Ιστορίες Βορείου Αιγαίου

Ζώντας με τους νεκρούς: Ο Βρυκόλακας της Μυτιλήνης

Η παρούσα ιστορία δημοσιεύεται εδώ με την ευγενική άδεια των συναδέλφων μας στο Peopling the Past. Ο εν λόγω ιστότοπος είναι μια πρωτοβουλία που εντάσσεται στο πλαίσιο των ψηφιακών ανθρωπιστικών επιστημών και αναδεικνύει καθημερινούς ανθρώπους του αρχαίου κόσμου και τους ανθρώπους που τους μελετούν. Το Peopling the Past αποτελεί μια πηγή δωρεάν, ελεύθερα προσβάσιμου εκπαιδευτικού υλικού σχετικά με τους απλούς ανθρώπους της αρχαιότητας. Η ιστορία που αναπαράγουμε εδώ δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2022 ως μέρος ενός ειδικού αφιερώματος για το Χάλοουιν. Όσο και αν το Χάλοουιν είναι μια γιορτή της Βόρειας Αμερικής, η ιστορία που μας προσφέρουν οι Δρ. Sandra Garvie–Lok και Hector Williams έχει άμεση σχέση με τη Λέσβο.

Ο βρυκόλακας της Μυτιλήνης: Μια ιστορία της Sandra Garvie-Lok και του Hector Williams.

Προειδοποίηση για το περιεχόμενο: Το κείμενο που ακολουθεί περιέχει εικόνες ανθρώπινων σκελετικών υπολειμμάτων.

Οι καταβολές του σύγχρονου βρυκόλακα

Το ον που οι περισσότεροι από εμάς φέρνουμε στη σκέψη μας όταν ακούμε τη λέξη βρυκόλακας ή βαμπίρ είναι αθάνατο και έχει αναστηθεί. Κινείται ανάμεσα μας και πίνει το αίμα των ζωντανών. Είναι δε συνήθως μια τρομακτική, τραγική αλλά και ρομαντική φιγούρα. Αν και μπορεί να μας φαντάζει αρχαίος, ο βρικόλακας είναι στην πραγματικότητα δημιούργημα συγγραφέων του 19ου αιώνα που τον έπλασαν μελετώντας παλαιότερες ιστορίες. Η συμβολή του Βύρωνα εδώ είναι καίρια καθώς εκείνη τη διάσημη λογοτεχνική βραδιά του 1819 στις όχθες της λίμνης της Γενεύης – τότε που η Μαίρη Σέλλεϋ δημιούργησε το τεχνητό υβρίδιο που ονομάστηκε Φρανκενστάιν, από το όνομα του ατίθασου γιατρού που τον κατασκεύασε συνδιάζοντας κλεμμένα ανθρώπινα μέλη – προσέφερε με τη σειρά του μια ιστορία με βρυκόλακες. Αργότερα τον ίδιο αιώνα, ο Δράκουλας του Μπραμ Στόκερ το 1897 άναψε τη φαντασία γενεών συγγραφέων και καθόρισε τον σύγχρονο βρικόλακα των βιβλίων, των θεατρικών έργων και των ταινιών. Τις τελευταίες πέντε δεκαετίες, τα μυθιστορήματα της Αν Ράις, η σειρά Twilight σε βιβλία, ταινίες και τηλεοπτικές δημιουργίες όπως το Vampire Academy ή το What We Do in the Dark έχουν εξοικιώσει τις νέες γενιές με την ιστορία τούτη. Μέσα σε όλα εμπνέουν και την φαντασία των αρχαιολόγων. Κάθε χρόνο εμφανίζονται ιστορίες για ανασκαφέντες «βρυκόλακες» που προσελκύουν την προσοχή των μέσων ενημέρωσης.

Αν και μερικές από αυτές τις ιστορίες είναι υπερβολικές ή παρερμηνευμένες, ο βρυκόλακας είναι ένα πλάσμα της λαϊκής παράδοσης πολύ παλαιότερο από τον Δράκουλα, και οι τελετές που αποσκοπούσαν να τον βάλουν να αναπαυθεί άφησαν πίσω τους ταφές που αντικατοπτρίζουν αυτές τις καταγεγραμμένες πεποιθήσεις. Μια τέτοια ταφή είναι η πηγή της δικής μας ιστορίας…

Τα Βαμπίρ στη λαϊκή παράδοση

Ο φόβος ότι οι νεκροί μπορεί να ξεφύγουν από τον τάφο είναι παλιός και διαδεδομένος. Πολλές κουλτούρες δε έχουν λαϊκές παραδόσεις με φαντάσματα – μια μελέτη καταγράφει ιστορίες με ζωντανούς νεκρούς σε μέρη από την Ινδονησία μέχρι και τη Σκωτία (Forth και Kukharenko 2012).

Στη λαϊκή παράδοση των Βαλκανίων και της Κεντρικής Ευρώπης, ένα από τα πιο συνηθισμένα φαντάσματα είναι το βαμπίρ (βρυκόλακας στα ελληνικά). Το βαμπίρ της λαϊκής παράδοσης ήταν ένα πολύ διαφορετικό ον από το βαμπίρ της λογοτεχνίας. Πρόκειται συνήθως για ένα πτώμα που αναζωογονήθηκε μετά το θάνατο από κάποιο δαίμονα, αφήνοντας τον τάφο του για να ταλαιπωρήσει τους ζωντανούς. Τα βαμπίρ μπορούσαν να σκοτώσουν ανθρώπους (συχνά αναπνέοντας πάνω τους ή φωνάζοντας τα ονόματά τους αντί να πίνουν το αίμα τους), να προκαλέσουν ασθένειες σε αυτούς ή στα ζώα τους, ή να τους τρομοκρατήσουν τη νύχτα χτυπώντας στους τοίχους και πετώντας αντικείμενα του σπιτιού. Στην πραγματικότητα, σχεδόν κάθε σειρά ατυχών περιστατικών μπορούσε να αποδοθεί σε αυτά. Σε μια άλλη απόκλιση από το βαμπίρ της λογοτεχνίας, οι άνθρωποι συνήθως δεν γίνονταν βαμπίρ από το δάγκωμα. Ένα βαμπίρ μπορούσε να είναι κάποιος που θεωρούνταν ότι ζούσε μια αμαρτωλή ή ανώμαλη ζωή. Δυστυχώς, αυτό περιλάμβανε και μερικούς ανθρώπους που εγείραν υποψίες απλώς και μόνο επειδή ήταν ασυνήθιστοι.

Τα βαμπίρ μπορούσαν επίσης να δημιουργηθούν από γεγονότα που διαταράσσαν τις σωστές επικήδειες τελετές, όπως ένα λάθος στην απαγγελία των προσευχών ή ένα ζώο που πηδούσε πάνω από το πτώμα ενώ ήταν εκτεθειμένο. Εάν ένα πτώμα που κινδύνευε να μετατραπεί σε βαμπίρ εντοπιζόταν πριν από την ταφή του, μπορούσαν να ληφθούν προληπτικά μέτρα. Αυτά περιλάμβαναν το να καρφώνουν πασσάλους ή καρφιά στη μέση του, να κόβουν το κεφάλι ή να «σταματούσαν» την αναπνοή τοποθετώντας ένα αιχμηρό αντικείμενο στο λαιμό, να τοποθετούν κάτι (μερικές φορές το ίδιο το κεφάλι του πτώματος!) ανάμεσα στα πόδια ή να συγκρατούν το πτώμα μέσα στον τάφο με μεγάλες πέτρες.

Μερικές φορές, μια σειρά από ατυχή γεγονότα οδηγούσε τους ανθρώπους να υποψιάζονται ότι ένας βρικόλακας ήταν ενεργός στην περιοχή τους και τότε οι πιο πρόσφατοι τάφοι ανοίγονταν και ελέγχονταν. Ένα βαμπιρικό πτώμα θα ήταν πρησμένο, με αίμα να στάζει από το στόμα και κοκκινωπό ή μαυρισμένο δέρμα. Σήμερα κάτι τέτοιο θα το θεωρούσαμε ως την κλασική εμφάνιση της πρώιμης αποσύνθεσης και θα λέγαμε ότι ουσιαστικά ένα πτώμα που αποσυντίθεται κανονικά κατηγορούνταν για όποια γεγονότα προκαλούσαν ανησυχία στους ανθρώπους (Barber 1988), αλλά στο παρελθόν αυτά τα σημάδια θεωρούνταν ως απόδειξη αφύσικης αντίστασης στην αποσύνθεση. Ο νεοανακαλυφθείς βρυκόλακας θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με το να του καρφώσουν πασσάλους στο σώμα, να του κόψουν το κεφάλι και να το θάψουν αλλού, ή ακόμα και να το κάψουν. Μετά από όλο αυτό η ζωή θα επέστρεφε, αυτή ήταν η ελπίδα, στο φυσιολογικό.

Οι ελληνικές ταφικές πρακτικές και έθιμα προσέφεραν περισσότερες ευκαιρίες για να υποψιαστεί κανείς την ύπαρξη βρυκόλακα, καθώς οι τάφοι ήταν και εξακολουθούν να είναι συχνά ενοικιαζόμενοι για σύντομα χρονικά διαστήματα και αδειάζονταν για nα φιλοξενήσουν ένα νέο ένοικο μετά από τέσσερα ή πέντε χρόνια. Παραδοσιακά, τα παλιά οστά συλλέγονταν, καθαρίζονταν (συνήθως από τις γυναίκες της οικογένειας) και τοποθετούνταν σε ένα μικρό ξύλινο κουτί στο οστεοφυλάκιο του νεκροταφείου. Οι τοπικές συνθήκες διαφέρουν και πράγματι οι άνθρωποι αποσυντίθενται με διαφορετικούς ρυθμούς, οπότε μερικές φορές οι τάφοι ανοίγονταν και αποκάλυπταν όχι μόνο οστά αλλά και μαλακούς ιστούς. Στο παρελθόν, αυτό μπορούσε να ερμηνευθεί ως προειδοποίηση ότι η ψυχή δεν είχε φύγει σωστά και ότι ο νεκρός μπορούσε να αποτελεί απειλή για τους ζωντανούς.

Η ιστορία του βαμπίρ της Μυτιλήνης

Hector Williams: Διεξάγαμε ανασκαφές σε μια τοποθεσία κοντά στο Βόρειο Λιμάνι της πόλης της Μυτιλήνης, στο νησί της Λέσβου στο βορειοανατολικό Αιγαίο. Εκεί πέσαμε πάνω σε ένα οθωμανικό νεκροταφείο του 18ου-19ου αιώνα, το οποίο είχε επαναχρησιμοποιηθεί μετά την ανάκτηση του νησιού από την Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1912. Όλες οι άλλες δεκάδες ταφές ήταν απλές ταφές στο έδαφος με τους νεκρούς τυλιγμένους σε σάβανο (βρήκαμε δε και τα σκουριασμένα ίχνη των καρφιών που κρατούσαν το σάβανο ενωμένο).

Lesvos in the Aegean
The Mytiline Vampire burial

Ένα πτώμα όμως είχε τύχει πολύ διαφορετικής μεταχείρισης: ένας τάφος επενδεδυμένος με πέτρες είχε σκαφτεί στο επίχωμα του τείχους της πόλης του 4ου αιώνα π.Χ. που διέσχιζε τον χώρο και ένα σώμα είχε τοποθετηθεί σε ένα φέρετρο καμωμένο από πεύκο μέσα στον τάφο. Στο λαιμό, τη λεκάνη και τους αστραγάλους του νεκρού βρήκαμε καμπύλα σιδερένια καρφιά μήκους είκοσι εκατοστών, τα οποία πιθανότατα είχαν καρφωθεί στο πτώμα για να το κρατήσουν στον τάφο. Αρκετές μεγάλες βαριές πέτρες είχαν τοποθετηθεί στο καπάκι του φέρετρου για να εξασφαλίσουν ότι ο ένοικος του δεν θα ξεφύγει. 

Sandra Garvie-Lok: Ως οστεολόγος, μου ζητήθηκε να εξετάσω το σκελετό για να δω τι θα μπορούσα να πω για τη ζωή του πριν την ταφή. Μαζί με τη Δρ. Αναστασία Τσαλίκη εξέτασα τα οστά και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το σώμα που είχε προκαλέσει τόση ανησυχία ήταν ενός άνδρα, πιθανώς 40 έως 50 ετών. Είχε μέτρια οστεοαρθρίτιδα και κακή υγεία των δοντιών – και τα δύο τυπικά για άτομα της ηλικίας του σε αυτό το νεκροταφείο. Τα σταθερά ισότοπα δε των οστών του υποδηλώνουν τοπική καταγωγή και τυπική διατροφή. Τα οστά του είναι εύθραυστα και θραυσμένα, αλλά τα διατηρημένα τμήματα δεν παρουσιάζουν ορατή ζημιά από τα καρφιά. Στην περίπτωση του λαιμού και της λεκάνης, αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι τα καρφιά πέρασαν από μαλακό ιστό, χωρίς να αγγίξουν το μεγαλύτερο μέρος του οστού. Στην περίπτωση των αστραγάλων, το καρφί μπορεί να είχε τοποθετηθεί μεταξύ των ποδιών.

Η Δρ. Τσαλίκη και εγώ συγκρίναμε αυτή την ταφή με μια άλλη της ίδιας εποχής από τη Λέσβο, η οποία είχε επίσης ταφεί με τρία μεγάλα καρφιά (Garvie-Lok και Tsaliki 2020). Και εκείνος ήταν ένας ηλικιωμένος άνδρας, αλλά στην περίπτωσή του, ένας τραυματισμός στο πρόσωπο και μια λοίμωξη θα του είχαν δώσει μια χαρακτηριστική εμφάνιση. Ενώ εκείνος ο άνδρας μπορεί να είχε στοχοποιηθεί ως «βαμπίρ» λόγω της ανησυχητικής του διαφοράς, το σώμα από το οθωμανικό νεκροταφείο πιθανότατα τέθηκε υπό υποψία για κάτι που δεν μπορούμε να δούμε σήμερα – από κάτι που έκανε κατά τη διάρκεια της ζωής του ή πιθανόν κάποιο λάθος στις νεκρικές προσευχές που του αποδώθηκαν.

Τι μπορούμε να μάθουμε από αρχαιολογικές ταφές όπως αυτές και από τη λαϊκή παράδοση που τις περιβάλλει; Ένα μάθημα είναι ότι οι ασυνήθιστες ταφές μπορεί να παρέχουν στοιχεία για τις πεποιθήσεις γύρω από το θάνατο, ακόμη και όταν αυτές οι πεποιθήσεις αποθαρρύνονται (τόσο οι χριστιανικές όσο και οι οθωμανικές αρχές καταδίκαζαν τις τελετές που αποσκοπούσαν στην εξάλειψη των βαμπίρ). Ένα άλλο μάθημα είναι ότι σε έναν αβέβαιο και απειλητικό κόσμο, οι άνθρωποι μπορεί να έχουν ανάγκη να αισθανθούν ότι έχουν εντοπίσει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα και έχουν αναλάβει δράση προκειμένου να το αντιμετωπίσουν. Μερικές φορές, το να υπάρχει ένα βαμπίρ για να κατηγορηθεί μπορεί να βοηθήσει την κοινότητα να διαχειριστεί μια δύσκολη κατάσταση. 

Βιογραφικά των συντελεστών

Η Sandra Garvie-Lok είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου της Αλμπέρτα. Είναι βιοαρχαιολόγος και μελετά αρχαιολογικά ανθρώπινα λείψανα για να μάθει για τη ζωή στο παρελθόν. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας της έχει πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα και την Κίνα, όπου διερευνά τον αντίκτυπο των μεγάλων κοινωνικών αλλαγών στην καθημερινή ζωή. Η έρευνά της χρησιμοποιεί ανάλυση σταθερών ισοτόπων και σκελετική παθολογία για να ανακατασκευάσει τη διατροφή, την υγεία και την κινητικότητα των κατοίκων. Ενδιαφέρεται επίσης για τα ταφικά έθιμα, ειδικά για τον συμβολισμό που περιβάλλει το πτώμα.

Ο Hector Williams μεγάλωσε στο Churchill της Μανιτόμπα και πήρε το πρώτο του πτυχίο στην Κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Μανιτόμπα.  Στη συνέχεια, έκανε το μεταπτυχιακό και το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, καθώς και σπουδές στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα. Έχει πραγματοποιήσει ανασκαφές στις Κεγχρεές, την Κόρινθο, τη Σαμοθράκη, τη Μυτιλήνη και τη Στύμφαλο στην Ελλάδα και στο Ανεμούριο στην Τουρκία. Ίδρυσε δε το Καναδικό Ινστιτούτο στην Ελλάδα το 1981 το οποίο και διηύθυνε μέχρι το 1984. Πέρα από την αρχαιολογία ενδιαφέρεται για την εξερεύνηση του καναδικού Βορρά και έχει διασχίσει δύο φορές το Βορειοδυτικό Πέρασμα στον Αρκτικό κύκλο.

Περαιτέρω ανάγνωση

Barber, Pual (1988): Vampires, Burial and Death: Folklore and Reality. Yale University Press. ISBN:0300048599.

Forth, Gregory και Svitlana Kukharenko (2012): Animals crossing: Analytical observations on a cross-culturally ubiquitous mortuary belief. Folklore 123:152-178. http://dx.doi.org/10.1080/0015587X.2012.682475

Η παραπάνω ιστορία μπορεί να αναπαραχθεί στη βάση της παρακάτω άδειας Creative Commons.