί, όπου λειτουργούσαν μουσουλμανικά σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Επίσης, στον Μόλυβο, όπως στη Μυτιλήνη και στο Πέραμα Γέρας, λειτουργούσε μουσουλμανικό ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσές).[61]

Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, το σχολικό έτος 1911-1912 στο σχολείο αρρένων της χριστιανικής κοινότητας Μολύβου φοιτούσαν 85 μαθητές και υπηρετούσαν δύο δάσκαλοι. Επίσης, στο παρθεναγωγείο φοιτούσαν 77 μαθήτριες και υπηρετούσαν δύο δασκάλες.[62] Η αναλογία του μαθητικού πληθυσμού σε σχέση με τον πληθυσμό της κοινότητας είναι από τις υψηλότερες που παρατηρούνται στο νησί, καθώς αντιστοιχεί ένας μαθητής ανά 7,6 κατοίκους, ενώ αξιοπρόσεκτο είναι επίσης το υψηλό για την εποχή ποσοστό φοίτησης των κοριτσιών.

Εξώφυλλο ημερολογίου τσέπης του 1923 του Ιωάννη Κ. Κράλλη - από το Αρχείο Μαρίζας και Ιωάννη Ν. Κράλλη

Β. Ο ΜΟΛΥΒΟΣ ΜΕΤΑ ΤΟ 1912

Η 8η Νοεμβρίου 1912, όταν ο ελληνικός στόλος καταλαμβάνει την πόλη της Μυτιλήνης, αποτελεί αναμφίβολα σημείο τομής στην ιστορία της Λέσβου. Την ίδια μέρα, οι Ελληνορθόδοξοι πανηγυρίζουν, ενώ στον τοπικό Τύπο εκφράζεται χαρά και ενθουσιασμός για την κατάκτηση της ελευθερίας, την απαλλαγή της πατρίδας από την εθνικιστική πολιτική των Νεότουρκων και την ένωση με την Ελλάδα. Ωστόσο, στον Μόλυβο, όπως και στα χωριά της βόρειας και δυτικής Λέσβου, εκεί δηλαδή όπου η παρουσία μουσουλμανικού πληθυσμού ήταν σημαντική, η οθωμανική κυριαρχία θα κρατήσει έναν ακόμη μήνα. Ο τουρκικός στρατός αποσύρεται από την πρωτεύουσα και παρατάσσεται στο ύψωμα του Κλαπάδου, στην περιοχή της Καλλονής, όπου στις 8 Δεκεμβρίου, μαζί με ντόπιους μουσουλμάνους θα δώσει την τελευταία μάχη εναντίον του ελληνικού στρατού και θα ηττηθεί.[63]

Κατά τη διάρκεια του ενός αυτού μήνα που μεσολάβησε από την άφιξη του ελληνικού στόλου στο νησί έως τη μάχη του Κλαπάδου, πραγματοποιήθηκαν βιαιότητες μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων στα χωριά της βόρειας και δυτικής Λέσβου, που έμειναν γνωστές με την ονομασία τα «φόβια».[64] Μεγάλη αναστάτωση προκλήθηκε τις μέρες αυτές και στην κωμόπολη του Μολύβου. Τελικά, στις 3 Ιανουαρίου 1913 και αφού είχε ήδη κριθεί η κατάσταση υπέρ της ελληνικής πλευράς, υπογράφτηκε στον Μόλυβο ψήφισμα που επικύρωνε την κατάργηση της οθωμανικής κυριαρχίας. Το ψήφισμα αυτό υπέγραψαν ο δήμαρχος Μολύβου Κ. Κέπετζης, οι χριστιανοί δημογέροντες Δ. Σάββας, Α. Κράλλης, Δ. Μαλλίδης, Ν. Φωτιάς, Ι. Εμμανουήλ και Α. Ματζουράνης, ο μουφτής Νουχ Εφέντη και έξι μέλη της μουσουλμανικής δημογεροντίας.[65]

Τα γεγονότα που ακολούθησαν τις πρώτες δεκαετίες μετά την ένταξη του νησιού στο ελληνικό κράτος, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Μικρασιατική καταστροφή του 1922 και η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929, ασφαλώς επηρέασαν αρνητικά την οικονομία και την κοινωνία του νησιού. Μάλιστα, η Λέσβος θα δεχτεί ίσως το πιο ισχυρό οικονομικό πλήγμα από όλα τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου και ο ρόλος της θα υποβαθμιστεί, καθώς διακόπτεται οριστικά η στενή επικοινωνία της με τα μικρασιατικά παράλια και η σύνδεσή της με τις ισχυρές αγορές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι, από δυναμικός, διαμετακομιστικός εμπορικός σταθμός από και προς τα μικρασιατικά παράλια, το νησί θα μετατραπεί σε παραμεθόρια επαρχία του ελληνικού κράτους και σταδιακά θα οδηγηθεί σε οικονομικό μαρασμό.

Οι πόλεις-λιμάνια του νησιού, μεταξύ αυτών και ο Μόλυβος, μετά το 1912 και κυρίως μετά το 1922, παρουσιάζουν εμφανή τα σημάδια της παρακμής και της οικονομικής κατάρρευσης. Κάμψη παρατηρείται και στην πνευματική κίνηση, με την τοπική εφημερίδα Μήθυμνα να διακόπτει οριστικά το 1922 την κυκλοφορία της.[66]

1930, Διαταγή αποστολής για τον εξοπλισμό ηλεκτροπαραγωγής του Μολύβου - από την εμπορική εταιρεία «Κράλλης & Κυριακού» του Μολύβου. Αρχείο Μαρίζας και Ιωάννη Ν. Κράλλη

Προκειμένου να ανταποκριθούν οι Μολυβιάτες στις πιεστικές ανάγκες της περιόδου, θα ιδρύσουν, τον Απρίλιο του 1922, τον φιλανθρωπικό Σύλλογο Κυριών και Δεσποινίδων «Η Αγάπη», με σκοπό τη στήριξη των στρατιωτών του μικρασιατικού μετώπου και των οικογενειών τους, αλλά και την ενίσχυση των απόρων οικογενειών του Μολύβου.

Μετά από την Μικρασιατική Καταστροφή και την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης (1923), θα αλλάξει ριζικά και η πληθυσμιακή σύνθεση του Μολύβου. Ο οικισμός θα χάσει τον μισό του πληθυσμό, τους μουσουλμάνους δηλαδή κατοίκους του, ενώ στη θέση τους θα υποδεχτεί μεγάλο αριθμό μικρασιατών προσφύγων, κυρίως από την απέναντι περιοχή του Αδραμυττίου. Από τον πρώτο διωγμό του 1914 είχαν εγκατασταθεί ήδη στον Μόλυβο περίπου 50 πρόσφυγες.[67] Μετά από την Καταστροφή της Μικράς Ασίας το 1922, θα φτάσουν εκεί ακόμη 1.435 πρόσφυγες, αν και οι περισσότεροι από αυτούς, πριν το 1928, θα αναγκαστούν να μετακινηθούν σε άλλες περιοχές.[68]

Οι οικονομικές δυνατότητες του τόπου ασφαλώς δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τις ανάγκες του μεγάλου προσφυγικού κύματος των πρώτων ημερών μετά την Καταστροφή. Οι κάτοικοι του Μολύβου έκαναν ό,τι μπορούσαν προκειμένου να τους εξασφαλίσουν τουλάχιστον τα στοιχειώδη, στέγη δηλαδή και τρόφιμα. Επίσης, τον Νοέμβριο του 1922, η υποδιοίκηση Μολύβου προχώρησε στη σύσταση τοπικής επιτροπής για την αντιμετώπιση των προσφυγικών αναγκών. Για τη στέγαση των προσφύγων υπήρχε βέβαια η δυνατότητα παραχώρησης των ιδιοκτησιών που άφησαν οι μουσουλμάνοι φεύγοντας οριστικά από το νησί. Το γεγονός αυτό διευκόλυνε την εγκατάσταση προσφύγων στον Μόλυβο, ενώ παράλληλα δεν προκλήθηκαν αλλαγές σε επίπεδο αρχιτεκτονικής του οικισμού. Οι νέοι κάτοικοι θα δώσουν προσωρινά μια ώθηση στην αλιεία, στη βιοτεχνία και στο εμπόριο, δεν θα μπορέσουν όμως να αποτρέψουν την οικονομική δυσπραγία και τη δημογραφική κάμψη που παρατηρείται στον οικισμό την περίοδο του Μεσοπολέμου.

Ακόμη και αυτή τη δύσκολη περίοδο, οι κάτοικοι του Μολύβου δεν έπαψαν να φροντίζουν για την εκπαίδευση. Είναι ενδεικτικό ότι το 1923 ο «Σύνδεσμος Νέων Μηθύμνης» ανέλαβε τη διενέργεια εράνων για την ανοικοδόμηση νέου σχολείου αρρένων και για την κάλυψη των εκπαιδευτικών αναγκών της κοινότητας. Το 1927, θα ιδρυθεί ένας ακόμη σύλλογος με την επωνυμία «Αργύρης Εφταλιώτης», που είχε ως πρωταρχικό μέλημα τη μεταφορά των οστών του Εφταλιώτη από τη Γαλλία στη γενέτειρά του και τη διάδοση με κάθε δυνατό τρόπο του έργου του σε ολόκληρο το νησί. Επίτιμος πρόεδρος του συλλόγου ήταν ο μητροπολίτης Μηθύμνης Διονύσιος, πρόεδρος ο Δ. Σάββας, ενώ μεταξύ των ιδρυτικών του μελών ήταν οι Ι. Κράλλης, Ν. Μιχαηλίδης, Ν. Φωτιάς, Κ. Κέπετζης και Ν. Καζάζης.

Τη μεταβατική αυτή περίοδο, ο Ιωάννης Κ. Κράλλης, απόγονος μιας από τις σημαντικότερες αστικές οικογένειες του Μολύβου του 19ου αιώνα[69] και «από τις ευγενικότερες μορφές της νέας Μήθυμνας», σύμφωνα με τον Γιώργο Βαλέτα,[70] θα αναλάβει το έργο της ηλεκτροδότησης του οικισμού, σε μια προσπάθεια να αντιστρέψει την εικόνα της παρακμής και της οπισθοδρόμησης που παρουσίαζε η ιδιαίτερή του πατρίδα. Έχοντας επιστρέψει, το 1922, μετά από μακρόχρονη στρατιωτική θητεία στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μικρασιατική εκστρατεία, ο Ι. Κράλλης συμμετέχει ενεργά σε όλες τις εκπαιδευτικές και πολιτιστικές δράσεις του τόπου του, καθώς και στην προσπάθεια αποκατάστασης των προσφύγων. Η δική του περίπτωση σκιαγραφεί πολύ καλά τη δυσκολία προσαρμογής της αστικής τάξης στη νέα ιστορική συγκυρία και ταυτόχρονα τα αδιέξοδα της λεσβιακής οικονομίας και κοινωνίας. Το μυθιστόρημα του Στράτη Μυριβήλη, Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια (1932), που η υπόθεσή του εκτυλίσσεται στον Μόλυβο, αποτυπώνει τις δυσκολίες και το μελαγχολικό κλίμα στη Λέσβο την περίοδο του Μεσοπολέμου. Ως βετεράνος των Βαλκανικών Πολέμων, του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της μικρασιατικής εκστρατείας, ο Μυριβήλης είχε βαθιά επίγνωση αυτής της πραγματικότητας· όπως ακριβώς και ο Ι. Κράλλης, που ήταν δεύτερος ξάδερφός του.

Τα χρόνια της γερμανικής Κατοχής και του Εμφυλίου, η πείνα και η φτώχεια θα πλήξουν τον πληθυσμό του Μολύβου, όπως συνέβη εξάλλου και στο μεγαλύτερο τμήμα του ελλαδικού χώρου. Η απόβαση των Γερμανών στο νησί έγινε στις 4 Μαΐου 1941 από δύο σημεία, από το γειτονικό προς τον Μόλυβο λιμάνι της Πέτρας και από τη Μυτιλήνη. Στη συνέχεια, οι Γερμανοί εγκαταστάθηκαν στην πόλη της Μυτιλήνης, ενώ μικρές φρουρές τοποθετήθηκαν σε στρατηγικά σημεία-λιμάνια του νησιού, μεταξύ αυτών και στον Μόλυβο. Η παρουσία των Γερμανών στον Μόλυβο δεν ήταν έντονη ούτε ιδιαίτερα καταπιεστική. Παρόλα αυτά υπάρχουν μαρτυρίες για την ανάπτυξη αντιστασιακής δράσης από την πλευρά των κατοίκων, κυρίως για την αντιμετώπιση της πείνας που μάστιζε τον πληθυσμό. Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία, το φθινόπωρο του 1941, κάτοικοι του Μολύβου, με τη βοήθεια του εμπόρου Γιώργου Σακαλή, έφεραν από χωριό της Θεσσαλονίκης 5.000 οκάδες στάρι για να το μοιράσουν σε όσους είχαν ανάγκη.[71] Οι πρωταγωνιστές του εγχειρήματος πιάστηκαν από τους Γερμανούς και φυλακίστηκαν, ενώ αργότερα αρκετοί από αυτούς πήραν μέρος στην Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ). Επίσης, γνωρίζουμε ότι ανάμεσα στα 42 συνολικά άτομα που εκτελέστηκαν στη Λέσβο από τους Γερμανούς την περίοδο της Κατοχής, υπήρχαν και δύο Μολυβιάτες, ο Αντώνης Λιαμής και ο Βασίλης Κόνιαρης. Και οι δύο εκτελέστηκαν τον Ιούλιο του 1942 στην περιοχή Τσαμάκια της Μυτιλήνης, επειδή προσπάθησαν να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή.

Ας σημειωθεί εδώ παρενθετικά ότι κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο η παρουσία της αριστεράς και των κομμάτων του κέντρου στον Μόλυβο, όπως και σε ολόκληρο το νησί της Λέσβου, ήταν ιδιαίτερα έντονη. Για την εκλογική συμπεριφορά του Μολύβου, μπορούμε ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι στις βουλευτικές εκλογές του 1956 το κυβερνόν κόμμα της δεξιάς (ΕΡΕ) συγκεντρώνει το 33% των ψήφων, ενώ η ενωμένη αντιπολίτευση, η Δημοκρατική Ένωση (εκλογικός συνασπισμός των κομμάτων του κέντρου και της αριστεράς) το 65%. Τα αντίστοιχα ποσοστά για ολόκληρο τον νομό Λέσβου (μαζί με τη Λήμνο και τον Άγιο Ευστράτιο) ήταν 36% και 62,5%. Στις επόμενες εκλογές του 1958, η ΕΔΑ, που σημείωσε μεγάλη άνοδο, στον Μόλυβο έλαβε 33%, ενώ στο σύνολο του νομού συγκέντρωσε το 42,1% των ψήφων. Οι περισσότεροι εκλογείς του Μολύβου ψήφισαν σε ποσοστό 36% το Κόμμα Φιλελευθέρων, ενώ το ποσοστό της ΕΡΕ έφτασε το 30,5%. Στις εκλογές του 1963, όταν το πολιτικό κλίμα μετατοπίστηκε προς την Ένωση Κέντρου, τα ποσοστά στον Μόλυβο ήταν για την Ένωση Κέντρου 43,3%, για την ΕΡΕ 29,4% και για την ΕΔΑ 25,6%. Στον νομό Λέσβου, τα ποσοστά της Ένωσης Κέντρου ήταν 36,2%, της ΕΔΑ 31% και της ΕΡΕ 28,9%.[72]

Οι δυσκολίες και η φτώχεια ακολούθησαν βέβαια τους κατοίκους του Μολύβου και τη δεκαετία του 1950, όταν ξεκίνησε η αγροτική έξοδος και η ερήμωση της υπαίθρου σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Είναι ενδεικτικό ότι έως τότε ο Μόλυβος έμεινε χωρίς δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης με τα λύματα να διοχετεύονται από τους παλιούς, τούρκικους υπονόμους και να συγκεντρώνονται μέσα σε υποτυπώδεις βόθρους στις παρυφές του οικισμού. Αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής, από τη δεκαετία του 1950 και εξής, οι Μολυβιάτες μεταναστεύουν μαζικά στα αστικά κέντρα της Ελλάδας και του εξωτερικού, στην Αθήνα, στην Αμερική, στη Γερμανία, στην Αυστραλία. Έτσι, ο οικισμός από 1.943 κατοίκους που είχε το 1951, εμφανίζει σημαντική μείωση τις επόμενες δεκαετίες, με την απογραφή του 1971 να δείχνει 1.414 κατοίκους, την απογραφή του 1981 1.250 κατοίκους και την τελευταία απογραφή του 2021 1.335 κατοίκους.[73]

Για την ανάσχεση της φτώχειας και της πληθυσμιακής συρρίκνωσης, προωθήθηκε, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ένα σχέδιο «κοινωνικής ανάπτυξης» (Κοινωνικός Τουρισμός) του Μολύβου από τον μυτιληνιό νομικό και κοινωνιολόγο Μιχάλη Γούτο, σε συνεργασία με τον τότε δήμαρχο Θεμιστοκλή Κράλλη, τον μολυβιάτη εισαγγελέα Εφετών Γ. Τράμπο, τον γιατρό Ιγνάτιο Τσακυράκη και μερικούς άλλους. «Οι Μολυβιάτες», έλεγε ο Γούτος, «είναι φτωχοί, πάρα πολύ φτωχοί, ψαράδες οι περισσότεροι στα τουρκικά παράλια, έχουν όμως μια σπάνια αξιοπρέπεια και μια συγκινητική διάθεση φιλοξενίας. Η ελιά, λόγω της ανομβρίας ή της ασθένειας του δάκου, σπάνια καρπίζει. Κι έτσι χρόνια τώρα η φτώχεια είναι μια μόνιμη κατάσταση».[74]

Στόχος του οραματικού σχεδίου του Γούτου για τον Μόλυβο δεν ήταν τόσο η οικονομική ανάπτυξη μέσω της τουριστικής κίνησης, όσο η κοινωνική ανάπτυξη του τόπου με τον συγχρωτισμό του ντόπιου πληθυσμού με καλλιεργημένους ανθρώπους από όλο τον κόσμο και κυρίως η διάσωση του παραδοσιακού χρώματος και της φυσιογνωμίας του οικισμού. Η απαράμιλλη γραφικότητα του τόπου και η φιλοξενία των απλών ψαράδων και χωρικών θα πρόσφερε «μια μορφή ξεκούρασης στους πνευματικούς ανθρώπους, μακριά από τη μηχανοκρατούμενη κοινωνία και από τη δικτατορία του χρόνου και του ρολογιού», υποστήριζε ο Γούτος. Χάρη στις δικές του προσπάθειες, αλλά και στην πρόθυμη συνεργασία των κατοίκων, το όραμα αυτό υλοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό. Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, ο Μόλυβος απέκτησε διεθνή ακτινοβολία, προσελκύοντας διάσημους επισκέπτες από τον χώρο των γραμμάτων και της τέχνης, ενώ κάποιοι από αυτούς επέλεξαν να εγκατασταθούν μόνιμα στον οικισμό. Σε αυτή την προσπάθεια ο Γούτος είχε συνεργάτες αξιόλογους ανθρώπους, με τους οποίους συνδέθηκε με στενή φιλία: τους Καλλιγέρηδες από τη Σκαμιά, τον ανιψιό του Εφταλιώτη, φιλόλογο και κριτικό Κίμωνα Μιχαηλίδης, τον γιατρό Ζήνωνα Ελευθεριάδη, τον επίσης γιατρό από την Πέτρα Νίκο Σέρεσλη, την Ευστρατία Κράλλη, σύζυγο του δημάρχου Θεμιστοκλή Κράλλη, τη Μηλίτσα Καναχάρου και πολλούς άλλους.

Τις τελευταίες δεκαετίες, μετα από την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) ο Μόλυβος και γενικότερα το νησί, συνδέθηκαν με διεθνή δίκτυα, τα οποία προσφέρουν νέες προοπτικές ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσονται και τα προγράμματα θερινών σπουδών που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο από καναδικά ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπως το Simon Fraser University και το UQAM (Université du Québec à Montréal). Παράλληλα, πλήθος πολιτιστικών εκδηλώσεων οργανώνονται από τοπικούς φορείς και συλλόγους. Το Διεθνές Φεστιβάλ Κιθάρας Αρίων Μολύβου και το Φεστιβάλ Κλασικής Μουσικής Μολύβου αποτελούν πλέον θεσμούς καταξιωμένους, με έντονη διεθνή συμμετοχή και αναγνώριση που ξεπερνά τα σύνορα του νησιού. Η συνέχιση τέτοιων πρωτοβουλιών μπορεί ασφαλώς να συμβάλλει καθοριστικά στην περαιτέρω ενίσχυση της πολιτιστικής και αναπτυξιακής δυναμικής του Μολύβου και γενικότερα της Λέσβου στον παγκόσμιο χάρτη.

[1] Για τη σημασία της αρχαιολατρίας και το ιδεολογικό κλίμα στη Λέσβο στα μέσα του 19ου αιώνα, βλ. Μαρία Μανδαμαδιώτου, «Η Λέσβος από τον όψιμο Διαφωτισμό στον Ελληνοθωμανισμό (1821-1850): Προσλήψεις της Ελληνικής Επανάστασης στο έργο του Σταυράκη Αναγνώστη», π. Τα Ιστορικά, τχ. 76, 2023, σ. 37-62 και εδώ, στην ενότητα για την εκπαίδευση. Για τη μεσαιωνική ονομασία Μόλυβος ή Μόλιβος έχουν προταθεί δύο απόψεις. Σύμφωνα με την επικρατέστερη, η ονομασία προέρχεται από τα σκούρα βαλσατικά πετρώματα, τα οποία οι κάτοικοι θεώρησαν λανθασμένα ως μόλυβδο, ενώ κατά μία άλλη άποψη προέρχεται από παραφθορά της ονομασίας Mont ή Mole d’olives (βουνό ή λιμάνι ελιών) της εποχής των Γατελούζων. Βλ. Σταυράκης Αναγνώστης, Η Λεσβιάς ωδή ή ιστορικόν εγκώμιον της νήσου Λέσβου, Εισαγωγή: Γιώργος Βαλέτας, φωτομηχανική ανατύπωση της έκδοσης του 1850, Μυτιλήνη, 2000, σ. 191.

[2] Ο Αργύρης Εφταλιώτης (1849-1923), κατά κόσμον Κλεάνθης Μιχαηλίδης, γεννήθηκε στον Μόλυβο, έφυγε όμως σε νεαρή ηλικία στο εξωτερικό και πέρασε όλη του τη ζωή μακριά από τη γενέτειρά του. Με το φιλολογικό ψευδώνυμο Εφταλιώτης, όπως ο ίδιος έλεγε, «ήθελε να γνωριστεί στον κόσμο ως γνήσιο παιδί της Εφταλούς», του παραθαλάσσιου εξοχικού οικισμού, που βρίσκεται κοντά στον Μόλυβο.

[3] Για το οικιστικό δίκτυο στη Λέσβο οι πηγές που σώζονται είναι λίγες και προέρχονται κυρίως από τον 17ο αιώνα και εξής. Όλες πάντως οι πηγές συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι το οικιστικό πλέγμα του νησιού διατηρείται από την οθωμανική περίοδο μέχρι σήμερα σχεδόν αναλλοίωτο, όπως και οι κύριες συγκεντρώσεις του πληθυσμού και οι ονομασίες των οικισμών. Για τη μορφή της κατοικίας και τους τρόπους κατασκευής των αγροτικών εγκαταστάσεων, βλ. Χρήστος Χατζηλίας, Οι πετράδες της Λέσβου. Κοινωνικά δίκτυα, τεχνικές και τοπική ιστορία, 1850-1950, Αθήνα, 2020. Για τα βιομηχανικά κτίρια της ίδιας περιόδου, βλ. Νίκος Σηφουνάκης, Βιομηχανικά κτίρια στη Λέσβο. Ελαιοτριβεία-σαπωνοποιεία, 19ος και αρχές του 20ού αιώνα, Αθήνα, 1994.

[4] Η ομορφιά του τοπίου της Εφταλούς ενέπνευσε τον Μικρασιάτη λογοτέχνη Ηλία Βενέζη, ο οποίος μάλιστα επέλεξε να εγκατασταθεί εκεί για κάποιο διάστημα. Βλ. Ηλίας Βενέζης, Εφταλού. Ιστορίες του Αιγαίου, Αθήνα, 1972.

[5] Σύμφωνα με την παράδοση, το 1450, όταν το κάστρο του Μολύβου πολιορκήθηκε από τους Τούρκους, η Οριέττα Ντόρια, σύζυγος του Γατελούζου ηγεμόνα της Λέσβου Ντορίνο Α΄, φόρεσε πανοπλία και ενθάρρυνε τους πολιορκούμενους, οι οποίοι τελικά απώθησαν τους Τούρκους.

[6] Ο πληθυσμός του νησιού, από την εποχή της οθωμανικής κατάκτησης έως την κατάργηση της οθωμανικής κυριαρχίας, κυμάνθηκε μεταξύ 20.000 και 126.000 κατοίκων. Βλ. Παναγιώτης Μιχαηλάρης, «Νεώτεροι χρόνοι», στο Λέσβος. Από τη Σαπφώ στον Ελύτη (λεύκωμα), Επιμέλεια: Δ. Ταλιάνης, Μυτιλήνη, 1995, σ. 25.

[7] Αν και δεν είναι γνωστοί οι ακριβείς όροι του ιδιοκτησιακού καθεστώτος στη Λέσβο, πιθανότατα οι διαδοχικές μεταβιβάσεις του δικαιώματος κατοχής και χρήσης ακινήτων συνέβαλαν, περίπου στα μέσα του 17ου αιώνα, στη μετατροπή της μακροχρόνιας χρήσης σε κυριότητα. Στα μέσα του 19ου αιώνα τα ακίνητα αυτά με τον «Νόμο περί Γαιών» (1858) πέρασαν σε καθεστώς πλήρους ιδιοκτησίας. Βλ. N. Π. Ελευθεριάδης, Μελέται μουσουλμανικού δικαίου, οθωμανικής νομοθεσίας και δικαίων των εν Τουρκία χριστιανών, τ. Α΄, Μυτιλήνη, 1912.

[8] Στην οθωμανική απογραφή των ετών 1830-1842, οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν το 19% του συνολικού πληθυσμού του νησιού, ενώ στη συνέχεια το ποσοστό αυτό μειώθηκε, φτάνοντας στην οθωμανική απογραφή των ετών 1906-1907 το 13,7% και στις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων το 13,1%. Βλ. Metin Ünver, «Midilli Adasi’nin Nufusu (1830-1842)», π. Guney-Dogu Avrupa Arastirmalari Dergisi [The Journal of South-Eastern European Studies], τ. 33, 2018-2019, σ. 53-54, Kemal Karpat, Ottoman Population, 1830-1914. Demographic and Social Characteristics, Λονδίνο, 1985, σ. 162 και É. Kolodny και R. Darques, «Turks, Grecs et réfugiés dans l’île de Lesbos au XXe siècle», π. Méditerranée, τ. 103, 2004, σ. 65. Για τη δημογραφία της Λέσβου, βλ. επίσης, Σπύρος Καράβας, «Η Λέσβος τον 19o αιώνα. Δημογραφικές παρατηρήσεις», στο Σ. Γ. Τ[άξης], Συνοπτική ιστορία της Λέσβου, φωτομηχανική ανατύπωση της έκδοσης του 1874, Μυτιλήνη, 1996, σ. iii-xxv.

[9] Η Λέσβος μαζί με την παράκτια ζώνη και τα νησιά Ρόδο και Εύβοια εντάχθηκε στο Μπεηλερμπεηλίκι των Νησιών. Μετά το 1566, προσαρτήθηκε σε αυτό η Χίος και το 1579 το δουκάτο της Νάξου, το οποίο περιλάμβανε τα μεγαλύτερα νησιά των Κυκλάδων.

[10] Το φορολογικό σύστημα του ιλτιζάμ, που ίσχυε αρχικά, προέβλεπε τον πλειστηριασμό των φόρων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Ο πλειοδότης, που ήταν ο οθωμανός διοικητής του νησιού (ναζίρης), κατέβαλλε το ποσό και στη συνέχεια φρόντιζε να εισπράξει τους φόρους. Από το 1779, το φορολογικό σύστημα στη Λέσβο τροποποιήθηκε και ο ναζίρης απέκτησε το προνόμιο της ενοικίασης των φόρων εφ’ όρου ζωής (μαλικιανές/malikâne). Βλ. Π. Μιχαηλάρης, «Νεώτεροι χρόνοι…», ό.π., σ. 27.

[11] Σ. Αναγνώστης, Λεσβιάς ωδή, ό.π., σ.191.

[12] Σ. Αναγνώστης, Λεσβιάς ωδή, ό.π., σ. 49.

[13] Γεώργιος Αριστείδης, Τετραλογία Πανηγυρική, φωτοτυπημένη επανέκδοση της πρώτης εκδόσεως του 1863, Μυτιλήνη, 1999, σ. 159.

[14] Ευρυδίκη Σιφναίου, Λέσβος. Οικονομική και κοινωνική ιστορία (1840-1912), Αθήνα, 1995, σ. 103.

[15] Γ. Αριστείδης, Τετραλογία πανηγυρική, ό.π., σ. 159-160.

[16] Γ. Βαλέτας, «Η εκπαιδευτική και πνευματική Μήθυμνα», π. Αιολικά Γράμματα, τ. Γ΄, 1972, σ. 209.

[17] Η λειτουργία του Συμβουλίου του Μολύβου πιθανότατα ήταν αντίστοιχη με αυτήν του Μεγάλου Συμβουλίου (Μετζλήσι) της Μυτιλήνης. Σύμφωνα με τον Γ. Αριστείδη, το Μεγάλο Συμβούλιο αποτελούνταν από 12 μέλη, από τον Οθωμανό διοικητή, τον καδή, το μουφτή, τον μητροπολίτη, τέσσερις εκπροσώπους του μουσουλμανικού πληθυσμού και τέσσερις του χριστιανικού. Βλ. Γ. Αριστείδης, Τετραλογία Πανηγυρική, ό.π., σ. 154.

[18] Ε. Σιφναίου, Λέσβος. Οικονομική και κοινωνική ιστορία, ό.π., σ. 64.

[19] Ο Κώδικας Αγίου Παντελεήμονος Μηθύμνης περιλαμβάνει καταγραφές που καλύπτουν την περίοδο 1653-1813. Για τη μεταγραφή και έναν πρώτο σχολιασμό του Κώδικα, βλ. Σταύρος Νικοκύρης, Ο ανέκδοτος Κώδικας του Αγίου Παντελεήμονος της Μητρόπολης Μηθύμνης, διπλωματική εργασία, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, 2019. Επίσης, βλ. Παναγιώτης Μιχαηλάρης και Χρήστος Σταυράκογλου, Ρυθμιστικές αποφάσεις των μητροπολιτών Μηθύμνης κατά τον ΙΘ΄ αιώνα, Μυτιλήνη, 2021 (διαθέσιμο στον ιστότοπο: https://www.academia.edu/95654683/).

[20] Ιάκωβος Κλεόμβροτος (Μητροπολίτης Μυτιλήνης), Mytilena Sacra, τ. Α΄, 1970, σ. 195-215.

[21] Βλ. Σταύρος Καρυδώνης, Τα εν Καλλονή της Λέσβου ιερά σταυροπηγιακά μοναστήρια του Αγίου Ιγνατίου, Αρχιεπισκόπου Μηθύμνης, Δήμος Καλλονής, 1997.

[22] Βλ. Ι. Δ. Κοντής, Λεσβιακό πολύπτυχο, Αθήνα, 1973, σ. 16.

[23] Γ. Αριστείδης, Τετραλογία πανηγυρική, ό.π., σ. 159.

[24] Βλ. Ζαφειράκης Υπανδρευμένος, Μετάφρασις του Υψηλού Αυτοκρατορικού Χάτι-Χουμαγιουνίου, αφορώντος τους χριστιανούς και τους λοιπούς υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Σάμος, 1856.

[25] Ο Οθωμανισμός τον 19ο αιώνα στόχευε κυρίως στη δημιουργία μιας κοινής οθωμανικής ταυτότητας στην Αυτοκρατορία, μέσω της αναγνώρισης πολιτικής και νομικής ισότητας σε όλους τους υπηκόους της. Βλ. ενδεικτικά Alp Eren Topal, «Ottomanism in History and Historiography: Fortunes of a Concept», στο Johanna Chovanec & Olof Heilo (επιμ.), Narrated Empires: Perceptions of Late Habsburg and Ottoman Multinationalism, Λονδίνο, 2021, σ. 77-98.

[26] Η προοπτική του Ελληνοθωμανισμού ως η ελληνική εκδοχή της ιδεολογίας του Οθωμανισμού (Οsmanlilik) οδήγησε στη διαμόρφωση τοπικών, εθνοτικών ταυτοτήτων που συνδύαζαν τα ελληνικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά με την πολιτική πίστη στο οθωμανικό κράτος. Βλ. Αλέξης Αλεξανδρής, «Οι Έλληνες στην υπηρεσία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», Δελτίον της Ελληνικής και Εθνολογικής Εταιρείας, τ. 2, 1980, σ. 365-404· Έλλη Σκοπετέα, Το «πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830 1880), Αθήνα, 1988, σ. 309 κ.εξ.· Maria Mandamadiotou, The Greek Orthodox Community of Mytilene: Between the Ottoman Empire and the GreekState, Οξφόρδη, 2013, σ. 35 κ.εξ. και «Η Λέσβος από τον όψιμο Διαφωτισμό στον Ελληνοθωμανισμό…», ό.π.

[27] Για το Λειμωνιακό ζήτημα, βλ. Κ. Μιχαηλίδης, «Λεσβιακά. Λειμωνιάς Σχολή (τα ιστορικά της)», εφ. Ταχυδρόμος, φ. 2698, 1 Ιανουαρίου 1935· Χρίστος Παρασκευαΐδης, «Τα Λειμωνιακά και ο Νικηφόρος Γλυκάς», π. Ποιμήν, τ. 4, 1936, σ. 16-21· Παντελής Αργύρης, «Το Λειμωνιακόν Ζήτημα (διαστάσεις και χρονικό της διαμάχης)», π. Λεσβιακά, τ. 12, 1989, σ. 24-55· Ιωάννης Μουτζούρης, «Τα Λειμωνιακά 1866-1886», π. Κληρονομία, τ. 22, 1990, σ. 125-185· Δημήτριος Ι. Χατζηλίας, Το Ελληνικό Σχολείο της Μονής Λειμώνος Λέσβου και η Λειμωνιάτις επαρχιακή σχολή, Μυτιλήνη, 2012· Απόστολος Σπανός, Λειμωνιακό ζήτημα. Ιστορική προσέγγιση και έκδοση εγγράφων από το Αρχείο Νικηφόρου Γλυκά, Αθήνα, 2013.

[28] Για τα πρώτα σημάδια εργατικής συνείδησης στη Λέσβο, βλ. Ε. Σιφναίου, Λέσβος. Οικονομική και κοινωνική ιστορία, ό.π., σ. 327 και M. Mandamadiotou, The Greek Orthodox community of Mytilene…, ό.π., σ. 65 κ.εξ.

[29] Εφ. Αμάλθεια, 6 Μαρτίου 1871.

[30] Βλ. Γενική Διοίκηση των νήσων του Αιγαίον. Διάφορες μελέτες. Α. Λέσβος, 1913 στο Ε. Σιφναίου, Λέσβος. Οικονομική και κοινωνική ιστορία, ό.π., σ. 247 και 334-335.

[31] Στρατής Αναγνώστου, «Μια περιήγηση του 1903 στη βόρεια/βορειοδυτική Λέσβο και στην πόλη της Μυτιλήνης», π. Λεσβιακά, τ. 26, 2020, σ. 30-32.

[32] Τόσο ο Metin Ünver, όσο και ο Παντελής Αργύρης, συνέδεσαν την αστική ανάπτυξη των Ελληνορθόδοξων της Λέσβου στα μέσα του 19ου αιώνα με την αφομοίωση του εθνικισμού και των αλυτρωτικών οραμάτων του ελληνικού κράτους. Βλ. Metin Ünver, Midilli Adası’nın Sosyo–Ekonomik Yapısı (1876-1914), διδακτορική διατριβή, Ιστανμπούλ, İstanbul Üniversitesi, Sosyal Bilimler Enstitüsü, 2012 και Παντελής Αργύρης, «Λέσβος. Από την κατάκτηση (1462) στη σύγχρονη εποχή», στο Λέσβος η Αιολική (λεύκωμα), Αθήνα, 1995, σ. 53.

[33] Για τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίθηκε η κοινωνία της Λέσβου στην πολιτική των Νεότουρκων την περίοδο 1908-1912, βλ. M. Mandamadiotou, The Greek Orthodox Community of Mytilene…, ό.π., σ. 65 κ.εξ.

[34] Για τις εκλογές του 1912 στη Λέσβο, βλ. Μαρία Μανδαμαδιώτου, «Οι βουλευτικές εκλογές του 1912 στη Λέσβο μέσα από τα δημοσιεύματα του τοπικού Τύπου: Εννοιολογήσεις της “πατρίδας” και του “έθνους” σε μια μεταβατική περίοδο», στον συλλογικό τόμοΜαθητείες στην ιστορία. 10 κείμενα για τον Σπύρο Καράβα, Επιμέλεια: Ελένη Κυραμαργιού, Αθήνα, 2022, σ. 121-152.

[35] Βλ. Δ. Ν. Καρύδης και Μ. Kiel, Μυτιλήνης αστυγραφία και Λέσβου χωρογραφία (15ος-19ος αι.), Αθήνα, 2000, σ. 47 και 74-75.

[36] Ιωάννης Φουντούλης, Η «περιγραφή της Λέσβου» του Μητροπολίτου Μηθύμνης Γαβριήλ Σουμαρούπα (1618-24/2/1621), Μυτιλήνη, 1993, σ. 30.

[37] Σύμφωνα με τον Σταύρο Τάξη, το 1909 ο Μόλυβος είχε 450 οικίες χριστιανών και 430 οικίες μουσουλμάνων. Βλ. Οικονόμος Σ. Τάξης, Συνοπτική ιστορία και τοπογραφία της Λέσβου, φωτομηχανική ανατύπωση της έκδοσης του 1909[Κάιρο], Μυτιλήνη, 1995, σ. 129.

[38] Βλ. M. Ünver, «Midilli Adasi’nin Nufusu (1830-1842)», ό.π., σ. 43-77.

[39] Βλ. Παναγιώτης Μιχαηλάρης, «Προσπάθειες περιστολής της πολυτέλειας στο νησί της Λέσβου (18ος-19ος αι.)», Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, Ακαδημία Αθηνών, τ. 11, 2014, σ. 221-238 και Π. Μιχαηλάρης και Χ. Σταυράκογλου, Ρυθμιστικές αποφάσεις των μητροπολιτών Μηθύμνης κατά τον ΙΘ΄ αιώνα, ό.π.

[40] Βλ. Ε. Σιφναίου, Λέσβος. Οικονομική και κοινωνική ιστορία, ό.π., σ. 108-109.           

[41] Για την περιοχή της Καλλονής και τη «λιμνοθάλασσά» της, τον κόλπο που χωρίζει το νησί της Λέσβου σχεδόν στα δύο και όπου ο μεγάλος στοχαστής της αρχαιότητας, ο Αριστοτέλης, έφτασε πριν από δύο χιλιάδες χρόνια περίπου προκειμένου να εξερευνήσει την επιστήμη της βιολογίας και τα μυστήρια του φυσικού κόσμου, βλ. Armand Marie Leroi, Η λιμνοθάλασσα. Πώς ο Αριστοτέλης επινόησε την επιστήμη, Πρόλογος: Στασινός Σταυριανέας, Μετάφραση: Αιμιλία-Αλεξάνδρα Κρητικού και Έμιλυ Κρητικού, Αθήνα, 2018.

[42] Για την έννοια της μικρο-νησιωτικότητας και τις αντιθέσεις ανάμεσα στις επιμέρους περιοχές κάθε νησιού, βλ. ενδεικτικά MariaMandamadiotou, «Aspects de l’insularité aux XIXe et XXe siècles: La démographie des Amadès, agglomération de faible importance au nordde l’île de Chios», π. Petits Essais-Μικρά Δοκίμια, τ. 3, 2023, σ. 120-141.

[43] Για τις συνδέσεις και τους πυκνούς δεσμούς που αναπτύχθηκαν ανάμεσα τους οικισμούς της βόρειας και δυτικής Λέσβου, βλ. Χρήστος Σταυράκογλου, Τα αρχεία της Βατούσας Λέσβου (1733-1912), Μυτιλήνη, 2012.

[44] Η υποδιαίρεση της Λέσβου σε τρεις καζάδες, της Μυτιλήνης, της Καλλονής και του Μολύβου, χρονολογούμενη τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα, φαίνεται ότι διατηρήθηκε έως τα τέλη της δεκαετίας του 1860, όταν καταργήθηκε ο καζάς Καλλονής και αντικαταστάθηκε από τον καζά Πλωμαρίου (1879). Μεταξύ των ετών 1887 και 1893 ιδρύθηκε ο καζάς Σιγρίου, αλλά καταργήθηκε στη συνέχεια μεταξύ των ετών 1899 και 1903. Επίσης, το 1868 προστέθηκαν ως καζάς στο σαντζάκι Λέσβου τα Μοσχονήσια (Cunda), που βρίσκονται στον Αδραμυττηνό κόλπο, απέναντι από τις Κυδωνίες, αποσπάστηκαν όμως οριστικά από το σαντζάκι της Λέσβου και επαναπροσαρτήθηκαν στο σαντζάκι του Καρασί, που ανήκε στο βιλαέτι της Προύσας, την άνοιξη του 1912, για προεκλογικούς λόγους.

[45] Βλ. Σ. Νικοκύρης, Ο ανέκδοτος Κώδικας του Αγίου Παντελεήμονος…, ό.π., σ. 159.

[46] Βλ. Σ. Αναγνώστης, Λεσβιάς ωδή, ό.π., σ. 66 και 168· Γιώργος Βαλέτας, Η Λεσβιακή Αναγέννηση, 1800-1841, ανατύπωση από το Δελτίο της Ι. Μητροπόλεως Μηθύμνης, Καλλονή, 1936, σ. 9-11· Παναγιώτης Σαμάρας, Η εκπαίδευση στη Λέσβο (Από τα χρόνια της σκλαβιάς), Μυτιλήνη, 1948, σ. 83.

[47] Βλ. Μαρία Μανδαμαδιώτου, «Η Δωδεκάχορδος κιθάρα του Σταυράκη Αναγνώστη και ο Διαφωτισμός στη Λέσβο. Νεωτερικές ιδέες και παραδοσιακές αντιστάσεις», π. Κονδυλοφόρος, τ. 19, 2021, σ. 36-59 και «Διαφωτισμός και Επανάσταση στο “επάνω μέρος της Ασίας”: Βενιαμίν Λέσβιος και “ήσσονες” λόγιοι στη Λέσβο και τις Κυδωνίες», στο Μ. Μανδαμαδιώτου (επιμ.), Διαφωτισμός και φιλελληνισμός, παιδεία και έθνος. Όψεις της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Πρακτικά Συνεδρίου, Πάτρα, 2023, σ. 34-52 (διαθέσιμο στην ιστοσελίδα: https://sgkpalamas-conference.enaliaevents.com/wp-content/uploads/2023/04/Πρακτικά Συνεδρίου_final_04.04.2023.pdf).

[48] Γεώργιος Αριστείδης, Βενιαμίν ο Λέσβιος ήτοι ο βίος αυτού, Αθήνα, 1880, σ. 37-38.

[49] Ιάκωβος Μητροπολίτης Μυτιλήνης, «Περί του πώς ειργάσθη η Εκκλησία της Λέσβου κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας διά την παιδείαν του Έθνους», π. Ποιμήν, 1978, σ. 42.

[50] Βλ. «Ωδή αυτοσχέδιος εις τον Πανιερολογιώτατον και σεβασμιώτατον δεσπότην άγιον Μηθύμνης Κύριον Κύριον Ιάκωβον», «Εγκώμιον Προσευχής», «Άλλο εγκώμιον», στο Σταυράκης Αναγνώστης, Δωδεκάχορδος Κιθάρα από χειρόγραφο του 1824, Eισαγωγή-επιμέλεια: Παναγιώτης Παρασκευαΐδης. Μυτιλήνη, 2000, σ. 82-86.

[51] Γ. Βαλέτας, «Νικήτας Ηρακλείδης», εφ. Ταχυδρόμος, φ.1820, 1934.

[52] Γ. Αριστείδης, Τετραλογία πανηγυρική, ό.π., σ. 166.

[53] Γιώργος Βαλέτας, «Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης, ο πατέρας του Εφταλιώτη», Δελτίον Ιεράς Μητροπόλεως Μηθύμνης, Καλλονή, 1936, σ. 40.

[54] Βλ. Γ. Βαλέτας, «Η πνευματική και εκπαιδευτική Μήθυμνα», ό.π., σ. 211 και Στρατής Αναγνώστου, «Όψεις του ιδεολογικού και κοινωνικο-οικονομικού πλαισίου στον Μόλυβο των μέσων του 19ου αιώνα και η επίδρασή τους στη ζωή και το έργο του Αργύρη Εφταλιώτη», στο Ο Αργύρης Εφταλιώτης στα νεοελληνικά γράμματα, Πρακτικά Συνεδρίου, Μυτιλήνη, 2002, σ. 152-153.

[55] Τα δίδακτρα για τη φοίτηση στο σχολείο του Μιχαηλίδη ήταν 2.000 γρόσια το χρόνο για τους οικότροφους και 800 γρόσια για τους εξωτερικούς μαθητές. Βλ. Σταυρούλα Λυκιαρδοπούλου-Κοντάρα, Κοινωνία και παιδεία στη Λέσβο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, Μυτιλήνη, 2010, σ. 320-321. Για την εκπαίδευση στον Μόλυβο, βλ. επίσης Μαριάνθη Καραφύλλη, Σχολεία Μήθυμνας (Μολύβου), Θεσσαλονίκη, 2021.

[56] Η ιδρυτική πράξη του συλλόγου, όπως και ο Κατάλογος των βιβλίων που αγοράστηκαν, βρίσκονται στη Βιβλιοθήκη του Μολύβου.

[57] Βλ. Μ. Μανδαμαδιώτου, «Η Λέσβος από τον όψιμο Διαφωτισμό στον Ελληνοθωμανισμό…», ό.π.

[58] Σ. Αναγνώστης, Λεσβιάς ωδή, ό.π., σ. 3-5.

[59] Νείλος Σακελλαρίου, «Έκθεσις περί της εκπαιδευτικής καταστάσεως της Λέσβου», στο Γενική Διοίκησις νήσων Αιγαίου. Διάφοροι μελέται περί των νήσων. Α΄. Λέσβος, 1913, σ.125.

[60] Οικονόμος Σ. Τάξης, Συνοπτική ιστορία και τοπογραφία της Λέσβου, φωτομηχανική ανατύπωση της έκδοσης του 1909, ό.π., σ. 129.

[61] Γεώργιος Αρχοντόπουλος, Λέσβος ή Μυτιλήνη ήτοι Συνοπτική ιστορία πασών των πόλεων, κωμοπόλεων και χωρίων, Μυτιλήνη, 1894, σ. 23.

[62] Σ. Λυκιαρδοπούλου-Κοντάρα, Κοινωνία και παιδεία στη Λέσβο…, ό.π., σ. 324.

[63] Για την ενίσχυση του ελληνικού στρατού έφτασε από την Αμερική η «Λεσβιακή Φάλαγγα», ένα σώμα 210 εθελοντών με καταγωγή κυρίως από τη Λέσβο. Βλ. Κ. Βάκκα-Κυριαζή, Η Λεσβιακή φάλαγγα, Μυτιλήνη, 2018. Οι ντόπιοι χριστιανοί, από την άλλη πλευρά, δεν φαίνεται να συμμετείχαν στη μάχη του Κλαπάδου. Βλ. Μητροπολίτης Μηθύμνης Ιάκωβος, Η 8η Δεκεμβρίου 1912, Μυτιλήνη, 1973, σ. 14.

[64] Για τα «φόβια», βλ. εφ. Σάλπιγξ, 6, 8 και 15 Δεκεμβρίου 1912.

[65] Βλ. Παναγιώτα Ι. Θηβαίου-Παπαθεράπων, Δημόσια Ιστορική Βιβλιοθήκη Μηθύμνης «Αργύρης Εφταλιώτης», Βιβλιοθήκη Μήθυμνας, σ. 45-46 (διαθέσιμο στον ιστότοπο: http://dspace.cplm.gr/bitstream/handle/123456789).

[66] Την έκδοση της εφημερίδας Μήθυμνα είχε αναλάβει από τις αρχές του 1920 ο μολυβιάτης δημοσιογράφος και τυπογράφος Δημήτρης Θ. Καμπούρης.

[67] Βλ. Υπουργείο Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως-Τμήμα Στατιστικής, Απογραφή προσφύγων ενεργηθείσα κατ’ Απρίλιον 1923, Αθήνα, Εθνικό Τυπογραφείο, σ. 36.

[68] Στην απογραφή του 1920 ο πληθυσμός του Μολύβου ήταν 2.187, ενώ στην απογραφή του 1928 ήταν 2.554. Βλ. Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας-Διεύθυνση Στατιστικής, Πληθυσμός του Βασιλείου της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 19ης Δεκεμβρίου 1920, Αθήνα, Εθνικό Τυπογραφείο, σ. 222 και Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας-Τμήμα Στατιστικής, Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 15-16 Μαΐου 1928, Αθήνα, Εθνικό Τυπογραφείο, 1935, σ. 259.

[69] Η περίπτωση της οικογένειας Κράλλη αποτυπώνει τις εμπορικές δραστηριότητες και τον κοσμοπολιτισμό της αστικής τάξης του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, προσφέροντας ταυτόχρονα μια εικόνα των μετακινήσεων και της μετανάστευσης στη βόρεια και δυτική Λέσβο. Μέλη της συγκεκριμένης οικογένειας, μέσω επιγαμιών με άλλες ισχυρές οικογένειες της Πέτρας, της Αργένου, της Σκαμιάς και της Βατούσας, συγκρότησαν ένα σημαντικό εμπορικό και επιχειρηματικό, που δραστηριοποιήθηκε σε ολόκληρο τον μεσογειακό χώρο, στη Σμύρνη, στην Κωνσταντινούπολη, στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια, αλλά και σε πόλεις της δυτικής Ευρώπης και της Αμερικής.

[70] Σύμφωνα με τον Βαλέτα, «η οικογένεια των Κράλληδων με γενάρχη τον Ιωάννη Κράλλη (που πέθανε το 1887), γαμπρό του πανίσχυρου Αργενιώτη μεγαλέμπορου της Πόλης Αντώνη Ιωακείμογλου […] είχε μεγάλη επιρροή στην παλιά Μήθυμνα και βοήθησε την ανάπτυξή της». Βλ. Γ. Βαλέτας, «Η πνευματική και εκπαιδευτική Μήθυμνα», ό.π., σ. 215-216.

[71] Για τη δεκαετία του 1940 στη Λέσβο, βλ. Δημήτρης Μάντζαρης, ΕΑΜ Λέσβου. Ηττημένοι νικητές, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας, Μυτιλήνη, 2022 και Ανδρέας Μπάλλας, Σαν ξυπνήσαν τα μουλάρια και πετάξαν τα σαμάρια… Το αντιστασιακό κίνημα στη Λέσβο (1941-1945), Αθήνα, 2022. Επίσης, βλ. Γιώργος Γαλέτσας, Στο σημάδι… Το ιστορικό των εκτελέσεων στα «Τσαμάκια» κατά τη περίοδο της γερμανικής Κατοχής, Μυτιλήνη, 2010.

[72] Για τα εκλογικά δεδομένα του Μολύβου, βλ. Υπουργείο Εσωτερικών, Αποτελέσµατα των βουλευτικών εκλογών της 19ης Φεβρουαρίου 1956, Αθήνα 1957, Αποτελέσµατα των βουλευτικών εκλογών της 11ης Μαΐου 1958, Αθήνα 1959 και Αποτελέσµατα των βουλευτικών εκλογών της 3ης Νοεµβρίου 1963, Αθήνα 1964.

[73] Για τις απογραφές πληθυσμού έχω συμβουλευτεί την ηλεκτρονική σελίδα της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (www.e-demography.gr).

[74] Συλλογικό έργο, Ο Μιχαήλ Γούτος και ο Μόλυβος, Δήμος Μήθυμνας, 2004, σ. 99. Επίσης, βλ. Μήτσος Τσιάμης, Η κοινωνική ανάπτυξη του Μολύβου (Μήθυμνας) και ο Μιχαήλ Γούτος, Αθήνα, 1989.