Ιστορίες Βορείου Αιγαίου

Σφραγίδες, υπογραφές, επικυρώσεις και ταυτότητα

H Μαρίζα Κράλλη στοχάζεται για τη σχέση του προσωπικού με το δημόσιο και το επίσημο, μέσα από σφραγίδες μελών της οικογένειας της Ραλλού Κράλλη – Κωνσταντέλλη.

Όταν μελετούνται παράλληλα με το ευρύτερο οικογενειακό αρχείο εγγράφων, φωτογραφιών, καρτών και άλλων προσωπικών αναμνηστικών, τα οικογενειακά κειμήλια και άλλα αντικείμενα προσφέρουν μια μοναδική εικόνα της ζωής και της ιστορίας ενός τόπου. Μέσα από αυτά τα αντικείμενα, τόσο τα μοναδικά και ιδιαίτερα όσο και τα συνηθισμένα, αποτυπώνονται οι κοινωνικές, πολιτιστικές και διοικητικές συνθήκες της εποχής, δημιουργώντας μια απτή σύνδεση με το παρελθόν που ξεπερνά τις προφορικές μαρτυρίες και τα γραπτά αρχεία.

Εδώ εξετάζουμε δύο πυραμιδόσχημες μεταλλικές σφραγίδες από το αρχείο της Ραλλούς Κράλλη, που προέρχονται από το Μόλυβο (Μήθυμνα) στη Λέσβο και χρονολογούνται στην ύστερη οθωμανική περίοδο. Το σχήμα τους, με χαραγμένες επιφάνειες σε τρεις πλευρές, υποδεικνύει τη χρήση τους ως πολυσφραγίδες – αντικείμενα που εξυπηρετούσαν είτε πολλαπλά πρόσωπα, είτε διαφορετικές γλωσσικές / διοικητικές ανάγκες του ίδιου ατόμου. Η διαφορετική υλική υπόσταση των δύο σφραγίδων – ασήμι και χαλκός – υποδηλώνει διαβάθμιση κοινωνικού κύρους, οικονομικής επιφάνειας ή και της σημασίας της χρήσης τους. Το ασήμι, συνδεδεμένο παραδοσιακά με την αξία, την επισημότητα και την οικονομική ευρωστία, φανερώνει ανώτερο αξίωμα, κύρος ή πιο προσωπική, συμβολική λειτουργία, ενώ ο χαλκός αντιστοιχεί σε πιο πρακτική ή καθημερινή χρήση.

Γενικά οι μεταλλικές πολύπλευρες σφραγίδες της οθωμανικής περιόδου είναι αντικείμενα και σχετίζονται, με τη διοικητική και γραφειοκρατική οργάνωση της εποχής, αλλά πιθανά και με προσωπική εμπορική χρήση. Εκτός από τον λειτουργικό τους ρόλο, αυτές οι σφραγίδες έχουν επίσης αξιοσημείωτη καλλιτεχνική αξία, όπως αποδεικνύεται από την ακρίβεια της χάραξης και τον αρμονικό σχεδιασμό των επιγραφών τους, οι οποίες αντανακλούν την εκλεπτυσμένη δεξιοτεχνία της εποχής.
 
Αν και δεν βρήκαμε πολλές δημοσιευμένες πληροφορίες, ειδικά για τις πολύπλευρες σφραγίδες από τη Λέσβο, μπορούμε, παρατηρώντας τες, να αναφέρουμε, ορισμένα γενικά και ειδικά στοιχεία που σχετίζονται με αυτές:
Πρόκειται για μεταλλικά αντικείμενα, με πολλαπλές επιφάνειες χάραξης, οι οποίες φέρουν διαφορετικές επιγραφές σε ελληνική και οθωμανική γραφή. Το σχήμα τους θυμίζει πυραμίδα ή πολύεδρο, ώστε κάθε πλευρά να φέρει διαφορετική σφραγίδα. Η λαβή τους φέρει διχάλα ούτως ώστε να μπορεί να κρεμαστεί από αλυσίδα. Χρησιμοποιούνταν κυρίως από κρατικούς αξιωματούχους ή δικαστικούς, καθώς με μία μόνο σφραγίδα μπορούσαν να επικυρώνουν διάφορα έγγραφα με διαφορετικές ενδείξεις (π.χ. όνομα αξιωματούχου, επαρχία, ημερομηνία κ.λπ.). Η χρήση τους όμως θα μπορούσε να είναι και προσωπική (όχι κρατική), από ένα άτομο ή μέλη μιας οικογένεια και να χρησιμοποιούνταν σε εμπορικά ή νομικά έγγραφα.
Ασημένια σφραγίδα με τρεις πλευρές και χαραγμένη ημερομηνία 1251 AH (1835/6), από το Μόλυβο, Λέσβου. Sub-Fond: Rallou A. Kralli.
Χάλκινη σφραγίδα με τρεις πλευρές και χαραγμένες ημερομηνίες 1322 AH και 1903, από το Μόλυβο, Λέσβου. Sub-Fond: Rallou A. Kralli.
Στην περίπτωση που παρουσιάζουμε, οι δύο σφραγίδες του αρχείου της Ραλλούς Κράλλη αποτελούν οικογενειακά κειμήλια, κατοίκων του Μολύβου – χριστιανών υπηκόων της οθωμανικής αυτοκρατορίας που κινούνταν με ευχέρεια μεταξύ ελληνικής και οθωμανικής γλώσσας και διοίκησης. Αποτελούν μοναδικά τεκμήρια της προσωπικής, και κοινωνικής ζωής της εποχής και τεκμηριώνουν τη διαχρονική, έντονη παρουσία των ελληνορθόδοξων οικογενειών στον χώρο του Βόρειο Αιγαίου, αλλά και την οικονομική και εμπορική διασύνδεσή τους, πριν την ενσωμάτωση της Λέσβου στην Ελλάδα το 1912.
 
Η ασημένια σφραγίδα φέρει την ιδιαίτερα πρώιμη χρονολόγηση, 1835/1836 (1251 AH), χαραγμένη σε δύο από τις πλευρές της, σύμφωνα με το Ιουλιανό και το Ισλαμικό ημερολόγιο. Πρόκειται για μια εποχή κατά την οποία ο Μόλυβος, ακόμη υπό οθωμανική διοίκηση, αποτελούσε σταυροδρόμι πολιτισμών, γλωσσών και ταυτοτήτων. Σκαλισμένη σε τρεις πλευρές και σε δύο γλώσσες, η σφραγίδα αποτυπώνει τη δραστηριότητα των κατόχων της τόσο στο ελληνικό όσο και στο οθωμανικό διοικητικό πλαίσιο. Δεν πρόκειται απλώς για διοικητικό εργαλείο, αλλά για ένα σπάνιο τεκμήριο ζωής, οικογενειακής μνήμης και ταυτότητας. Η μία πλευρά φέρει τα ελληνικά αρχικά «Ν.Κ.», ονοματίζοντας τον Νικόλαο Καραμήτσα [1], και δικέφαλο αετό πλαισιωμένο από τα γράμματα «Φ. — Θ.», μια πιθανή συντομογραφία της φράσης «Φύλαττε Θεέ» ή «Φόβω Θεού».
 Κάτω από το έμβλημα, αναγράφεται καθαρά η χρονολογία 1835. Η δεύτερη ελληνική πλευρά φέρει τα αρχικά «λ.Κ.», αναφερόμενα στον Λεωνίδα Κυριακού [1]. Η τρίτη πλευρά, σε οθωμανική γραφή, αναφέρει το όνομα «Νικόλας, γιος του Φώτη» και την ημερομηνία 1251 AH (1835/1836). Ξεχωριστό βάρος αποκτά η πλευρά με τον δικέφαλο αετό και τα θρησκευτικά σύμβολα, που δεν δηλώνουν μόνο ευλάβεια, αλλά αποκαλύπτουν την πνευματική ταυτότητα και συνείδηση των κατόχων. Στη σύγκλιση γλώσσας, θρησκείας και διοίκησης, η σφραγίδα γίνεται σύμβολο πολιτιστικής συνύπαρξης, μνήμης και αξιοπρέπειας.
 
Η χάλκινη σφραγίδα του 1903/ 4 (1322 AH) ξεδιπλώνει, τον πολυεπίπεδο χαρακτήρα της ταυτότητας στις αρχές του 20ού αιώνα. Χαραγμένη σε τρεις πλευρές – δύο στα ελληνικά και μία στην οθωμανική τουρκική – αποτελεί ένα μικρό αλλά εύγλωττο τεκμήριο της γλωσσικής και πολιτισμικής συνύπαρξης που χαρακτήριζε τις μικτές κοινότητες της Λέσβου. Τα ελληνικά αρχικά στις δύο ελληνικές πλευρές, αλλά και η οθωμανική γραφή της τρίτης πλευράς, αντιστοιχούν σε ονόματα μελών της ευρύτερης οικογένειας και υποδηλώνουν συγχρονισμένη χρήση ή κοινή ιδιοκτησία. Η μια πλευρά της γράφει με ελληνικά γράμματα : Ι. Δ. Κ. 1903/4 , και η άλλη: Δ. Κ. 1903/4 [1]. Η τρίτη πλευρά φέρει οθωμανική γραφή που σημαίνει Yanko Dimitri 1322 [1904-5 ή 1906-7]. [2]

Αυτές οι σφραγίδες δεν είναι απλώς εργαλεία επικύρωσης· είναι μαρτυρίες ενός κόσμου όπου η ταυτότητα χτιζόταν ανάμεσα σε λέξεις, γλώσσες και σύμβολα - και έπρεπε να μπορεί να διαβαστεί από πολλούς. Μέσα από αυτά τα δύο μικρά αντικείμενα, ανοίγεται ένα παράθυρο στον κόσμο του 19ου αιώνα: έναν κόσμο στον οποίο η ταυτότητα δεν ήταν μονοσήμαντη, αλλά πολυφωνική - σκαλισμένη στο χέρι, με πίστη και μνήμη.

[1] Το γράμμα κάππα «Κ» και στις δύο σφραγίδες αναφέρεται στα επώνυμα Καραμήτσας ή Καζάζης ή Κυριακού. Ετυμολογία :καζάζης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καζάζης. Ουσιαστικό, καζάζης αρσενικό (παρωχημένο) που επεξεργάζεται ή πουλάει το μετάξι· ο μεταξουργός ή ο μεταξοπώλης. Συνώνυμα: Καζάζης (ως επώνυμο).
[2] Επεξήγηση οθωμανικών σημείων, από τον ιστορικό Aytek Soner Alpan.