Ιστορίες Βορείου Αιγαίου
Η ματιά του κράτους στη Λέσβο ανά τους αιώνες
Ο Δημήτρης Κράλλης εξετάζει τη διαχρονική θέση του κράτους και του κρατικού μηχανισμού στη ζωή των Λεσβίων.
Μια σειρά ιστορικών συνεχειών χαρακτηρίζουν τη γεωγραφία του βορείου Αιγαίου και δη της Λέσβου, οι οποίες είναι λίγο πολύ εμφανείς. Γλωσσικά, η Ελληνική είχε και έχει ακόμα κυρίαρχη παρουσία, διανύοντας την τρίτη χιλιετία παρουσίας της στο νησί. Μέχρι και στα τοπωνύμια, εύκολα βρίσκουμε το υπερχιλιετές γλωσσικό αποτύπωμα στην τοπογραφία όπως αυτό είναι εμφανές από τα παραδείγματα στην ανάλυση του Δ. Ματζουράνη:
Τρία χιλιόμετρα νοτίως της άρχαίας Πύρρας υπάρχουν αι αγροτικαί τοποθεσίαι Λευκάδα, Τέμενος, Τεμενίτης (λόφος) καί εν συνέχεια Τύδα κατέχουσαι εν συνόλω 2500 στρέμματα περίπου. Ουυδεμία αμφιβολία υπολείπεται διά την ταυτότητα των τοποθεσιών αυτών πρός τα εν τω κτηματολογίω τοπωνύμια «Τύδαι», «Λευκή ακτή» καί «Τέμενος».[1]
Πολιτικά δε αλλά και πολιτιστικά ή ιδιάζουσα σχέση του νησιού με την απέναντι ακτή, τόσο την Τρωάδα, όσο και επιλεγόμενη Μυτιληναική περαία δεν διαταράχθηκε παρά στον πρώιμο εικοστό αιώνα. Η πρόσφατη δραματική άνοδος του εκ Τουρκίας προερχόμενου τουρισμού μας θυμίζει την αρχαιότατη αυτή γεωγραφική πραγματικότητα.
Κάποιες άλλες όμως ιστορικές συνέχειες είναι λιγότερο εμφανείς. Εδώ λοιπόν θα ήθελα να μιλήσουμε για μια λιγότερο αναγνωρισμένη συνέχεια, αυτή στον τομέα της διοίκησης. Η Λέσβος λοιπόν και οι πόλεις της εντάχθηκαν νωρίς σχετικά στον ρωμαϊκό κόσμο. Τον πρώτο αιώνα προ χριστού το νησί βρέθηκε υπό ρωμαϊκή κυριαρχία, με τις πόλεις κράτη του να υποτάσσονται πολιτικά, διατηρώντας όμως την εσωτερική τους ανεξαρτησία και αυτοδιοίκηση. Όπως και αλλού στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η διαδικασία εκρωμαϊσμού των Λεσβίων και η μετατροπή τους από Έλληνες σε Ρωμιούς πήρε χρόνια. Ξεκινώντας από τον τομέα του ρωμαϊκού δικαίου που σταδιακά επηρέασε όλο και περισσότερο τη ζωή των πληθυσμών, επεκτάθηκε τον τρίτο αιώνα πια και στο χώρο των πολιτικών δικαιωμάτων, με την εκχώρηση της ρωμαϊκής υπηκοότητας σε κάθε ελεύθερο κάτοικο της αυτοκρατορίας, για να φτάσει κατά την ύστερη αρχαιότητα, από τον τέταρτο ως τον έκτο αιώνα και στο χώρο της φορολογίας. Η όλη διαδικασία οδήγησε τελικά στην κεντρικά συντονιζόμενη καταγραφή αλλά και φορολόγηση κάθε πολίτη αλλά και κάθε περιουσιακού στοιχείου το οποίο υπόκειται σε φορολόγηση.
Θα ρωτήσετε, μα τι μας ενδιαφέρει η φορολογική καταγραφή; Ας δούμε λοιπόν το θέμα αυτό. Στη σύγχρονη Ελλάδα κάθε φορά που κάτι συμβαίνει το οποίο υπερβαίνει τις δυνάμεις μας, μια καταστροφή ή μια σημαντική αστοχία, αναρωτιόμαστε φωναχτά: «μα πού είναι το κράτος;!» Λοιπόν στη Λέσβο το κράτος, το κεντρικά διευθυνόμενο κράτος με τη βάση του στη Ρώμη ή την νέα Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη δηλαδή, και αργότερα την Κοσταντινίγια των Οθωμανών, αυτό το κράτος λοιπόν ήταν συνεχώς παρόν από την πρώτη απογραφή, αυτή που οδήγησε την οικογένεια του Ιησού από την Ναζαρέτ στη Βηθλεέμ ως και σήμερα. Ξεκινώντας λοιπόν από τις ρωμαϊκές απογραφές, συνεχίζοντας κατά την ύστερη αρχαιότητα σε μια περίοδο κατά την οποία η ανάγκη για σταθερό δημοσιονομικό προγραμματισμό οδηγεί σε μεταρρύθμιση της φορολογίας και σε αυστηρότερη καταγραφή τόσο προσώπων όσο και περιουσιακών στοιχείων, μπαίνουμε σε μια περίοδο κατά την οποία οι κάτοικοι της Λέσβου γνωρίζουν πια τη θέση τους τόσο στο χωριό ή την πόλη, όσο και στα κρατικά κιτάπια. Η πραγματικότητα αυτή εντείνεται κατά τον μεσαίωνα κατά τη λεγόμενη βυζαντινή περίοδο και συνεχίζει και κατά τα χρόνια των Οθωμανών των οποίων η έξη προς την απογραφή μας αφήνει πλούσια τεφτέρια με λεπτομερείς πληροφορίες για τον πληθυσμό του νησιού.
Όλα αυτά για να εξηγήσουμε πως παρά την φαινομενικά ακριτική τη θέση της στη σύγχρονη εποχή ή τον περιφερειακό της χαρακτήρα κατά τη ρωμαϊκή ή την οθωμανική περίοδο, η Λέσβος υπήρξε για πάνω από 1500 χρόνια μια σαφώς καταγεγραμμένη ποσότητα στα τεφτέρια και τους προϋπολογισμούς των επικυρίαρχων της. Όσο για τους πληθυσμούς της, δεδομένης της συνεχούς υπερχιλιετούς διάδρασης τους με το εκάστοτε κράτος, διατηρούν μια μοναδική εμπειρία στη συνδιαλλαγή και τον διάλογο με την εξουσία. Σε αυτό βέβαια η Λέσβος δεν είναι μοναδική. Όπως και άλλα μέρη του ελλαδικού χώρου αποτέλεσε μέρος γραφειοκρατικά πολύπλοκων και ανεπτυγμένων πολιτειών για πολύ περισσότερα χρόνια από το μεγαλύτερο μέρος της δυτικής Ευρώπης. Με άλλα λόγια η Λέσβος μπορούσε για αιώνες να απαντήσει με σχετική σαφήνεια στην ερώτηση: «που είναι το κράτος» γιατί απλά πάντα ζούσε σε στενή σχέση με αυτό.
Ο αναγνώστης και πάλι θα αναρωτηθεί, τι με ενδιαφέρει εμένα αυτό; Πώς αυτή η σχέση κράτους με τον νησιώτη του βορείου Αιγαίου αποκτά μια κάποια ιστορική σημασία; Η απάντηση μπορεί να συνοψιστεί στο εξής: στην καθημερινή του ζωή ο Λέσβιος πολίτης της ρωμαϊκής ή και της οθωμανικής αυτοκρατορίας αλλά και του σύγχρονου ελληνικού κράτους συνδιαλλάσσεται κατά κύριο λόγο με μέλη του στενού οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος, τους γείτονές του, αγρότες, μαγαζάτορες και άλλους ιδιοκτήτες ιδιωτικών επιχειρήσεων. Αυτές του οι κοινωνικές, οικονομικές και καθημερινές επαφές, οι εκτυλισσόμενες σε ένα λίγο πολύ τοπικό πλαίσιο παίζουν κεντρικό ρόλο στην συγκρότηση της ταυτότητας του ως για παράδειγμα Μολυβιάτη, αγρότη, μαθητή, αθλητή, πατέρα, και τα λοιπά. Σε σχέση με τις μύριες αυτές συνδιαλλαγές και επαφές η σχέση με το κράτος φαντάζει πιο περιθωριακή. Και όμως κάθε μία από τις παραπάνω ιδιότητες τις διυλιζόμενες στην ατομική ταυτότητα του καθενός και της καθεμιάς στο τοπικό επίπεδο εδράζεται λίγο πολύ σε συμβάσεις και κανονισμούς που κατά διαστήματα εκδίδονται προκειμένου να οριοθετήσουν την καθημερινή ζωή μέσα σε πλαίσια υπερτοπικά από την εκάστοτε κρατική οντότητα. Είτε το ρωμαϊκό κράτος της ύστερης αρχαιότητας και της βυζαντινής περιόδου ή οι Οθωμανοί και αργότερα το λεγόμενο κράτος των Αθηνών, έμελλε να παίξουν, μέσα από τη διαδικασία της καταγραφής την οποία περιγράψαμε παραπάνω, κεντρικό ρόλο στη συγκρότηση τοπικών ταυτοτήτων οι οποίες βρίσκονταν πάντα σε διάλογο με μύριες άλλες τοπικές ταυτότητες της εκάστοτε πολιτείας. Με λίγα λόγια η διαδικασία της απογραφής και καταγραφής ανθρώπων και περιουσιακών στοιχείων, αλλά και της αποτύπωσης γεωγραφικών πραγματικοτήτων, αυτή ή από τα έξω εκπορευόμενη τοποθέτηση του κάθε ατόμου στην τοπική του γεωγραφία αλλά και στα κατάστιχα και τα κιτάπια ενός αυτοκρατορικού ή εθνικού κέντρου επηρέασε τη ζωή των Λεσβίων ανά τους αιώνες.
Τόσο κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια, από τον πρώτο αιώνα προ Χριστού ως και το 1461 όσο και κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας Λέσβο, το κράτος της Ρώμης, της Νέας Ρώμης και της υψηλής πύλης στην Κωνσταντινούπολη βρέθηκε σε διάλογο με τις τοπικές κοινωνίες τις οποίες αντιμετώπισε βλέποντας τους κατοίκους τους πρώτα ως μέλη τοπικών φορολογικών ομάδων με συλλογικές υποχρεώσεις προς τον κρατικό κορβανά και κατά δεύτερο λόγο ως ιδιώτες με ατομικά οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα. Ίσως επειδή τόσο η Ρώμη όσο και οι Οθωμανοί, από τον 14ο αιώνα και μετά, κατέκτησαν εδάφη πόλη με την πόλη και κοινότητα με την κοινότητα, η διάρθρωση των σχέσεων τους με τους υπηκόους τους βασίστηκε σε ταυτότητες τοπικά συλλογικές και όχι σε συσσωματώσεις εξατομικευμένων πολιτών. Με απλά λόγια, η Ρωμαϊκή και η Οθωμανική κατάκτηση και κυριαρχία βασίστηκαν σε συμβάσεις πόλεων με τη Ρώμη και την Υψηλή πύλη, όχι σε κάποια γενικευμένη γονυκλισία των κατακτημένων Ελλήνων και Ρωμιών. Εστιάζω αρκετά σε αυτή την πραγματικότητα γιατί αυτή η ιδιαίτερη διοικητική σχέση της τοπικής κοινότητας με το κράτος διαμόρφωσε συνειδήσεις επί αιώνες στο τοπικό επίπεδο. Το κράτος μπορεί να βρισκόταν μακριά, τα όργανα του όμως προσέγγιζαν πόλεις και χωριά με τρόπο που διαμόρφωνε δυνατές τοπικές ταυτότητες. Με λίγα λόγια ο κοινοτισμός και ο τοπικισμός δεν ήταν μόνο απότοκα τοπικών δυναμικών. Ήταν και αποτέλεσμα υπερτοπικών πρωτοβουλιών.
Εδώ παρατηρούμε και μια σειρά από ακούσιες συνέπειες. Ήδη κατά τα λεγόμενα Βυζαντινά χρόνια και τον δέκατο αιώνα η κοινοτική αυτή οργάνωση που η ίδια η κεντρική διοίκηση είχε ράψει στα μέτρα της άρχισε να παράγει κοινωνικό-οικονομικές πραγματικότητες μη αρεστές στο παλάτι. Μια κοινωνία συνεκτικά δομημένη στο τοπικό επίπεδο, μέσα από σειρά κεντρικά διευθυνόμενων κρατικών πολιτικών, δημιουργούσε τοπικές αλληλεξαρτήσεις και σχέσεις οι οποίες μετέτρεπαν τον γενικό πληθυσμό σε πελάτες και «δούλους» των τοπικών ελίτ οι οποίες όλο και περισσότερο συναγωνίζονταν το κεντρικό κράτος και τον κεντρικό του εκφραστή τον αυτοκράτορα. Καθώς οι «δυνατοί» επέβαλαν την βούληση τους σε τοπικές κοινωνίες, οι σχέσεις των πολιτών με τον εγγυητή της νομιμότητας και προστάτη της πολιτείας, τον αυτοκράτορα, διαρρηγνύονταν δημιουργώντας ένα πολιτικό κλίμα επικίνδυνο για την κεντρική εξουσία, η οποία έμελλε να αντιμετωπίσει σειρά εξεγέρσεων εκ μέρους της επαρχιακής αριστοκρατίας κατά την περίοδο τούτη. Σε μια προσπάθεια να ισορροπήσουν την κατάσταση οι αυτοκράτορες της εποχής νομοθέτησαν και με σειρά διατάξεων επιδίωξαν να περιορίσουν την ισχύ των «δυνατών», δίνοντας έμφαση στον πατερναλιστικό χαρακτήρα μιας κεντρικής εξουσίας εστιασμένης στην προστασία των πολλών από τους τοπικούς δυνάστες τους. Κάπως παράδοξα λοιπόν, η ίδια κεντρική εξουσία που επέβαλε την ομαδοποίηση των πολιτών για φορολογικούς λόγους, χρειάστηκε να ξαναανακαλύψει το άτομο προκειμένου να χτίσει μια απευθείας προσωπική σχέση ανάμεσα στον αυτοκράτορα και τον πολίτη, μια σχέση που θα παρακάμπτει τις κοινοτικές σχέσεις αλληλεγγύης και εξάρτησης.
Εδώ λοιπόν βρίσκουμε άλλη μια συνέχεια με την Οθωμανική περίοδο. Στο ημερολόγιο που συνέγραψε ως νέος στα χρόνια του λεγόμενου Τανζιμάτ, της περιόδου εκείνης από τα μέσα έως τα τέλη του 19ου αιώνα κατά την οποία Ελληνικές κοινότητες της αυτοκρατορίας έζησαν σημαντική ακμή, ο Στρατής Καλλιγέρης, εγγεγραμμένος στα Οθωμανικά μητρώα της Σκαμνιάς στη Βόρεια Λέσβο, περιγράφει με γλαφυρό τρόπο την εποχή του λιομαζώματος. Γόνος πλούσιας οικογένειας με επιρροή στον τόπο ο νεαρός Στρατής, το ημερολόγιο του οποίου καταγράφει τον βίο του ως και το 22ο έτος όταν και πια βρέθηκε εγκατεστημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μας λέει τα εξής:
Πάντες οι κάτοικοι περί τον μήνα Οκτώβριον άρχονται της συνάξεως των ελαιών. Ποτέ δεν θα λησμονήσω την εποχήν ταύτην καθ’ ην οι εγχώριοι εξυπνούντες διευθύνονται εις τα κτήματα των περί τα εγχαράγματα. Τότε δα έβριθε της των αυλών μας πλήρης γυναικών και ανδρών οίτινες επερίμενον να αναχωρήσωση ομού. Πρώ της αναχωρήσεως των όμως, νύχτα ακόμη, εκάμαμεν εν φαγητόν, ρόγκον, όστις γίνεται με αλεύρων, ύδωρ, κρεμμύδια και ελαίου, ή άλλο τι, δια να προγευματίζωσιν οι δούλοι ων αρχηγός ήτο τότε ο Μιχαήλ Βοντάκης υπηρετήσας περί τα 10 έτη εις την οικίαν μας. Πολλάκις εσηκώνοντο και το μεσονύκτιον δια να ζυμώσωσυν, όπως ηνε τελειωμένος ο άρτος περί την πρωϊαν και ημείς δεν επαύομεν το να εγείρομεθα ωσαύτως λίαν πρωί… διά να βλέπομεν τας ομάδας ανθρώπων προστρεφωμένους εις τους ελαιώνας. Εξακολουθεί η συλλογή των ελαίων από τέλη Σεπτεμβρίου μέχρι τέλη Δεκεμβρίου ή και Φεβρουαρίου. Αμα έκαστος τελειώση πλέον τας ελαίας, κάμνει μεγάλην εορτήν. Οι άνδρες και γυναίκες (όσα εσύναξαν και παρευρέθησαν εις το τέλος των ελαιών) ανέρχονται στο χωρίον μες ημέρας, προσδένονται μανδήλια της μακράς ράβδους ακόμα γκόλας λεγομένας, και κατά διαστήματα πυροβολούντες, άδοντες και γελώντες, εις την οικίαν του κυρίου φθάσαντες πίνουσι ρακήν και τα τοιαύτα μέχρις ου μεθύσουσιν.[2]
Πως σχετίζεται το παραπάνω κείμενο με την συζήτηση περί της κοινωνικής, οικονομικής, και πολιτικής οργάνωσης των κοινοτήτων της Βυζαντινής και Οθωμανικής αυτοκρατορίας; Προσπερνώντας για λίγο την περίεργη ορθογραφία του Στρατή, ας εστιάσουμε για λίγο στην βινιέτα που μας προσφέρει. Έχουμε εδώ μια περιγραφή της σημαντικότερης ίσως ετήσιας δραστηριότητας των ελαιοπαραγωγικών περιοχών. Όπως μας εξηγεί ο νεότατος Στρατής, το λιομάζωμα εκτυλίσσεται κατά το φθινόπωρο ως και τις αρχές του χειμώνα και κινητοποιεί την κοινωνία του χωριού. Στις λίγες αυτές γραμμές του ημερολογίου του διαφαίνεται ξεκάθαρα η τοπική κοινωνική διαστρωμάτωση, η διάκριση σε «δυνατούς» (της Βυζαντινής νομοθεσίας) και «εγχώριους», «δούλους». Τα μοντέρνα αντανακλαστικά μας σκοντάφτουν στην εικόνα που αναδύεται από το κείμενο αυτό. Αντί για κοινωνικές τάξεις ξεκάθαρα παραταγμένες η μία ενάντια στην άλλη, εδώ βλέπουμε μια οργανικά διασυνδεδεμένη κοινωνία οπού η «εγχώρια» εργατική τάξη θα προσέλθει στην οικεία του «κυρίου» προκειμένου να της προσφερθεί ο «ρόγκος» για πρωινό, πριν κατευθυνθούν στα κτήματα. Στο πέρας του μαζέματος γίνεται μεγάλη γιορτή οπού όσοι εργάστηκαν στις ελιές μεθούν στην οικεία του κυρίου. Σχέσεις ιεραρχικές, οικονομικής εκμετάλλευσης και εξάρτησης αρθρώνονται εδώ μέσα στα πλαίσια ενός τοπικού πατερναλισμού που τόσο αναγνωρίσιμος θα ήταν από τον Βυζαντινό νομοθέτη. Το ενδιαφέρον βέβαια ήταν πως η αντίδραση της Οθωμανικής διοίκησης δεν ήταν και πολύ διαφορετική. Γράφοντας αναφορά προς τις αρχές στην Κωνσταντινούπολη σχετικά με τον Ιωάννη Κράλη, προεστό του Μολύβου και οικογενειακό φίλο του Κωνσταντίνου, πατρός του Στρατή, ο Ναμίκ Κεμάλ, Μουτασερίφης της Λέσβου και εξέχουσα προσωπικότητα της ύστερης Οθωμανικής περιόδου, περιέγραψε τον Ιωάννη με τα παρακάτω λόγια: «μέχρι τώρα, δεν έχει προσφέρει καμία καλή υπηρεσία και δεν έχω δει ποτέ μια ιδιαίτερα καλοπροαίρετη συμπεριφορά. Μόλις του δοθεί η ευκαιρία επιδιώκει να εξασφαλίσει τα προσωπικά του συμφέροντα τρομοκρατώντας τους ντόπιους». Ο Ιωάννης δεν διέφερε και πολύ κοινωνικά από τον «κύριο» της Σκαμνιάς, που άνοιξε το σπίτι του στους «εγχώριους» καλλιεργητές, προσφέροντας πρωινό αλλά και ευκαιρίες για γιορτή και ξεφάντωμα. Η αντιπαραβολή του τοπικού στον κρατικό πατερναλισμό, η διαφορά ανάμεσα στην αυτοκρατορική ιδέα μιας εξατομικευμένης προσέγγισης στη δικαιοσύνη και στην τοπική πραγματικότητα κοινωνικών σχέσεων χαρακτηριζόμενων από πλέγμα εξαρτήσεων ανάμεσα σε άνισους αλλά οργανικά δεμένους ο ένας με τον άλλον πολίτες παραπέμπει στο Βυζάντιο και μας θυμίζει πως παρά την συνεχή παρουσία της κρατικής εξουσίας στις επαρχίες και δη στη Λέσβο, από την αρχαιότητα ως και τον 20ο αιώνα, οι τοπικές έξεις και παραδόσεις δεν έπαψαν ποτέ να βρίσκονται σε διάλογο με τις υπερτοπικές δυνάμεις και προσταγές.
Έγγραφα της Οθωμανικής διοίκησης και των Ελληνικών αρχών της περιόδου μετά το 1912. Αρχείο KFL, υποαρχείο: Μαρίζας και Ιωάννη Ν. Κράλλη
[1] Δ. Μ. Ματζουράνης, «Τοπωνύμια εκ του αρχαίου κτηματολογίου της Λέσβου,» ΒΖ 44 (1951), 412
[2] Από την μεταγραφή του ημερολογίου της Μαρίας Κόρακα, σελίδες 17-21. Το πρωτότυπο, πλην φωτοτυπιών σειράς σελίδων αναζητείται ακόμα. Η μεταγραφή έλαβε χώρα τη δεκαετία του 1980. Η ορθογραφία παρατίθεται όπως κατεγράφη από την κ. Κόρακα.
[3] Για τις αναφορές του Ναμίκ Κεμάλ στον Ιωάννη Κράλη, ανατρέχουμε στο Αρχείο ΙSAM στην Κωνσταντινούπολη: TDV İSAM Kütüphane Arşivi (İKA), HHP-A-1-dos.2-1353, 27 Σεπτεμβρίου 1298 (Ιουλιανό ημερολόγιο)/ 9 Οκτωβρίου 1882 (Γρηγοριανό ημερολόγιο).
Αποθετηριο Ιστοριων Αιγαιου/Λεσβου
Ιστορίες του Βόρειου Αιγαίου
- Αχλιπταρούδα
- Αλληλοδιπλογραφία
- Διοικητικές Συνέχειες
- Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα
- Προικοσύμφωνο, άδειες διαμονής
- Η παιδεία στην Λέσβο μέσα από τα Οθωμανικά αρχεία
- Φωτογραφεία στην Αίγυπτο
- Ιστορίες με χρώμα Αιγύπτου
- Ο Νικόλαος Ελευθεριάδης στο Παρίσι και το Λονδίνο
- Ο E. Schmidt περιηγείται τα ζωγραφισμένα σπίτια
- Φιγούρες από τη Βυζαντινή Λέσβο
- Οικουμενικές μόδες
- Οι γενουάτες Λομελίνι στο Αιγαίο
- Οι Koldewey, Conze και Humann στο Μόλυβο
- Η φύση της Λέσβου
- Ο C. T. Newton γράφει για τη Μυτιλήνη
- Τα Οθωμανικές διοικητικές επετηρίδες
- Καρτποστάλ
- Σμυρναίικα φωτογραφεία
- Ο S. Adam για την παιδεία στη Λέσβο
- Σκέψεις για το κράτος στη Λέσβο
- Τραύμα και πόλεμος
- Σφραγίδες, υπογραφές και επικυρώσεις
- Τεκτονικά ρήγματα
- Πτυχίο Ιατρικής & Ένας διασυνδεδεμένος κόσμος
- Ο Βρυκόλακας της Μυτιλήνης
- Γυναίκες και Μνήμη στο Μόλυβο
Ιστορικό Πλαίσιο
Η Τέχνη στον τόπο
Αυτό το έργο υποστηρίχθηκε από μια επιχορήγηση Kickstarter του SFU FASS, από το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος στο SFU και από τη Γέφυρα, μια συνεργασία που χρηματοδοτήθηκε από το ΙΣΝ μεταξύ του SFU και του UCLA.
SUPPORTED BY
